Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Του Διονύση Ελευθεράτου.

Λοιπόν, έχουμε και λέμε, κατά σειρά: Κυριάκος Μητσοτάκης καταργεί την ΟΝΝΕΔ (α, συγγνώμη, την «επανιδρύει», κατ’ αναλογία των μνημονίων που  «συγχώνευαν» σχολεία και νοσοκομεία, βάζοντάς τους λουκέτα). Κυριάκος καταργεί τη ΔΑΠ – ΝΔΦΚ. Κυριάκος κάνει «σμπαράλια» τη ΔΑΚΕ. Και – τελευταίο επεισόδιο- Κυριάκος διαγράφει από την κοινοβουλευτική ομάδα την Κατερίνα Παπακώστα, για την κριτική της σε βάρος του Αδ. Γεωργιάδη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποπομπή της Κατερίνας Παπακώστα έγινε κατά παράβαση του «εθιμικού δικαίου» που διέπει τη λειτουργία των μεγάλων, αστικών κομμάτων: Για να διαγραφεί βουλευτής θα πρέπει, είτε να έχει παραβιάσει τη διαβόητη «κομματική πειθαρχία» σε σημαντική ψηφοφορία στη Βουλή είτε να έχει προβάλλει θέσεις κατάφωρα εχθρικές προς την πολιτική του κόμματός της είτε να έχει επιβαρυνθεί με κάποια «ανάρμοστη» πράξη.  

Η τελευταία αυτή κατηγορία έχει – ειρήσθω εν παρόδω- και το… καλαμπούρι της, αν θυμηθούμε την προϊστορία, εν προκειμένω τη νεοδημοκρατική: Το 1978 ο Κωνσταντίνος  Καραμανλής διέγραψε τον Α. Πνευματικό, επειδή  «ούτος ηξίωσεν την μετάθεσιν του Νομάρχου Ευβοίας επί απειλή αποχωρήσεως εκ του κόμματος». Το 1981 ο Ευ. Αβέρωφ «ξαπόστειλε» τον πρώην δήμαρχο Αθήνας Γ. Πλυτά, που επέμενε να διεκδικήσει πάλι το συγκεκριμένο αξίωμα, μολονότι η ΝΔ είχε χρίσει άλλον (τον Τζ. Τζαννετάκη) υποψήφιο.

Υπάρχουν βεβαίως και τα «ανάρμοστα» του… κοινού, μη πολιτικού, δικαίου. Το 1998 ο Κ. Καραμανλής διέγραψε τον Β. Γιοβανούδα, έπειτα από τις καταγγελίες ότι ο βουλευτής είχε ξυλοκοπήσει την ερωμένη του και επεδείκνυε πλαστό πιστοποιητικό διαζυγίου. Διέγραψε για εννέα μήνες και τον Γ. Γιακουμάτο ο οποίος, σε μία τηλεοπτική του εμφάνιση, απείλησε υπουργό (του ΠΑΣΟΚ) ότι θα έστρεφε εναντίον του το… όπλο του!

Για κάτι τέτοια «πέφτουν» διαγραφές, διαχρονικά. Η Κ. Παπακώστα όμως, που δεν διέπραξε κανένα κοινοβουλευτικό «κακούργημα», που δεν καταπάτησε καμία «κομματική πειθαρχία», γιατί εκδιώχθηκε; Προφανώς διότι κρίθηκε ως «ανάρμοστη συμπεριφορά» το γεγονός ότι είπε στη Βουλή, «φωτογραφίζοντας» τον Αδ. Γεωργιάδη, πως «κοκορομαχίες και προσωπικές αναφορές, δεν περιποιούν τιμή»…

Ο Κυριάκος παιανίζει, πως είναι «Λουδοβίκος»… Να όμως που στη φετινή, εσωτερική νεοδημοκρατική «φθινοπωρινή σονάτα» ακούγονται κι άλλα όργανα, από άλλες πλευρές. Ενίοτε, μάλιστα ηχούν πολύ δυνατά. Έφριξε, τον Σεπτέμβριο, η ΔΑΚΕ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης με όσα είπε – και όσα δεν είπε- για την Παιδεία ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην 82η ΔΕΘ.  Τόσο εξωφρενικό, δογματικό, μονεταριστικό, νεοφιλελεύθερο ελιτισμό δεν τον άντεξε η προσκείμενη στη ΝΔ παράταξη των δασκάλων, που διακήρυξε: «Αυτό δεν είναι το δικό μας όνειρο για το σχολείο».

