Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Κόντρα στην πρακτική των αβλαβών εικονισμάτων.

Ένα ιστορικό άρθρο του στο ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ στα χρόνια της χούντας.

Δώδεκα χρόνια πέρασαν από τις 22 Μαΐου 2005 που ο Χαρίλαος Φλωράκης «έφυγε» από την ζωή. Οι μεγάλοι επαναστάτες, όμως, είναι πάντοτε παρόντες καθώς ο λόγος και το έργο τους αποτελεί πάντοτε πηγή έμπνευσης και φρονηματισμού για τις νεότερες γενιές. Το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα έχει αρκετές τέτοιες ιστορικές φυσιογνωμίες κι ο Χαρίλαος είναι μία από τις κορυφαίες.

Σήμερα η κληρονομιά αυτών των επαναστατών -και φυσικά η κληρονομιά του Χαρίλαου- βάλλεται από παντού. Ας θυμηθούμε τα λόγια του Λένιν στο «Κράτος κι επανάσταση»: «Όσο ζούσαν οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τούς καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσαλέο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα από το θάνατό τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σέ άβλαβή εικονίσματα, σαν να λέμε, να τους ανακηρύξουν αγίους, να προσδώσουν κάποια δόξα στο όνομά τους για ‘‘παρηγοριά’’ των καταπιεζομένων τάξεων και για την αποβλάκωσή τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, αμβλύνοντας και εκχυδαΐζοντας την επαναστατική της αίχμή».

Το χειρότερο απ’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα δεν είναι η προσπάθεια της άρχουσας τάξης να μετατρέψει, απευθείας η ίδια, τον Χ. Φλωράκη σε αβλαβές εικόνισμα. Το χειρότερο είναι ότι αυτόν τον ρόλο τον έχει αναλάβει η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ. Καμώνονται πως τιμούν τον Χαρίλαο αλλά καταδικάζουν ως λαθεμένη την πολιτική του κόμματος τόσο για το διάστημα πριν αναλάβει εκείνος της ηγεσία όσο και μετά. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, ο Χαρίλαος γι’ αυτούς ήταν ένας σπουδαίος ανιδιοτελής αγωνιστής ο οποίος, όμως, ουδέποτε υπηρέτησε σωστή επαναστατική γραμμή και ουδέποτε συνέβαλε για την διαμόρφωσή της. Τι μένει επομένως ως παράδειγμα απ’ αυτόν; Η ανιδιοτέλειά του ως στοιχείο που πρέπει να ασπαστούν σήμερα οι κομμουνιστές για να καταφέρει η ηγεσία να πετύχει τους δικούς της ιδιοτελείς σκοπούς οι οποίοι καμία σχέση δεν έχουν με την ιστορία, την ιδεολογία και την ταυτότητα του κόμματος όπως αυτή ορίζεται από τον Μαρξισμό- Λενινισμό. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο χειρίζονται τον Ζαχαριάδη, τον Άρη, τον Μπελογιάννη, τον Πλουμπίδη και χιλιάδες άλλους επώνυμους και ανωνύμους αγωνιστές.

Μία από τις αποδείξεις αυτής της πρακτικής είναι και το βιβλίο που εξέδωσαν πρόσφατα για την Χούντα όπου η τακτική και η στρατηγική του κόμματος εκείνη την περίοδο καταδικάζονται απερίφραστα ως λαθεμένες.

Ο Εργατικός Αγώνας τιμά την ιστορία του ΚΚΕ και τους ανθρώπους που την έγραψαν, ως ζωντανή καθοδηγητική δύναμη. Κι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο προσφέρει πάντα στους αναγνώστες του ιστορικά ντοκουμέντα για να μπορούν να αποκτούν ιδία αντίληψη για τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα.  

Σήμερα, στη μνήμη του Χ. Φλωράκη αναδημοσιεύουμε από το τεύχος 10/1971 του περιοδικού «ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ» το άρθρο του, που δημοσιεύτηκε στο εν λόγω κομματικό περιοδικό στο πλαίσιο του προσυνεδριακού διαλόγου για το 9ο Συνέδριο το οποίο διοργάνωνε η κομματική ηγεσία με επικεφαλής τον Κώστα Κολιγιάννη.

Το άρθρο αυτό γράφτηκε στο Παρθένι της Λέρου στα τέλη του 1969- αρχές του 1970 και στάλθηκε, μέσω της παράνομης οδού, για δημοσίευση. Έφερε τον τίτλο «Με πίστη και αισιοδοξία» και υπογραφή τα αρχικά του συγγραφέα του. Ήταν ένα άρθρο-πλατφόρμα που έδινε απαντήσεις σε όλα τα ζήτημα που ταλάνισαν το ΚΚΕ και κυρίως στο ζήτημα της διάλυσης των κομματικών οργανώσεων το 1958, στις σχέσεις του κόμματος με την ΕΔΑ, στο ζήτημα της εσωτερικής κομματικής λειτουργίας και της αντιμετώπισης των τραυματικών καταστάσεων του παρελθόντος, στο θέμα της άμεσης και μακροπρόθεσμης κομματικής πολιτικής. Το άρθρο αυτό είχε προκαλέσει τεράστια εντύπωση τότε ακόμη και στον Νίκο Ζαχαριάδη που ήταν εξόριστος στο Σουργκούτ της Σιβηρίας καθώς του το είχαν στείλει σύντροφοί του από την Τασκένδη. Μάλιστα του Ζαχαριάδη- όπως ο ίδιος γράφει στο τελευταίο του γράμμα- του είχε προξενήσει εντύπωση που η κομματική ηγεσία άφησε ένα τέτοιο κείμενο να δημοσιευτεί. «Έκανε εντύπωση το γεγονός ότι άφησαν και δημοσιεύτηκε», έγραψε τότε ο ίδιος. Απ’ αφορμή αυτό το άρθρο ο Ζαχαριάδης έγραψε ένα δικό του κείμενο αναφορικά με τις αιτίες κρίσης στο ΚΚΕ, το οποίο είδε το φως της δημοσιότητας το 1991.

 

Νέος Κόσμος, τεύχος 10/1971

(Γράφτηκε το 1969-1970 στο Παρθένι της Λέρου)

ΜΕ ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ

Χ.Φ.

Φυσικό είναι κάθε συνέδριο να αποτελεί γεγονός εξαιρετικής σημασίας για το κόμμα και το επαναστατικό κίνημα. Ωστόσο, ορισμένα παρόμοια σώματα παίρνουν ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα, τα αποκαλούμε ιστορικά, τα μνημονεύουμε και τα επικαλούμαστε συχνά στην πολιτική και κομματική μας δράση. Αυτό καθορίζεται από τη συγκεκριμένη περίοδο που συνέρχεται και το μέγεθος των προβλημάτων που καλείται να αντιμετωπίσει, καθώς και από το πόσο σωστά θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα αυτά και γενικά θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της αντικειμενικής πραγματικότητας, στις απαιτήσεις του καιρού του. Έχω τη γνώμη ότι για το 9ο Συνέδριο επιφυλάσσεται μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία και τη ζωή του κόμματος. Συνέρχεται σε μια περίοδο που ο λαός βρίσκεται κάτω από ένα στυγνό στρατιωτικοφασιστικό καθεστώς και η χώρα μας γίνεται κύρια βάση εξόρμησης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι κομμουνιστές έχουν κληθεί να παίξουν τον πιο αποφασιστικό ρόλο για την απαλλαγή της χώρας από τη φασιστική τυραννία και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Το Συνέδριο θα συνέλθει σε μια περίοδο που το κόμμα μας δίνει ταυτόχρονα μια σκληρή μάχη ενάντια σε μια οργανωμένη αναθεωρητική διασπαστική ομάδα, την ομάδα Παρτσαλίδη-Δρακόπουλου-Μπριλάκη, που υποστηρίζεται από παρόμοιους φορείς μέσα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Πρόκειται να εξετάσει τη δράση του κόμματός μας μιας ολόκληρης δεκαετίας, περιόδου περίπλοκης και κατά την οποία ξετυλίχθηκαν σοβαρά πολιτικά γεγονότα στον τόπο μας, περίοδο που μπήκαν σε δοκιμασία με ιδιαίτερη οξύτητα οι αρχές του κόμματος, η θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού.

