Γράφει ο Θανάσης Κανιάρης.

Το άρθρο αυτό ήταν προγραμματισμένο να γραφεί το Δεκέμβρη του 2016, με αφορμή την μαύρη επέτειο των 25 χρόνων από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το Δεκέμβρη του 1991.

Οι λόγοι που επέσπευσαν την γραφή του είναι κατά βάση δύο. Το πρόσφατο δημοψήφισμα στη Ρωσία, σύμφωνα με το οποίο περισσότερο από το 60% των πολιτών της χώρας, τάσσεται υπέρ της ανασύστασης της Σοβιετικής Ένωσης και οι αναζητήσεις της ελληνικής αριστεράς για τη σοσιαλιστική προοπτική, την κριτική που ασκείται –ενίοτε και αδυσώπητη πολεμική- στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε κλπ.

Η ιδεολογική–πολιτική διαπάλη ανάμεσα στους οπαδούς του σοσιαλισμού–κομμουνισμού και του καπιταλισμού, ξεκίνησε μαζί με την εμφάνιση του εργατικού κινήματος στις αρχές του 19ου αιώνα, με κέντρα της αντιπαράθεσης αυτής την Ευρώπη –κυρίως την αναπτυγμένη- και τις ΗΠΑ.

Το νεαρό, ανερχόμενο εργατικό κίνημα, ευτύχησε να έχει στις τάξεις του διανοούμενους –αστικής κατά βάση προέλευσης– του κύρους ενός Καρόλου Μαρξ, ενός Φρίντριχ Ένγκελς, του Γ. Πλεχάνοφ, του Κ. Κάουτσκι (άσχετα από τη μελλοντική τους πορεία) και φυσικά του Βλαδίμηρου Λένιν.

Οι Μαρξ, Ένγκελς, ως θεμελιωτές της θεωρίας του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού και ο Λένιν με τις επεξεργασίες του για τον μονοπωλιακό καπιταλισμό- ιμπεριαλισμό, κυριολεκτικά άλλαξαν τον τρόπο σκέψης της ανθρωπότητας στη φιλοσοφία, την οικονομία, τις πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες.

Στην ιδεολογική αυτή επίθεση του εργατικού κινήματος, η αστική διανόηση δεν είχε να αντιτάξει σοβαρά επιχειρήματα. Ο καπιταλισμός από τον 19ο αιώνα, είχε εδραιωθεί σαν κοινωνικό–πολιτικό σύστημα και μοιραία είχε εξελιχθεί σε καθεστωτική δύναμη. Δύναμη, η οποία σταδιακά έχανε τα προοδευτικά της χαρακτηριστικά ενώ ενισχύονταν οι, εγγενείς σε κάθε εκμεταλλευτικό σύστημα, αντιδραστικές της τάσεις.

Ό,τι θετικό είχε να εκφράσει η αστική διανόηση, το διατύπωσε τον 16ο, τον 17ο και τον 18ο αιώνα, την περίοδο που η αστική τάξη, σε συμμαχία με τις άλλες καταπιεζόμενες κοινωνικές τάξεις και ενδιάμεσα στρώματα, πάλευε για την κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων που λειτουργούσαν σαν τροχοπέδη στην περαιτέρω κοινωνική και οικονομική πρόοδο.

Στην πάλη της αυτή βρέθηκε αντιμέτωπη με τα αντιδραστικά θρησκευτικά δόγματα της καθολικής εκκλησίας –την επίσημη ιδεολογία των φεουδαρχών- και ως επαναστατική δύναμη, απέναντι στον θρησκευτικό σκοταδισμό, επιστράτευσε τον ορθό λόγο (ορθολογισμός) και την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας. Την περίοδο αυτή αναδείχθηκαν οι μεγάλοι διανοητές, όπως ο Ανταμ Σμιθ και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο στις οικονομικές επιστήμες, ο Τζων Λοκ και ο Σπινόζα στη φιλοσοφία, άλλα και οι διαφωτιστές που με το έργο τους προετοίμασαν ιδεολογικά τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση.

Σαν ανερχόμενη δύναμη στα σπλάγχνα της φεουδαρχικής κοινωνίας, η αστική τάξη ήταν επαναστατική, καθώς πάλευε για την κατάργηση των ξεπερασμένων φεουδαρχικών παραγωγικών σχέσεων και την αντικατάσταση τους με τις νέες παραγωγικές σχέσεις οι οποίες έδωσαν τεράστια ώθηση στις παραγωγικές δυνάμεις που είχαν ήδη ξυπνήσει από τον μεσαιωνικό τους λήθαργο.