Άρχισαν όμως  – και συνεχίζουν- να μιλούν και οι «καραμανλικοί» του κόμματος. Θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένο ή πρόωρο να αποδοθεί στις παρεμβάσεις τους ο χαρακτήρας μιας συγκροτημένης αντεπίθεσης διαρκείας. Δείχνει όμως ήδη βέβαιο ότι έλαβαν την απόφαση να θέσουν τέρμα στην αφωνία τους. Ανοιχτός εσωκομματικός πόλεμος μπορεί να μην διεξάγεται, αλλά ένα ευδιάκριτο «αντάρτικο» καραμανλικών όλο και συχνότερα «χτυπάει».  

Τα «χτυπήματα» δεν περιορίζονται σε βιτριολικά υπονοούμενα για τον Αδ. Γεωργιάδη («κοντεύουμε να γίνουμε ΛΑΟΣ») ή άλλες επιλογές, στενών συνεργατών και προς ανάδειξη στελεχών, του Κυριάκου Μητσοτάκη. Επεκτείνονται σε ζητήματα τακτικής («κοντεύουμε να γίνουμε γραφικοί ζητώντας συνεχώς εκλογές», κλπ), αλλά και φυσιογνωμίας της ΝΔ.

Δύο φορές σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα παρενέβη ο Νίκος Καραχάλιος, που  είχε διατελέσει γραμματέας Πολιτικού Σχεδιασμού της ΝΔ επί προεδρίας Κώστα Καραμανλή, που συνεργάστηκε στενά με τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη στις εσωκομματικές εκλογές και σήμερα είναιεπικεφαλής του «Think Tank» FORUM 2020. Την πρώτη φορά, με μια δημόσια επιστολή προς τον Κυρ. Μητσοτάκη, ο οποίος, όπως γράφηκε, «έγινε μπαρούτι» πριν ακόμη προλάβει να διαβάσει το – εν μέρει σκωπτικό- περιεχόμενο. Κι αυτό διότι ο παλιός συμμαθητής του Καραχάλιος τον αποκαλούσε «αγαπητό Κυριάκο» κι όχι «πρόεδρο»…

Η δεύτερη παρέμβαση Καραχάλιου έγινε με συνέντευξη στην εφημερίδα Νέα Σελίδα (29/10/17).  Οι τοποθετήσεις του σε κάποια σημεία παρέπεμπαν στην ορολογία – πολιτική «γεωγραφία» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, τη δεκαετία του ’70 («η ΝΔ να διευρύνει τα όριά της, που εκτείνονται από τις παρυφές της Αριστεράς ως τη Δεξιά»). Σε άλλα, αναμείγνυαν την διακριτική αλλά σαφή κριτική για τη λογική των αποκλεισμών, με την υπενθύμιση της ιδιότητας της ΝΔ, ως παραδοσιακού ιδεολογικού «μωσαϊκού». Συγκεκριμένα:     

«Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στελέχη που δεν έχουν κληθεί ακόμη να βοηθήσουν. Μιλάω με όλες τις πλευρές, καραμανλικούς, μητσοτακικούς, σαμαρικούς, με νέους και με πιο έμπειρους. Πιστεύω ότι κανένας, όταν κληθεί, δεν θα αρνηθεί να συμμετάσχει στην παραταξιακή προσπάθεια με εθνικό σκοπό. Η ΝΔ χωρίς έκφραση του ‘κοινωνικού Κέντρου’ και της ‘λαϊκής Δεξιάς’ αυτοπεριορίζεται».