Θέλω να πιστεύω -και το εύχομαι θερμά- ότι το 9ο Συνέδριο, παρά τις δυσκολίες που υπάρχουν, θα εκπληρώσει με επιτυχία την αποστολή του και θα καταλάβει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του κόμματος. Την αισιοδοξία μου αυτή τη στηρίζω: α) Στο γεγονός ότι, ύστερα από τις πολιτικές και κομματικές εξελίξεις μετά το 1967, έχουμε την πράξη που έδωσε απάντηση σε μια σειρά βασικά ζητήματα της στρατηγικής και ταχτικής του κόμματος, στις διάφορες εκτιμήσεις, αντιλήψεις και θεωρίες γύρω απ’ αυτά. Σήμερα, μπορούμε να δούμε, να κρίνουμε τι και σε ποιο βαθμό αντιμετωπίστηκε στη ζωή, τι άντεξε και τι απορρίφθηκε. Η αξιοποίηση της πείρας αυτής, ανεξάρτητα από το πόσο πικρή είναι, θα συμβάλει αποφασιστικά στην επιτυχία του Συνεδρίου.

β) Οι Θέσεις της 14ης Ολομέλειας -ανεξάρτητα από ορισμένες διαφορετικές εκτιμήσεις μου σχετικά με την αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων- με τη θεώρηση που κάνουν για την πορεία του κόμματος από το 8ο Συνέδριο και για τη σημερινή κατάσταση κ.λπ., νομίζω ότι αποτελούν σοβαρή προϋπόθεση για την επιτυχία του 9ου Συνεδρίου.

γ) Κρίνοντας από τη δημοσιότητα που δόθηκε στις απόψεις και σκέψεις κρατουμένων πάνω στα προβλήματα του κόμματος και του κινήματος, πιστεύω ότι γίνεται σοβαρή προσπάθεια κατά την προσυνεδριακή δουλειά, πράγμα που θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στην επιτυχία του Συνεδρίου. Μ’ αυτές τις σκέψεις και προσδοκίες θα διατυπώσω κι εγώ τη γνώμη μου γύρω από ορισμένα ζητήματα.

Το κομματικό πρόβλημα: Επίκεντρο των συζητήσεων των προηγουμένων ολομελειών της ΚΕ και της προσυνεδριακής δουλειάς σήμερα αποτέλεσε το κομματικό πρόβλημα. Αυτό ήταν φυσικό, γιατί η τέτοια ή η άλλη αντιμετώπισή του επηρεάζει αποφασιστικά την πορεία και την τύχη άλλων προβλημάτων του κινήματος.

Το κύριο ερώτημα είναι αν ήταν σωστή η αντιμετώπιση του κομματικού ζητήματος ή λαθεμένη. Έχω τη γνώμη ότι στο ερώτημα αυτό οι Θέσεις της 14ης Ολομέλειας δεν δίνουν ολοκληρωμένη και κατηγορηματική απάντηση. Βάση για την αντιμετώπιση του κομματικού ζητήματος αποτέλεσε, όπως λέγεται και στις Θέσεις, η απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958. Η κριτική εξέταση για την ορθότητα ή όχι της απόφασης εκείνης είναι πρωταρχικής σημασίας. Οι Θέσεις λένε ότι η απόφαση εκείνη «ήταν σωστή ως προς το πρώτο της μέρος» και «ως προς το δεύτερο μέρος της ήταν λαθεμένη». Έχω τη γνώμη ότι η ουσία του προβλήματος δεν είναι το αν τα μέλη του κόμματος θα δούλευαν στην ΕΔΑ -στον «ιδιόμορφο συνασπισμό κομμάτων και παραγόντων», αλλά αν τα μέλη του κόμματος θα είναι οργανωμένα στις κομματικές τους οργανώσεις, αν θα έχουμε κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα. Η απόφαση λέει ότι κομματικές οργανώσεις δεν θα έχουμε και ακόμα «δεν έθετε σαν προοπτική το πρόβλημα της δημιουργίας κομματικών οργανώσεων». Έτσι, η απόφαση εκείνη είναι λαθεμένη στην ουσία της, στη βάση της. Ο χωρισμός της απόφασης εκείνης σε πρώτο και δεύτερο μέρος, που το ένα ήταν σωστό και το άλλο λαθεμένο, δεν έχει κανένα νόημα, γιατί σε τίποτα δεν μειώνει ή αλλάζει την ουσία του τρόπου αντιμετώπισης του κομματικού προβλήματος, δηλαδή ότι είχαμε αποφασίσει να μην έχουμε κομματικές οργανώσεις στην Ελλάδα.

Τα διάφορα μέτρα που προβλέπονταν στις κατοπινές αποφάσεις, και αν ακόμα εφαρμόζονταν, δεν επρόκειτο να αλλάξουν ουσιαστικά την κατάσταση. Ακόμα και η προοπτική που άνοιγε η 8η Ολομέλεια του 1965: «Να επισπεύσουμε και να επιβάλουμε τελικά τη λειτουργία οργανώσεων του κόμματος και ολοκλήρου του κόμματος» δεν ήταν ρεαλιστική γιατί και η απόφαση εκείνη δεν άλλαζε τη βάση της απόφασης της 8ης Ολομέλειας του 1958 και ουσιαστικά στηρίζονταν στην ίδια κατευθυντήρια γραμμή. Ουσιαστική, ριζική αλλαγή, διόρθωση και ορθή λύση του προβλήματος γίνεται στην 11η και 12η Ολομέλειες.

Το δεύτερο ερώτημα βασικής σημασίας είναι το πού οφείλεται η λαθεμένη απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958 και γενικά ο τέτοιος τρόπος αντιμετώπισης του κομματικού προβλήματος. Στο ερώτημα αυτό, οι Θέσεις της 14ης Ολομέλειας δεν δίνουν την απάντηση, και αυτό είναι σοβαρή έλλειψη. Το γεγονός ότι «οι κομματικές οργανώσεις ήταν τότε ουσιαστικά διαλυμένες και υπήρχαν μικροομάδες ασύνδετες μεταξύ τους και αποσπασμένες από το λαϊκό κίνημα και σε μερικές περιπτώσεις διαβρωμένες από τον εχθρό» κ.λπ., δεν δικαιολογεί τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης. Με την ίδια ακριβώς κατάσταση των οργανώσεων θα μπορούσε να παρθεί μια άλλη απόφαση: Να γίνει η άμεση αναδιοργάνωση των παράνομων κομματικών οργανώσεων. Και μια τέτοια απόφαση θα ήταν η πιο φυσική. Αν ήταν αυτό το πρόβλημα που έβαζε η τότε συγκεκριμένη κατάσταση των παράνομων κομματικών οργανώσεων, η απόφαση έπρεπε να προβλέπει τη θεραπεία τους από την «αρρώστεια» που τις μάστιζε και όχι την εξαφάνισή τους εν ονόματι της «αρρώστειας».

Έχω τη γνώμη ότι αν την απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958 και γενικά τον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε το κομματικό πρόβλημα το δούμε απομονωμένα, σαν ένα στενά οργανωτικό πρόβλημα, σαν ένα πρόβλημα της άλφα ή βήτα κατάστασης που επικρατούσε τότε στις παράνομες κομματικές οργανώσεις, θα οδηγηθούμε σε αδιέξοδο και θα δικαιολογείται απόλυτα η απορία που εκφράζεται από πολλούς συντρόφους μας: «Μα πώς έγινε ένα τόσο χονδρό λάθος, αυτό ήταν φανερό». Η αντιμετώπιση του κομματικού προβλήματος νομίζω ότι συνδέεται άμεσα με την όλη κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα, με τις δυσκολίες της παρανομίας και τη λειτουργία του Ν. 375, με την πίεση της αστικής προπαγάνδας και ορισμένων ασταθών στοιχείων που μπήκαν στο κόμμα και τα οποία διεκήρυτταν ότι η αιτία των τρομοκρατικών και ανελεύθερων μέτρων σε βάρος του προοδευτικού κινήματος και του λαού είναι η ύπαρξη παράνομων κομματικών οργανώσεων που προσπαθούσαν να βολευτούν μέσα σε νόμιμα πλαίσια. Συνδέεται με την κατάσταση που επικρατούσε μέσα στο κόμμα κατά την περίοδο της προσαρμογής μετά το 20ό Συνέδριο και την 6η Ολομέλεια. Συνδέεται με τον τρόπο θεώρησης και αφομοίωσης ορισμένων θέσεων του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος, όπως με το «ειρηνικό πέρασμα» και γενικά τους διάφορους δρόμους προς το σοσιαλισμό, με το πρόβλημα της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων κ.λπ. Τέλος, συνδέεται με τις οπορτουνιστικές και αναθεωρητικές αντιλήψεις σε βασικά προβλήματα της επανάστασης που οι φορείς τους αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι στην ηγεσία του κόμματος, καθώς και του κινήματος στο εσωτερικό.

Όλα αυτά εκφράζονταν σε μια αντίληψη, για εξελιχτική, νόμιμη πορεία προς την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή και παραπέρα προς το σοσιαλισμό. Η αντίληψη αυτή, στολισμένη με φράσεις για καινούργιο, «δημιουργικό» και σύγχρονο πνεύμα κ.λπ., που ήταν διάχυτη στο κόμμα και μάλιστα προπαγανδίζονταν ανοιχτά από ηγετικά στελέχη του κόμματος για σταδιακή άνοδο στην εξουσία της ΕΔΑ, κατάφερνε, σε μερικές περιπτώσεις, να επιδρά καθοριστικά στον τρόπο αντιμετώπισης ορισμένων βασικών προβλημάτων της επανάστασης. Η αντίληψη αυτή έβρισκε πρακτική έκφραση, έστω και με αμφιβολίες και ερωτηματικά, στη θέση ότι μπορούμε στη σημερινή περίοδο να πάμε στην Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή δίχως κομματικές οργανώσεις, ότι η ΕΔΑ μπορεί να παίξει το ρόλο του κόμματος κ.λπ. Το ερώτημα που υποβλήθηκε το 1964 σχετικά με την αντιμετώπιση του κομματικού προβλήματος (τουλάχιστον όπως ειπώθηκε σε μας σε επισκεπτήρια κάτω από τις γνωστές δυσκολίες), μαρτυράει ότι υπήρχαν παρόμοια ερωτηματικά, αμφιβολίες και προβληματισμοί. Η αμφισβήτηση της αναγκαιότητας ύπαρξης των κομματικών οργανώσεων εξηγεί και ως ένα βαθμό τον τρόπο αντιμετώπισης της καθυστέρησης στην εφαρμογή των διαφόρων μέτρων που πάρθηκαν στην περίοδο 1961-1965.

Η αντίληψη αυτή βρίσκεται σε αρμονία και με το γεγονός ότι δεν προβάλλονταν και δεν τονίζονταν οι δυσκολίες για τη δυνατότητα ειρηνικού περάσματος και δεν υπογραμμίζονταν όσο έπρεπε η περίπτωση του μη ειρηνικού δρόμου. Έχω τη γνώμη ότι η λύση που δόθηκε στην 8η Ολομέλεια του 1958 είναι συνυφασμένη με την αντίληψη αυτή, με τις συγχίσεις γύρω από το δρόμο περάσματος και τις λεγκαλιστικές αυταπάτες. Είναι συνυφασμένη με τις δυσκολίες της παρανομίας και της πίεσης της εχθρικής προπαγάνδας. Η αντίληψη αυτή, καθώς και άλλες που τελικά διαμορφώθηκαν στη γνωστή οπορτουνιστική-αναθεωρητική πλατφόρμα της διασπαστικής ομάδας, άρχισε να πολεμιέται καθυστερημένα και όχι με την αναγκαία αποφασιστικότητα.

Ορόσημο σθεναρής αντιμετώπισης αποτελεί η 12η Ολομέλεια και τα μετέπειτα σώματα, όχι μόνο στο ξεσκέπασμα της ουσίας των αντιλήψεων αυτών, αλλά και στο σωστό και ολόπλευρο φώτισμα των βασικών προβλημάτων του επαναστατικού κινήματος στη χώρα μας.

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το κομματικό πρόβλημα είχε άμεση επίδραση στο χαρακτήρα και την εξέλιξη της ΕΛΑ. Η ΕΛΑ, στην πραγματικότητα, δεν ήταν ούτε συνασπισμός κομμάτων, ούτε φυσικά και κομμουνιστικό κόμμα. Ήταν κάτι το «αφύσικο», πράγμα που της στερούσε τη δυνατότητα για μια σταθερή πολιτική και ταχτική. Χαρακτηριστικό της στοιχείο ήταν η «μεταμόρφωσή της» και η ταλάντευση στη γραμμή. Όταν ήθελε να αποεπαναστατικοποιήσει τη γραμμή και την ταχτική του κόμματος -κι αυτό ήταν ο κανόνας- απαντούσε ότι δεν είναι ΚΚ αλλά ΕΑΑ. Όταν έβαζες ανάγκη ύπαρξης κομματικών οργανώσεων, κομματικής διαπαιδαγώγησης κ.λπ. απαντούσε, δεν χρειάζεται, είναι η ΕΔΑ. Δεν είναι άσχετο μ ’ αυτό και το γεγονός ότι η πολιτική βάση της ΕΑΑ, παρά την αριθμητική της αύξηση, στένευε αντί να διευρυνθεί.

Κάλυψη του κενού. — Οι Θέσεις αναφέρονται στις συνέπειες που είχε για το κόμμα η έλλειψη ύπαρξης και λειτουργίας των κομματικών οργανώσεων στην Ελλάδα. Αν αξίζει να τις υπογραμμίζει κανένας, είναι για να εκτιμήσουμε σωστά ορισμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το κόμμα. Ένα απ’ αυτά είναι το πρόβλημα κάλυψης του κενού.