«Γιατί τώρα;»… Το εκ πρώτης όψεως αλλόκοτο, εξηγείται

Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι η ΝΔ άρχισε να γίνεται πάλι «μια ωραία ατμόσφαιρα», κατά την διάσημη κινηματογραφική ατάκα του Ντίνου Ηλιόπουλου. Φαινομενικά, αυτό είναι μάλλον αλλόκοτο, στην παρούσα πολιτική συγκυρία. Η ΝΔ είναι, υποτίθεται τουλάχιστον, «κυβέρνηση εν αναμονή». Η προοπτική επανόδου στην κυβερνητική εξουσία κατά κανόνα λειτουργεί ως «συγκολλητική ύλη», αναστέλλει τις εκδηλώσεις διαφωνιών, διασφαλίζει την «αρραγή ενότητα», έστω και την   τεχνητή. Γιατί λοιπόν η σημερινή ΝΔ μοιάζει με εξαίρεση του κανόνα; Γιατί αρχίζουν να πυκνώνουν και να επιδεινώνονται τα εσωκομματικά «επεισόδια», τώρα;

Όπως ήδη είπαμε, το αλλόκοτο είναι μόνο φαινομενικό. Διότι, παρά τη σημαντικότατη φθορά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛΛ,  ουδείς νουνεχής στη ΝΔ βλέπει πως το κόμμα «καβαλάει» κάποιο δυναμικό «ρεύμα», χάριν του οποίου θα άξιζε να μπουν «τα κεφάλια μέσα», οι… γλώσσες ακόμη πιο μέσα και να βγουν τα σημειωματάρια για τις κατανομές κυβερνητικών «οφιτσίων».  Όχι ακόμη, τουλάχιστον.

Υπάρχει όμως και δεύτερη παράμετρος.  Η προοπτική ανάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας, έστω και στο όχι εγγύτατο μέλλον, λειτουργεί ως ενοποιητικός κρίκος, υπό μία βασική προϋπόθεση: Να ελπίζουν όλοι οι «ενοποιημένοι» ότι θα επωφεληθούν, σε κάποιο βαθμό. Με τα δείγματα γραφής που έχει δώσει ως τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, καταργώντας ΟΝΝΕΔ και ΔΑΠ, «καρατομώντας», συμπεριφερόμενος περισσότερο σαν «κατακτητής» (που στηρίζεται μάλιστα σε λίγους «τοποτηρητές») της ΝΔ παρά ως ο νέος ηγέτης της, είναι κάπως δύσκολο να πείσει ότι έχει κάποιο νόημα το σκοροφαγωμένο κλισέ «κανείς δεν περισσεύει». Διότι, τι να κάνουμε, έτσι «δουλεύουν» τα μεγάλα αστικά κόμματα: Είναι πολλοί εκείνοι που δεν θέλουν να «περισσεύουν» την ώρα της μάχης, αλλά είναι περίπου τόσοι κι αυτοί που δεν διανοούνται πως θα «περισσεύουν» την ώρα της… επιβράβευσης. Της «νομής»…

Από το «μίξερ» των μνημονίων στο «ασβέστωμα» των «διαχωριστικών»;

Με μια πρώτη προσέγγιση, εδώ έχουμε άλλο ένα παράδοξο: Δείχνουν να χαράζονται ξανά στη ΝΔ «διαχωριστικές γραμμές», που έμοιαζαν εξαφανισμένες στα πρώτα χρόνια της εφαρμογής των μνημονίων. Αφ’ ης στιγμής ο Α. Σαμαράς σταμάτησε τα περί μνημονίου - «λάθους» και κατέστησε τη ΝΔ βασικό… οδοστρωτήρα στο «μονόδρομο» της «δημοσιονομικής προσαρμογής», θα έλεγε κανείς ότι τα διαφορετικά «στρατόπεδα» μέσα στο κόμμα, με ιστορικές καταβολές το καθένα, αποφάσισαν να ακολουθήσουν τη μοίρα των μισθών, των συντάξεων, των κοινωνικών δαπανών, των εργασιακών συλλογικών συμβάσεων, του κοινωνικού ιστού: Εν ολίγοις, να διαλυθούν…            

«Κιχ» δεν έβγαλε η «λαϊκή Δεξιά» (την οποία θυμήθηκε τώρα ο Ν. Καραχάλιος) για την πλημμυρίδα των συντριπτικών μέτρων και βαρών, που φόρτωσαν στην ελληνική κοινωνία τα δυο πρώτα μνημόνια. Υπενθύμιση: Το 1996  η «λαϊκή Δεξιά», διά στόματος Μιλτιάδη Έβερτ, κατηγορούσε τον Κ. Σημίτη για μονεταρισμό.