Στο κόμμα, όσον αφορά το εσωτερικό, δημιουργήθηκε ένα κενό, μια διακοπή φυσιολογικής ανάπτυξής του, πάνω από μια δεκαετία. Η ανανέωση των γραμμών του, νόμος ύπαρξής του, σταμάτησε. Η κομματική διαπαιδαγώγηση διακόπηκε. Η κάλυψη του κενού αυτού είναι ζωτικής σημασίας. Γι’ αυτό το πρόβλημα της ΚΝΕ και της στρατολογίας νέων μελών πρέπει σήμερα να συγκεντρώσει την προσοχή του κόμματος περισσότερο από κάθε άλλη φορά και να πιάνει σημαντική θέση στον προσανατολισμό των κομματικών οργανώσεων.

Αναδιαπαιδαγώγηση. — Σήμερα, νομίζω, δεν υπάρχει απλώς το μόνιμο πρόβλημα της κομματικής διαπαιδαγώγησης, αλλά και πρόβλημα κομματικής αναδιαπαιδαγώγησης. Στα χρόνια αυτά, που τα μέλη του κόμματος δεν ζούσαν την κομματική ζωή, αλλά αποκλειστικά και μόνο την εδαΐτικη, με τις συγχύσεις στο χαρακτήρα της ΕΑΑ και τις «μεταμορφώσεις» της, παρατηρήθηκε τούτο το φαινόμενο: Αντί να ανεβαίνει το επίπεδο συνείδησης του εδαΐτη, του αριστερού προς το επίπεδο συνείδησης του κομμουνιστή, κατέβαινε το επίπεδο συνείδησης του κομμουνιστή στο επίπεδο του απλού αριστερού. Δηλαδή, μια αντίθετη, ροπή, από το ανώτερο στο κατώτερο. Παραστατικά, ένας σύντροφος έτσι χαρακτήρισε το φαινόμενο αυτό: «Έμπαινες από τη μια πόρτα της ΕΑΑ κομμουνιστής, επαναστάτης και έβγαινες από την άλλη απλός αριστερός, εδαΐτης». Το ότι οι φιλελευθερίστικες οπορτουνιστικές και αναθεωρητικές αντιλήψεις είχαν μια τόσο πλατιά έκταση στο απαράτ της ΕΑΑ, δεν είναι άσχετο με την έλλειψη της κομματικής ζωής. Η έλλειψη πρωτοβουλίας κατά τη μέρα του πραξικοπήματος δεν είναι επίσης άσχετη με την πολύχρονη απουσία των οργανώσεων στο εσωτερικό.

Πολιτική αρχών. Σε αρκετούς κομμουνιστές σήμερα είναι ευδιάκριτη μια κάπως μειωμένη αδιαλλαξία και φανατισμός για τα ιδανικά τον σοσιαλισμού, απουσιάζει ο επαναστατικός ρομαντισμός, παρατηρείται μια έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ηγεσία (την οποιαδήποτε ηγεσία) και τα στελέχη τον κόμματος. Ορισμένοι σύντροφοι, τα φαινόμενα αυτά τα αποδίδουν σε κούραση από τις πολύχρονες ταλαιπωρίες, στα πολιτικά λάθη του κόμματος και στις αδυναμίες και ελλείψεις που παρουσιάστηκαν στο σοσιαλιστικό σύστημα. Αυτά, χωρίς αμφιβολία, είχαν και έχουν την επίδρασή τους, αλλά, κατά τη γνώμη μου, αυτά και μόνο ούτε τα εξηγούν και πολύ περισσότερο δεν τα δικαιολογούν. Τα πολιτικά λάθη που σημειώθηκαν και οι ελλείψεις που παρουσιάστηκαν δεν μπορούν να επισκιάσουν τις επιτυχίες του κόμματος και είναι ασήμαντα μπροστά στην άνοδο τον επαναστατικού κινήματος και στα καταπληκτικά επιτεύγματα τον σοσιαλιστικού συστήματος. Οπωσδήποτε, επίσης, ρόλο έπαιξε και η έλλειψη λειτουργίας των κομματικών οργανώσεων. Η μη συμμετοχή των μελών τον κόμματος όλα αυτά τα χρόνια στη διαμόρφωση της πολιτικής τον μέσω των κομματικών οργανώσεών του, η μη συμμετοχή στον έλεγχο και στην κριτική, δημιούργησαν μια απόσταση, που σιγά-σιγά εξελίσσονταν σε αντίθεση ανάμεσα στην ηγεσία και στα μέλη του κόμματος. Ακόμα, η έλλειψη λειτουργίας κομματικών οργανώσεων στερούσε τη δυνατότητα να γίνει συγκεκριμένη ιδεολογική και διαπαιδαγωγική δουλειά ενάντια στις διάφορες λαθεμένες αντιλήψεις και διαστρεβλώσεις. Έχω τη γνώμη ότι τα φαινόμενα αυτά έχουν κυρίως σχέση με τις αδυναμίες που παρουσιάστηκαν στην εφαρμογή της πολιτικής αρχών, αδυναμίες που, εφόσον δεν επισημαίνονταν και δεν καταδικάζονταν, εμπόδιζαν και την συγκεκριμένη πειστική ιδεολογική δουλειά, στο βαθμό που θα μπορούσε αυτή να γίνει.

Θα αναφερθώ σε ορισμένα ζητήματα σχετικά με το πρόβλημα αυτό:

1) Η κριτική των λαθών. Όσο σωστή και αναγκαία είναι η αποκάλυψη των λαθών, των αδυναμιών μας κ.λπ. και των αιτιών που τα προκάλεσαν, εξίσου αναγκαίο είναι να καθορίζεται το μέγεθος, ο συγκεκριμένος ρόλος και οι συνέπειές τους. Η μείωση της σημασίας τους ή ο υπερβολικός τονισμός τους παραμορφώνουν την αξία του ίδιου του νόμου της κριτικής και αυτοκριτικής. Έχω τη γνώμη ότι η κριτική που ασκήθηκε από την 6η Ολομέλεια του 1956 έχει έντονο το χαρακτηριστικό της υπερβολής. Αυτό είχε σαν συνέπεια να καλλιεργηθεί μια τάση για να εξηγηθούν τα πάντα αποκλειστικά με τα λάθη και τις αδυναμίες τις δικές μας. (Αυτή η τάση πήρε τέτοια έκταση τον πρώτο καιρό, που ακόμα και η προσωπική στάση στην Ασφάλεια και οι διάφορες υποχωρήσεις πήγαιναν να εξηγηθούν σαν αποτέλεσμα των λαθών στην πολιτική μας). Αεν είναι τυχαίο και άσχετο το σύνθημα για «κόμμα λαθών» που αποτέλεσε και αποτελεί σημαία των διαφόρων αναθεωρητικών και λικβινταριστικών στοιχείων. Είναι φανερό ότι η τάση αυτή εμποδίζει στο να βλέπει κανένας το ρόλο και τη δράση των εχθρικών και άλλων δυνάμεων που παίρνουν μέρος στην πάλη, εξαλείφει τους αντικειμενικούς παράγοντες και γενικά εμποδίζει το σωστό προσανατολισμό και τη μελέτη των διαφόρων προβλημάτων του κινήματος.

2) Οι υπεύθυνοι. Στο θέμα των ευθυνών παρουσιάζεται τούτο το αντιφατικό. Για τα λάθη φταίει η καθοδήγηση, ειδικότερα ο Γραμματέας. Για τις επιτυχίες η καθοδήγηση έχει μόνο ένα μερτικό. Πιο απλά, τα λάθη είναι έργο της καθοδήγησης, τα καλά είναι έργο όλων των μελών. Δεν είναι το θετικό ή το αρνητικό που θα καθορίζει το ποσοστό συμμετοχής σ’ αυτά, αλλά η ειδική θέση του καθένα μέσα στο κόμμα, η αρμοδιότητα και ο ρόλος που τον έχει ανατεθεί. Όπως δεν υπάρχει περίπτωση για τη θετική δουλειά τον κόμματος να είναι αποκλειστικά έργο ορισμένων προσώπων ή του Γραμματέα, έτσι δεν πρέπει να υπάρχει και περίπτωση για τη λαθεμένη πολιτική, η ευθύνη να βαρύνει αποκλειστικά τα πρόσωπα αυτά ή τον Γραμματέα. Η αντίφαση αυτή δεν δημιουργεί απλώς θέμα «ηθικής τάξης», αλλά καλλιεργεί και το αίσθημα της ανευθυνότητας για τα μέλη και στελέχη του κόμματος. Δημιουργεί την αντίληψη ότι από τη μια μεριά έχουμε την καθοδήγηση που κάνει λάθη και από την άλλη όλους τους άλλους που είναι αμέτοχοι σ’ αυτά. Λογική συνέπεια είναι η αντίληψη: «Τα ίδια με το Σιάντο, τα ίδια με το Ζαχαριάδη, τα ίδια και τώρα». Τα λάθη της καθοδήγησης- δεν εννοώ τα λάθη που κάνει ένας σύντροφος μεμονωμένα- τα λάθη στη στρατηγική και ταχτική του κόμματος, πέρα από τις κύριες ευθύνες, που τις φέρουν αναμφισβήτητα όλα τα μέλη της καθοδήγησης, καθορίζουν και την επάρκεια ή όχι της καθοδήγησης του κόμματος, στο σύνολό της, είναι αντανάκλαση και μέτρο της γενικής στάθμης του κόμματος και του κομματικού αχτίφ. Και το πρόβλημα δεν λύνεται με το να αντικατασταθεί στο σύνολό της η μια καθοδήγηση με μια άλλη, αλλά με γενικότερη προσπάθεια για το ανέβασμα του γενικού επιπέδου του κόμματος.

3) Η πάλη για τη διόρθωση των λαθών και η «σκοπιμότητα». — Όταν τα λάθη είναι σοβαρά, όταν αφορούν προβλήματα γραμμής του κόμματος, κατάσταση εσωκομματικού καθεστώτος κ.λπ., είναι φανερό ότι οι συνέπειες είναι αντίστοιχες, σοβαρές, μεγάλες. Η πάλη για τη διόρθωση των λαθών αυτών και για την εξάλειψη των συνεπειών τους είναι δύσκολη και συνήθως παίρνει οξύ χαρακτήρα. Αυτό είναι φυσικό, γιατί πρόκειται για θέματα και καταστάσεις γενικότερης σημασίας, όπου εμφανίζονται αντιδράσεις και εξ αντικειμένου δεν συνδέονται με ένα άτομο, έστω και αν αυτό είναι ο Γραμματέας, αλλά με περισσότερα κ.λπ. Στην πάλη αυτή, φυσικό και επιβεβλημένο είναι τα κύρια πυρά να στρέφονται στην αποκάλυψη της ουσίας των λαθών και των συνεπειών, αλλά και ενάντια στους φορείς τους, όταν αυτοί επιμένουν και αντιδρούν στη διόρθωσή τους. Στην περίπτωση αυτή δεν πρέπει να χωράει κανένας συναισθηματισμός, αλλά πρέπει να είμαστε αμείλικτοι.

Η υπεράσπιση του συμφέροντος του κόμματος είναι πάνω από πρόσωπα, συναισθηματισμούς κ.λπ. Όλα πρέπει να υποτάσσονται στο συμφέρον αυτό. Αυτή νομίζω πρέπει να είναι για μας η λεγόμενη «σκοπιμότητα». Η σκοπιμότητα αυτή, που έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, την υπηρέτηση του συμφέροντος του κόμματος, έχει συνεπώς και συγκεκριμένα πλαίσια μέσα στα οποία κινείται. Πλαίσια τα οποία καθορίζονται από την κομματική ηθική και από τους κανόνες του κόμματος. Δεν μπορεί π.χ. η σκοπιμότητα, όσο ιερό σκοπό κι αν υπηρετεί, να στηρίζεται σε διαστρεβλώσεις των γεγονότων, σε υπερβολές, σε παραβιάσεις των κανόνων του κόμματος. Τότε η τέτοια σκοπιμότητα μετατρέπεται στο αντίθετό της και αντί να εξυπηρετήσει, ζημιώνει. Νομίζω ότι πρέπει η πείρα της δράσης μας στο παρελθόν, και συγκεκριμένα στην πάλη ενάντια στην προσωπολατρεία, η σκοπιμότητα κινήθηκε σε ορισμένες περιπτώσεις πέρα από τα κανονικά πλαίσια. Αυτό εκφράστηκε κυρίως με την απόδοση σε ένα άτομο όλων των λαθών και αδυναμιών που παρατηρήθηκαν και με το να αφαιρείται και να μηδενίζεται η θετική πλευρά της δράσης. Αυτό οδηγούσε στο να χτυπιέται όχι το συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά, κατά έμμεσο τρόπο, το ίδιο το κόμμα. Ολόκληρες περίοδες δράσης του κόμματος να μειώνονται ή να θεωρούνται με ερωτηματικά και αμφιβολίες για την ιστορία του κόμματος, γιατί συνδέονται με την άλφα ή βήτα καθοδήγηση. Δεν είναι τυχαία η τάση που αναπτύχθηκε να θεωρείται λαθεμένο ό,τι ειπώθηκε επί Στάλιν ή να θεωρούνται αδικημένοι όλοι όσοι τιμωρήθηκαν στην περίοδο της καθοδήγησης Ζαχαριάδη, καθώς επίσης η τάση να θεωρείται δικαιωμένο κάθε φιλελευθερίστικο και οπορτουνιστικό στοιχείο, μια που η καθοδήγηση ακολουθούσε σεχταριστική πολιτική και υπήρχε ανώμαλο καθεστώς. Ως ένα βαθμό, μια τέτοια δικαίωση την πέτυχαν μια σειρά οπορτουνιστικά στοιχεία και κατάφεραν μάλιστα να αναρριχηθούν και σε σημαντικά κομματικά πόστα.