«Κιχ» δεν έβγαλε η «καραμανλική» πτέρυγα για τη δρομολόγηση των ιδιωτικοποιήσεων – εκποιήσεων, ούτε καν για εκείνη του ΟΠΑΠ, ο οποίος ξεπουλήθηκε σε τιμή αντίστοιχη στα κέρδη που απέφερε, όχι σε πέντε,  δέκα ή δέκα πέντε χρόνια, αλλά σε… 14,5 μήνες. Δεύτερη υπενθύμιση: Τον Φεβρουάριο του 1998 ο Κώστας Καραμανλής διέγραψε έξι «μητσοτακικούς» βουλευτές, επειδή με την ψήφο τους τάχθηκαν υπέρ του σχεδίου της κυβέρνησης Σημίτη για ιδιωτικοποίηση πέντε ΔΕΚΟ.

«Κιχ» δεν έβγαλαν όμως και οι «κεντρώοι φιλελεύθεροι», όταν ο Σαμαράς μισο- αντέγραφε την «ατζέντα» της Χρυσής Αυγής για το μεταναστευτικό- προσφυγικό, όταν χαρακτήριζε συλλήβδην «τυράννους» τους «λαθρομετανάστες», όταν… παιάνιζε για την ανάκτηση των πόλεων ή ακόμη και την απαλλαγή των παιδικών σταθμών (!) από τους γόνους των αλλοδαπών. «Κιχ» δεν έβαλαν ούτε όταν ο Ν. Δένδιας υλοποιούσε τον απάνθρωπο «Ξένιο Δία», διακηρύσσοντας μάλιστα πως οι ξένοι «εισβολείς» αντιπροσώπευαν τη μεγαλύτερη απειλή «για την κοινωνία και το κράτος» από την εποχή της ….καθόδου των Δωριέων (που ήταν, βεβαίως,ελληνικό φύλο, αλλά μπρος της κινδυνολογίας τα κάλλη, σιγά μην έψαχνε ακρίβεια του «νόμου» το κεφάλι…).

Με την έλευση των μνημονίων, λοιπόν, μπήκαν στο μίξερ οι διαφορετικές «φυλές» της ΝΔ κι έγιναν «πολτός»… Τώρα πώς και γιατί δείχνουν να «σχηματοποιούνται» πάλι; Η απάντηση στο «γιατί;» είναι απλούστερη από εκείνη που επιζητά το «πώς;». Διότι τώρα τα μνημόνια τα εφαρμόζουν… άλλοι.

Δεν εννοούμε μόνο, ούτε κυρίως, ότι η αντιπολιτευτική θέση του κόμματος παρέχει στους «καραμανλικούς» την άνεση να… ασβεστώνουν πάλι τις διαχωριστικές γραμμές, τουλάχιστον μέχρι να τις απειλήσουν τα νερά από κάποιο «κύμα» κοινωνικής δυσαρέσκειας που θα έχει μετατραπεί σε «ρεύμα» υπέρ της ΝΔ. Εννοούμε πρωτίστως ότι τέτοιες  διεργασίες και τάσεις για «επιστροφές στις ρίζες», τις ευνοεί η πολιτική ή και στρατηγική αμηχανία. Η ΝΔ πάσχει από τέτοια, όπως ακριβώς και ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε μεγάλο βαθμό…   

Ένα σενάριο… Μόντι Πάιθον, για δύο ρόλους (κόμματα)

Εάν δεν είχαν τόσο βαρύ, οδυνηρό «δια ταύτα» για την κοινωνία, όσα διαδραματίζονται στην εγχώρια πολιτική σκηνή θα μπορούσαν ναεμπνεύσουν τους «Μόντι Πάιθον» ή και να τους πείσουν ότι ο δικός τους σουρεαλισμός στερείται φαντασίας!