Κόμπλεξ κατωτερότητας. Τις αδύνατες πλευρές της δουλειάς μας στην κριτική των λαθών και στη διόρθωσή τους, τις εκμεταλλεύτηκε επίμονα και συστηματικά η εχθρική προπαγάνδα, που με τη βοήθεια των οπορτουνιστικών και αναθεωρητικών στοιχείων καλλιέργησε την αμφιβολία για την ικανότητα του κόμματος και του σοσιαλιστικού συστήματος. Κατάφεραν να δημιουργήσουν σε μεγάλο κομμάτι των κομμουνιστών ένα κόμπλεξ κατωτερότητας. Αντί να υπερηφανεύονται για το κόμμα τους και την ηρωική του δράση και προσφορά, κατάντησαν να κρατάνε μια στάση απολογητική και γενικά υποστολής της σημαίας του κομμουνιστή και των σοσιαλιστικών ιδανικών. Οι λέξεις σύντροφος, κομμουνιστής, σοσιαλισμός κ.λπ. αντικαταστάθηκαν με το φίλος, αριστερός δημοκράτης και Δημοκρατία. Είμαστε ένα κόμμα που στο Πρόγραμμά του ενσαρκώνει τα πιο υψηλά ιδανικά, τα ιδανικά του σοσιαλισμού. Η δράση του δεν είναι τίποτε άλλο από συνεχή πάλη και θυσίες για το καλό του λαού, για την υπηρέτηση των υψηλών αυτών ιδανικών. Τίποτε παρόμοια δεν μπορούν να αντιπαρατάξουν τα άλλα κόμματα και οι ταξικοί μας αντίπαλοι. Το χαρακτηριστικό τους είναι η ιδιοτέλεια, οι αντιλαϊκές πράξεις, η συντήρηση και η αντίδραση. Έχουμε όλο το δικαίωμα να είμαστε υπερήφανοι. Το ζήτημα δεν είναι θέμα συναισθηματισμού, αλλά πρόβλημα που έχει σχέση με την πάλη για την πραγματοποίηση των σκοπών του κόμματος. Έχουμε να παλαίψουμε ένα αρκετά δυνατό αντίπαλο. Η πάλη αυτή είναι πολύ σκληρή και ζητάει πολλές θυσίες. Δεν θα μπορέσουμε να τα βγάλουμε πέρα, όταν δεν είμαστε περήφανοι για το κόμμα μας και τα ιδανικά μας, όταν η σημαία των ιδανικών του σοσιαλισμού δεν κυματίζει ψηλά, όταν δεν έχουμε αδιαλλαξία, φανατισμό και επαναστατικό ρομαντισμό.

Η 12η Ολομέλεια, με τις αποφάσεις της, σήκωσε αποφασιστικά τη σημαία της πάλης ενάντια στον οπορτουνισμό και τον αναθεωρητισμό, που κόντευε, με τη δράση της φραξιονιστικής ομάδας, να κυριαρχήσει και να γίνει η επίσημη πολιτική και οργανωτική γραμμή του κόμματος. Τη σημαία της πάλης για την υπεράσπιση των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού, για την οικοδόμηση των κομματικών οργανώσεων στην Ελλάδα, με βάση τις λενινιστικές αρχές για το κόμμα νέου τύπου. Με τις αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας σημειώνεται μια αποφασιστική στροφή για να προχωρήσει το κόμμα σταθερά στον επαναστατικό του δρόμο. Παρόμοιες στροφές, όπως είναι γνωστό, συνοδεύονται με διάφορους «κλυδωνισμούς», αποτέλεσμα προσπαθειών των διαφόρων δυνάμεων που είτε αντιδρούν στη «στροφή» (και τέτοιες υπάρχουν πολλές και μάλιστα με σοσιαλδημοκρατική πολιτική και οργανωτική πλατφόρμα), είτε αδυνατούν να πάρουν την ευθεία και τραβούν στην αντίθετη κατεύθυνση. Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων αυτών των «κλυδωνισμών» είναι το ξεστράτισμα από τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Το Συνέδριο νομίζω ότι πρέπει να επισημαίνει συγκεκριμένα τους «κλυδωνισμούς» αυτούς, υπαρκτούς και πιθανούς, και να προδιαγράφει τα μέτρα που θα τους εξουδετερώσουν και θα εξασφαλίσουν τη σταθερότητα της επαναστατικής πορείας τον κόμματος. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί ο κίνδυνος για αριστερό «μπαντάρωμα». Να αντιμετωπισθούν από την πρώτη στιγμή τάσεις για δικαίωση των διαφόρων σεχταριστικών αντιλήψεων, καθώς επίσης της αντικομματικής στάσης ορισμένων, εν ονόματι της λαθεμένης ταχτική τον κόμματός.

Ανάδειξη στελεχών. Η αξιοποίηση της πείρας της περιόδου μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ και της 6ης Ολομέλειας τον 1956 θα είναι πολύτιμη συμβολή στην αντιμετώπιση τον προβλήματος αυτού. Έχω τη γνώμη ότι η αποκατάσταση ορισμένων στελεχών που είχε γίνει μετά την 6η Ολομέλεια δεν έγινε με αντικειμενικά κριτήρια. Εκείνο που κυριάρχησε δεν ήταν η εξέταση της συγκεκριμένης δράσης και στάσης τους, αλλά το γεγονός ότι είχαν τιμωρηθεί ή καθαιρεθεί στην περίοδο που στην καθοδήγηση ήταν ο Ζαχαριάδης, στην περίοδο που υπήρχε ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς ή ότι γενικά ήταν υπέρ της 6ης Ολομέλειας. Και ας την «κόβανε» στα μέτρα τα δικά τους. Παρόμοια αντιμετώπιση έγινε και του προβλήματος του Αη Στράτη. Ήταν μια λύση συμβιβαστική και κατά μεγάλο μέρος δικαίωση της οπορτουνιστικής και αναθεωρητικής δράσης διαφόρων στελεχών. Αύτη που διευκόλυνε την ανάδειξη σε υπεύθυνα πόστα του κινήματος των στελεχών αυτών. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, τα στελέχη αυτά τάχθηκαν σήμερα ενάντια στο κόμμα και το πολεμούν από θέσεις οπορτουνιστικές και αναθεωρητικές.

Οι Θέσεις της 14ης Ολομέλειας τοποθετούν σωστά το πρόβλημα της ανάδειξης στα ανώτερα καθοδηγητικά όργανα. Η τοποθέτηση αυτή πρέπει ν’ αποτελεί την αποκλειστική βάση αντιμετώπισής του. Αντικειμενικές δυσκολίες, χωρίς αμφιβολία, υπάρχουν και θα υπάρξουν, αλλά αυτές δεν πρέπει ν’ ανατρέπουν την παραπάνω βάση. Από την εκλογή στα καθοδηγητικά όργανα πρέπει να αποκλειστούν και εκείνα τα μέλη της ΚΕ και στελέχη που, ενώ δεν τάχτηκαν ανοιχτά ενάντια στο κόμμα, κράτησαν και κρατούν μια στάση «ενδιάμεση». Καμιά διαφωνία, είτε για τον τρόπο αντιμετώπισης της φραξιονιστικής ομάδας είτε για διάφορα άλλα προβλήματα χειρισμού, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την τέτοια στάση τους. Εδώ δεν κρίνονταν το άλφα ή βήτα πρόβλημα, αλλά θεμελιακές αρχές του κόμματός, η ίδια η επαναστατική υπόστασή του. Στις κρίσιμες αυτές στιγμές απουσίασαν και απουσιάζουν, άλλοι γιατί στην ουσία είναι ενάντια στο κόμμα νέου τύπου, άλλοι από καιροσκοπισμό κι άλλοι γιατί τα δίπλωσαν, τουλάχιστον προσωρινά. Καμιά προηγούμενη ιστορία, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή, και οποιεσδήποτε «ικανότητες» και αν διαθέτει κανείς δεν πρέπει να ανατρέψουν τη Θέση 40. Η έννοια «ικανότητες» δεν μπορεί να απομονώνεται από την προσήλωση στη θεωρία και τις αρχές του μαρξισμού και στη γραμμή του κόμματος, είτε από το πώς και σε όφελος τίνος χρησιμοποιεί τις «ικανότητες» αυτές.