Ο ΣΥΡΙΖΑ διαλαλεί ότι θα βγάλει τη χώρα από την κρίση, έστω και εξαναγκαζόμενος να εφαρμόζει πολιτικές, στις οποίες ουδόλως πιστεύει. Φυσικά, ακόμη και τα μικρά παιδιά θα δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός - κοινωνικός δαρβινισμός της «επιτροπείας» αλλοιώθηκε, χάρη στη διαβεβαίωση του ΣΥΡΙΖΑ πως «φροντίζει για τους κοινωνικά αδύνατους». Ω, ναι γι’ αυτό θα πληρώνουν φόρο και όσοι ζουν με 500 ευρώ το μήνα, γι’ αυτό από το 2020 προβλέπεται (μελέτη Σάββα Ρομπόλη) ένας στους δυο συνταξιούχους να ζει με 480 ευρώ το μήνα.

Άρα, έχουμε έναν ΣΥΡΙΖΑ που τι διαβεβαιώνει επί της ουσίας; Ότι οι βασικές συντεταγμένες  του «μονόδρομου», του 2010 και εντεύθεν, είναι αυτές που θα μας βγάλουν στο «ξέφωτο». Με το δίκιο της διαπίστωνε προσφάτως η γερμανικήSüddeutsche Zeitung: «Ο Τσίπρας ανταποκρίνεται εντέλει πάντα (…) Το ότι ενεργεί με αυτόν τον τρόπο ο πιο σφοδρός αντίπαλος των περικοπών, έπεισε μάλλον τους πολίτες ότι δεν υπάρχει πιο εύκολος δρόμος. Υπό τον Τσίπρα υλοποιείται η μια επώδυνη μεταρρύθμιση μετά την άλλη».

Η ΝΔ μπορεί να σαρκάζει όσο θέλει για όλα αυτά, αλλά ο δικός της «στρατηγικός» σουρεαλισμός είναι εξ  ίσου κραυγαλέος. Προκαλείμάλιστα περισσότερους «πονοκεφάλους», διότι της λείπει το αιωνίως δραστικό καταπραϋντικό: Η άσκηση κυβερνητικής εξουσίας και η συνακόλουθη πρωτοβουλία των κινήσεων.

Πανηγυρίζει, λοιπόν, η ΝΔ επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ «δικαίωσε», όπως έγραψε και ηSüddeutsche Zeitung, το «Τhere Is Not Alternative».  Αλλά πώς γίνεται να επιχαίρεις που ο αντίπαλός σου στο νέο δικομματικό σχήμα  «σύρθηκε» στη δική σου ρότα και ταυτόχρονα να προειδοποιείς για τα δραματικά αδιέξοδα, στα οποία αυτός οδηγεί την κοινωνία; Δηλαδή το κακό το χρεώνεται όλο ο ξεγυμνωμένος, εκτεθειμένος, ρυμουλκούμενος νέος «μηχανοδηγός» και βγαίνει λάδι η … γραμμή, η μία, η μοναδική, που δεν σηκώνει «εναλλακτική»; Πώς γίνεται να προειδοποιείς ότι ο άλλος θα καταστρέψει εντελώς κοινωνία και οικονομία και ταυτοχρόνως να τον χλευάζεις που σε… αντιγράφει;

Ναι, βέβαια, επιστρατεύονται κι εδώ παραμύθια για μικρά, πολύ μικρά παιδιά. Ότι το «αντίγραφο» μπορεί να είναι ολέθριο αλλά το «πρωτότυπο» λύση. Ότι ένα άλλο «μείγμα πολιτικής» θα μπορούσε να κάνει το  «Τhere Is Not Alternative» να έχει λιγουλάκι από … θατσερικό «Alternative». Ότι οι «τολμηρότερες μεταρρυθμίσεις» απογειώνουν, ενώ οι «διστακτικές», του ΣΥΡΙΖΑ, «θάβουν». Κι αν όλα τούτα προσπαθήσει η ηγεσία της ΝΔ να τα εξειδικεύσει, τότε λούζει κρύος ιδρώτας ακόμη και την ΔΑΚΕ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης…