Η συγκέντρωση της προσοχής στο κομματικό πρόβλημα και η υπογράμμιση των συνεπειών του τρόπου της αντιμετώπισής του δεν πρέπει να μας οδηγήσει στην αντίληψη ότι, αν δεν γίνονταν αυτό το λάθος, αν οι κομμουνιστές στην Ελλάδα ήταν οργανωμένοι σε κομματικές οργανώσεις, όλα τα προβλήματα του κινήματος θα αντιμετωπίζονταν σωστά ή ότι θα είχαμε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Μια τυχόν τέτοια αντίληψη θα μας οδηγούσε αναπόφευκτα σε άλλα σοβαρά λάθη, κι αυτή τη φορά με την ύπαρξη κομματικών οργανώσεων. Δίπλα στην ύπαρξη και την καλή λειτουργία των κομματικών οργανώσεων, χρειάζεται σωστός προσανατολισμός σ’ αυτές και μελέτη των προβλημάτων τον κινήματος και της επανάστασης.

Οι Θέσεις της 14ης Ολομέλειας σωστά τοποθετούν τα προβλήματα όπως: χαρακτήρας της δικτατορίας, η πολιτική της, η ταχτική τον κόμματος στην πάλη για την ανατροπή της, οι άμεσες στρατηγικές επιδιώξεις της πάλης αυτής, μορφές πάλης κ.λπ. Έχω τη γνώμη ότι ορισμένα απ’ αυτά και γενικότερα τα βασικά προβλήματα τον επαναστατικού κινήματος πρέπει να φωτισθούν πιο πολύ με βάση τη σημερινή αντικειμενική κατάσταση, καθώς επίσης και με βάση τη θετική και αρνητική πείρα τον παρελθόντος. Οι διαστρεβλώσεις που γίνονταν σ’ ορισμένα απ’ αυτά ή οι συγχύσεις που υπήρχαν στο παρελθόν, νομίζω ότι θα βοηθήσουν πολύ αν επισημανθούν συγκεκριμένα.

Νομίζω, επίσης, ότι πρέπει να διευκρινιστεί πιο πέρα το θέμα της «ανανεωμένης και διευρυμένης δημοκρατίας» και γενικότερα το πρόβλημα της πάλης μας για τη δημοκρατία. Το θέμα της ανανεωμένης και διευρυμένης δημοκρατίας, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να θεωρείται σαν κανένα ιδιαίτερο, ξεχωριστό στάδιο της επανάστασης, αλλά σαν ένας άμεσος και ενιαίος στόχος με την ανατροπή της χούντας. Οι δυνάμεις που θα παλεύουν για την ανατροπή της χούντας πρέπει να παλεύουν και για την εγκαθίδρυση μιας ανανεωμένης και διευρυμένης δημοκρατίας. Χρειάζεται, επίσης, στην πορεία της πάλης, να βαθαίνουμε το περιεχόμενό της και ιδιαίτερα τα προβλήματα, όπως η «αποκατάσταση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας». Η πάλη για την ανατροπή της δικτατορίας πρέπει να συνοδεύεται με συγκεκριμένη πάλη και με συγκεκριμένους στόχους ενάντια σε κείνους και πριν απ’ όλα ενάντια στους Αμερικανούς, που κατέλυσαν την εθνική κυριαρχία και επέβαλαν και στηρίζουν τη δικτατορία. Το σύνθημα «έξω οι Αμερικάνοι» πρέπει να συνοδεύει το σύνθημα «κάτω η δικτατορία». Η πάλη ενάντια στους Αμερικανούς και για την εθνική κυριαρχία παίρνει γενικότερη σημασία σήμερα που μετέτρεψαν τη χώρα μας στο κύριό τους στήριγμα για τις στρατηγικές τους επιδιώξεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Γενικότερα, το πρόβλημα της πάλης μας για τη δημοκρατία και την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή πρέπει να υπογραμμιστεί και από την πλευρά της σύνδεσης με την πάλη για το σοσιαλισμό. Κατά το παρελθόν, στην πάλη μας για τη δημοκρατία στην Ελλάδα, δεν προβάλλαμε ή αποσιωπούσαμε το γεγονός ότι θέλουμε και ριζικές μεταβολές, δεν συνοδεύσαμε την πάλη μας αυτή με την προβολή της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Στην πράξη απομονώνονταν η δημοκρατία από το σοσιαλισμό. Η πάλη έπαιρνε χαρακτήρα ελιγμού ή υποχώρησης από το σοσιαλισμό και αποκλειστικά πάλης για τη δημοκρατία.

Το πρόβλημα του αντιδικτατορικού Μετώπου. Οι Θέσεις σωστά τοποθετούν το θέμα του αντιδικτατορικού μετώπου, ιδιαίτερα των δυνάμεων που μπορούν να πάρουν μέρος σ’ αυτό και του τρόπου πραγματοποίησής του. Χωρίς αμφιβολία το πρόβλημα αυτό και γενικότερα το πρόβλημα των συμμαχιών θα χρειαστεί παραπέρα επεξεργασία, από άποψη μορφών και σχημάτων, πραγματοποίησης προγραμμάτων υιοθέτησης των ιδιαίτερων ζητημάτων που ενδιαφέρουν τον κάθε σύμμαχο κ.λπ. Αναγκαία είναι και η εξέταση της αντιμετώπισης του προβλήματος στο παρελθόν.

Έχω τη γνώμη ότι στο πρόβλημα της συγκέντρωσης των δυνάμεων για την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή υπήρχαν σημεία που προκαλούσαν συγχύσεις και ακόμα χρησιμοποιούνταν σαν δικαιολογία για παρεκκλίσεις και διαστρεβλώσεις. Προβάλλονταν υπερβολικά η λεγάμενη εθνική αστική τάξη και υπερτιμιόταν η αντιιμπεριαλιστική της διάθεση και ο δημοκρατικός και «προοδευτικός» της ρόλος. Λεν θεωρούνταν σαν ένα τμήμα της αστικής τάξης, που, κάτω από ορισμένες συνθήκες, θα μπορούσε να παίξει ένα θετικό ρόλο στο κίνημα για την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή, αλλά προβάλλονταν σαν μια δύναμη που οπωσδήποτε ενδιαφέρεται για την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή και μάλιστα σαν απαραίτητη για την πραγματοποίησή της. Το κομμάτι αυτό της αστικής τάξης —που σε άλλες χώρες έπαιξε και παίζει σοβαρό ρόλο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα— τοποθετούνταν μηχανικά στις κινητήριες δυνάμεις, χωρίς να παίρνεται υπόψη ο προσωρινός χαρακτήρας της σύγκρουσης των συμφερόντων του με τον ιμπεριαλισμό, ο χαρακτήρας και η ιστορία της ελληνικής αστικής τάξης, οι παραδόσεις και οι δεσμοί της με τους ξένους, η συμμετοχή της στον αντικομουνιστικό αγώνα κ.λπ. Όσον αφορά τη χώρα μας, η πείρα λέει ότι το κομμάτι αυτό, καθώς και άλλα τμήματα της αστικής τάξης, γενικά δεν θέλουν τη συνεργασία με την εργατική τάξη και το κόμμα της. Η πείρα επίσης λέει ότι τα τμήματα αυτά συνεργάστηκαν μαζί μας όταν είδαν ότι η εργατική τάξη είχε συγκεντρώσει πολλές δυνάμεις γύρω της (περίπτωση κατοχής, εκλογές 1956). Κι αυτό το έκαμαν προσωρινά και με σκοπό να υπερασπίσουν όσο ήταν δυνατό τα ταξικά και κομματικά τους συμφέροντα. Γι’ αυτό είναι πολύ ορθός ο προσανατολισμός που δίνουν τώρα οι Θέσεις σχετικά με την αστική τάξη, δηλαδή ότι: «Μπορούν να παίξουν θετικό ρόλο σ ’ αυτή την πάλη ορισμένα τμήματα της αστικής τάξης και ότι το βάρος της δουλειάς πρέπει να πέσει στην πραγματοποίηση της ενότητας δράσης από τα κάτω».

Αξιοποίηση της πείρας πρέπει να γίνει και στο ζήτημα της πρακτικής εφαρμογής των συνεργασιών, καθώς επίσης και στην αντιμετώπιση της θεωρίας της «πόλωσης». Αεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι συνεργασίες μας με διάφορους άλλους παράγοντες ή προσωπικότητες δεν στηρίζονταν σε αρχές και κυρίως δεν επρόκειτο συνήθως για πραγματικούς παράγοντες ή προσωπικότητες, αλλά για καιροσκόπους, πρώην οπαδούς του κόμματος, που εμφανίζονταν σαν κεντρώοι ή ανεξάρτητοι. Πέρα από το ότι οι συνεργασίες αυτές δεν εξέφραζαν καμιά επιπρόσθετη δύναμη, προκαλούσαν σύγχυση και αντιδράσεις. (Δεν είναι τυχαίο το αστείο που κυκλοφορούσε: «Θα διαφωνήσω ή θα κάνω δήλωση, για να πάω μετά σαν συνεργαζόμενη προσωπικότητα»). Είναι γνωστή η θεωρία της πόλωσης που πρόβαλε κυρίως η Ένωσης Κέντρου για να δικαιολογήσει την ταχτική της και να καρπούται κομματικά οφέλη. Τη θεωρία αυτή δεν την καταπολεμήσαμε, αλλά πολλές φορές η «Αυγή» την ενίσχυε. Στην αρθρογραφία χτύπαγε κι αυτή γενικά την πόλωση, χωρίς να κάνει διάκριση. Γιατί, υπήρχε η πόλωση που επεδίωκε η αντίδραση, προσπαθώντας να συγκεντρώσει γύρω της όλες τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας ενάντια στην Αριστερά. Αλλά υπάρχει και η πόλωση που θα προέρχονταν από τη συγκέντρωση όλων των προοδευτικών δημοκρατικών δυνάμεων και που θα ήταν ενάντια στην αντιδραστική δεξιά. Στην ουσία, η τέτοια αρθρογραφία για την πόλωση ήταν ενάντια στην ανάπτυξη και ένταση της δημοκρατικής πάλης, ήταν θέση συνεργασίας των αντιτιθεμένων δυνάμεων.

Για τους δρόμους περάσματος. Ανεξάρτητα από τη διαπίστωση που σημειώνουν οι Θέσεις για το ότι έπρεπε να είχαν προβληθεί και τονιστεί περισσότερο οι δυσκολίες για τη δυνατότητα ειρηνικού περάσματος κ.λπ., ο βασικός προσανατολισμός του 8ου Συνεδρίου ήταν η δυνατότητα για ειρηνικό πέρασμα προς την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή. Έχω τη γνώμη ότι ο προσανατολισμός εκείνος δεν ήταν ορθός, γιατί οι συγκεκριμένες συνθήκες στη χώρα μας ήταν δυσμενείς για μια τέτοια προοπτική και δυνατότητα. Είχαμε ένα κράτος που ανοικοδομήθηκε μετά το 1952 σε αντικομουνιστική βάση. Όλος ο κρατικός μηχανισμός ήταν στα χέρια της πλουτοκρατίας και του παλατιού. Οι ξένες μυστικές υπηρεσίες και ιδιαίτερα οι αμερικάνικες είχαν διεισδύσει σ’ αυτόν και έλεγχαν βασικά κλειδιά. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας με τις αλλεπάλληλες εκκαθαρίσεις, την ειδική επιλογή στη στελέχωση, τη διαπαιδαγώγηση και προσανατολισμό, κάτω από την άμεση καθοδήγηση της αμερικάνικης στρατιωτικής αποστολής, προετοιμάζονταν σαν όργανο του αμερικάνικου Πενταγώνου και της αμερικάνικης Κ ΥΠ. Ακόμα έχουμε μια αστική τάξη πεπειραμένη, που δύο φορές δεν δίστασε να αναμετρηθεί ένοπλα μαζί μας. (Εδώ δεν θα επρόκειτο για αλλαγή της κυβέρνησης ενός τμήματος της αστικής τάξης με μια κυβέρνηση ενός άλλου τμήματος, επίσης της αστικής τάξης, όπως συνέβηκε το 1963 με την πτώση της κυβέρνησης Καραμανλή, αλλά για μια ριζική μεταβολή, για επαναστατική αλλαγή, που η αστική τάξη θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αντιδράσει. Και διέθετε τέτοιες δυνατότητες να αντιδράσει με τη βία). Δεν αναφέρουμε τις αδύνατες πλευρές του κινήματος, όπως το γεγονός ότι οι δημοκρατικές δυνάμεις ήταν διασπασμένες, την έλλειψη κομματικών οργανώσεων κ.λπ., οι οποίες δεν στήριζαν μια τέτοια προοπτική, αλλά θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι στην πορεία θα ξεπερνιούνταν. Αυτή ήταν η κατάσταση από την άποψη του εσωτερικού μετώπου. Σ’ αυτό πρέπει να προστεθεί το ειδικό ενδιαφέρον του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ για τη στρατηγική σημασία του τόπου μας.

Όλα τα παραπάνω δεν θεμελίωναν συμπέρασμα για ειρηνικό πέρασμα προς την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή. Ο τέτοιος προσανατολισμός του 8ου Συνεδρίου θα είχε περιορισμένη σημασία και βαρύτητα, αν δεν διαστρεβλώνονταν και χρησιμοποιούνταν από τους οπορτουνιστές για να δικαιολογούν την οπορτουνιστική τους ταχτική. Το ειρηνικό πέρασμα το εμφάνιζαν όχι σαν ένα επαναστατικό δρόμο, αλλά σαν μια ήρεμη νόμιμη εξέλιξη προς την Εθνική Δημοκρατική Αλλαγή, μια σταδιακή νόμιμη πορεία προς την εξουσία μέσω των εκλογών.

Είμαι απόλυτα σύμφωνος με τη Θέση 39 της 14ης Ολομέλειας σχετικά με τις μορφές πάλης και δρόμους που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε για την ανατροπή της δικτατορίας και την πραγματοποίηση της ανανεωμένης και διευρυμένης δημοκρατίας. Νομίζω ότι χρειάζεται ειδική μελέτη και προετοιμασία. Πρέπει να μελετηθεί τι συγκεκριμένο χαρακτήρα μπορεί και πρέπει να πάρει. Θα είναι ένοπλη εξέγερση; Θα είναι αντάρτικο ή συνδυασμός και των δυο; Να μελετηθούν ανάλογα η οργάνωση και τα μέσα που χρειάζονται και των δυο; Να μελετηθούν ανάλογα η οργάνωση και τα μέσα που χρειάζονται και ιδιαίτερα η αξιοποίηση των νέων μέσων και μεθόδων, η μελέτη και η αξιοποίηση της σύγχρονης διεθνούς πείρας. Ο ειδικός προσανατολισμός, το περιεχόμενο και η ενίσχυση στις οργανώσεις εκείνες που θα δρουν σε περιοχές ή κέντρα όπου θα αρχίσει ή θα εκδηλωθεί ο ένοπλος αγώνας κ.λπ.

Αυτές είναι οι σκέψεις μου σχετικά με ορισμένα προβλήματα του κινήματος.

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>