Υπό αυτές τις συνθήκες, η «προσφορά» του ΣΥΡΙΖΑ προς τον Κυριάκο, δηλαδή η παροχή της ευκαιρίας να  παριστάνει το ευαίσθητο, έμψυχο  ραντάρ που «πιάνει» την κοινωνική αγωνία και οδύνη, δεν επιδέχεται και πολύ αποτελεσματική αξιοποίηση, προς το παρόν. Τα τόσα κενά «πολιτικής στρατηγικής» και «οράματος», λειτουργούν όπως τα κενά αέρος στις αεροπορικές πτήσεις. Προκαλούν αναταράξεις. Κι όπως αυτές μετακινούν τα υπάρχοντα στις αποσκευές, έτσι και τα πολιτικά κενά κινούν μέχρι πρότινος ακινητοποιημένα «στρατόπεδα».

Εξυπακούεται, φυσικά, ότι καμία «φυλή» της ΝΔ δεν αμφισβήτησε, ούτε στο ελάχιστο, τα «ιερά και τα όσια» της μνημονικής ευρω- κόλασης. Η Κατερίνα Παπακώστα διαγράφηκε επειδή, σε ένα θέμα «κοινοβουλευτικής τάξης», βρέθηκε κοντύτερα στον Π. Καμμένο παρά στον Αδ. Γεωργιάδη, τον οποίο έχει ενοχλήσει πολιτικά κι άλλες φορές. Όσο κι αν η αποπομπή της είναι χαρακτηριστική της λογικής Κυριάκου, η αφορμή δεν είναι ό,τι πιο… ενδιαφέρον για την κοινωνία.

Οι αιχμές των «καραμανλικών» αφορούν, όπως προαναφέραμε, θέματα τακτικής, την εμμονή στο αίτημα για εκλογές, ζητήματα «ύφους» και «λόγου» απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Καταλήγουν ενίοτε στην ανάγκη επανεξέτασης ή εξειδίκευσης θέσεων (πχ για οικονομία, εργασία). Τίποτε όμως δεν διαβεβαιώνει ότι θα παραμείνει εσαεί στο ντουλάπι το… «μίξερ», που οδήγησε στον «πολτό» του 2011 - 2015, αν οι πολιτικές εξελίξεις και αλλαγές ευνοήσουν «κεντρομόλες» διαδικασίες.   

Το βέβαιο είναι πως η αναρρίχηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία κάθε άλλο παρά ευνοεί, επί του παρόντος, τις «κεντρομόλες» τάσεις στο κόμμα. Κι αν συνυπολογίσει κανείς, ως προς τα εκτός των τειχών,  ότι ο Κυριάκος έχει κάνει αρκετό κόσμο να θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ αναγκαίο κακό, από το οποίο διστάζει – ακόμη – να «ξεκολλήσει», τότε μπορούμε να μιλάμε για διπλό «κατόρθωμα»…

ΥΓ: Ο ισχυρισμός, πάντως, σύμφωνα με τον οποίο ο Κυριάκος δεν μπορεί να γίνει ποτέ πρωθυπουργός, είναι εξ ορισμού αυθαίρετος- όσο κι αν τονώνει τον  «σκληρό πυρήνα» του ΣΥΡΙΖΑ. Σε μία χώρα, στην οποία έγινε πρωθυπουργός ο Γιώργος Α. Παπανδρέου, μπορεί – υπό προϋποθέσεις- να το πετύχει  οποιοσδήποτε. Δεν είναι απαραίτητο να μπορεί να εμπορευτεί κάποια  ελπίδα, του τύπου «λεφτά υπάρχουν». Τις νίκες μπορεί να τις δώσει και η μεγάλη σώρευση οργής, για «τους άλλους»…

 

Πηγή: kommon.gr

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