Σαν καθεστωτική τάξη, οι αστοί περάσανε στην πλήρη αντίδραση. Τα συνθήματα της ελευθερίας της ισότητας και της αδελφότητας που πυροδότησαν τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση του 1789, στο νέο αστικό περιβάλλον αποδείχτηκαν το φύλλο συκής, πίσω από το οποίο οι νέοι εξουσιαστές επιχείρησαν να κρύψουν τις νέες εκμεταλλευτικές σχέσεις που δημιουργήθηκαν με τη μορφή της μισθωτής εργασίας. Στην προσπάθεια τους να αντιμετωπίσουν το ανερχόμενο εργατικό κίνημα που στις σημαίες του πρόβαλε το αίτημα της κοινωνικής χειραφέτησης και την κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης, οι αστοί συμμάχησαν με τα υπολείμματα της φεουδαρχίας και την καθολική εξουσία που είχαν στο παρελθόν πολεμήσει, ενώ η αστική διανόηση έπαψε να ενδιαφέρεται για τον «ορθό λόγο» και την επιστημονική αναζήτηση της αλήθειας, ειδικά στις κοινωνικές επιστήμες. Σκοπός πλέον των αστών διανοουμένων, ήταν η υπεράσπιση των θεσμών της αστικής εξουσίας. Έγιναν απολογητές του νέου εκμεταλλευτικού συστήματος.

 

Σκληρή ιδεολογική – πολιτική αντιπαράθεση

Η ρωσική Οκτωβριανή Επανάσταση, ήταν η κυριαρχία του νέου πάνω στο παλιό. Το ρωσικό προλεταριάτο, με την ενεργή πολιτική του δράση, ήλθε και έδωσε απάντηση στο ερώτημα: μετά τον καπιταλισμό τι; Και η απάντηση φυσικά ήταν ο σοσιαλισμός, η εργατική εξουσία, η οικοδόμηση μίας κοινωνίας χωρίς ταξική εκμετάλλευση.

Από την άλλη όπως καλά γνωρίζουμε ο διεθνής ιμπεριαλισμός, δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την ιδέα της αποδοχής του νέου σοσιαλιστικού κράτους. Και από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης του, πέρασε στην αντεπίθεση, η οποία εκφράστηκε με στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικο–ιδεολογικά προπαγανδιστικά μέσα.

Στην πάλη των ιδεών ο διεθνής ιμπεριαλισμός απέφυγε την απευθείας αντιπαράθεση με τις επαναστατικές δυνάμεις της εποχής, όπου από χέρι ήταν χαμένος. Τι αλήθεια θα μπορούσαν να πουν οι εκπρόσωποι της διεθνούς του κεφαλαίου στην κριτική που ασκούσε ο μαρξισμός στο καπιταλιστικό σύστημα; Τι θα μπορούσαν να αντιτάξουν στην ανάλυση του Λένιν για το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, τη στιγμή μάλιστα που η ανθρωπότητα βίωνε τις δραματικές συνέπειες του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου;

Με το ρεαλισμό που τους διακρίνει, οι αστοί απέφυγαν τις κακοτοπιές και επέλεξαν να μεταφέρουν την αντιπαράθεση στο δικό τους γήπεδο. Με τη βοήθεια ισχυρών προπαγανδιστικών μηχανισμών, στους οποίους πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η κινηματογραφική «βιομηχανία», πολιτικοί, αθλητικοί παράγοντες, διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, επιχείρησαν να δημιουργήσουν μια στρεβλή, ψευδή εικόνα για τον σύγχρονο κόσμο. Σύμφωνα με αυτή, η σύγκρουση αφορούσε την πάλη του ελεύθερου κόσμου (που εκπροσωπούσε ο καπιταλισμός) κατά του ολοκληρωτικού κομμουνισμού που στερούσε τους πολίτες από τα στοιχειώδη πολιτικά και ατομικά δικαιώματα. Δεν είχαμε επομένως ταξική σύγκρουση, αλλά σύγκρουση των ελεύθερων κατά των ολοκληρωτικών κοινωνιών.

Οι έννοιες όμως της ελευθερίας και του καπιταλισμού είναι ασύμβατες μεταξύ τους κατά διπλή έννοια. Κατ’ αρχάς η επικράτηση του καπιταλισμού, προϋποθέσει την υποταγή της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο. Οι άμεσοι παραγωγοί (εργάτες) σε συνθήκες κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, βρίσκονται κάτω από την εξουσία του κεφαλαίου (δικτατορία της αστικής τάξης). Κατά δεύτερο, ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο, προϋποθέτει την οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, πολιτιστική εξάρτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των κρατών του πλανήτη από μία χούφτα ισχυρές ιμπεριαλιστικές χώρες, οι οποίες, αφού έχουν ολοκληρώσει το εδαφικό μοίρασμα, προχωρούν στη συνέχεια στο μοίρασμα της παγκόσμιας αγοράς.

Υπό αυτές τις συνθήκες, σε περιβάλλον κυριαρχίας του κεφαλαίου, πως είναι δυνατό η εργατική τάξη, αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία του λαού να είναι πραγματικά ελεύθερη;

Τον ιμπεριαλισμό όμως δεν τον ενδιέφερε να δώσει πραγματικές απαντήσεις σε πραγματικά ερωτήματα. Αυτό που διακαώς επεδίωκε, ήταν να εξαφανίσει από προσώπου γης την εργατική, σοσιαλιστική εξουσία. Με κάθε μέσο και κάθε τρόπο. Και για το σκοπό αυτό, έθεσε σε κίνηση τεράστια υλικά μέσα.

Για τις προσπάθειες της Δύσης να εξαγοράσει συνειδήσεις την περίοδο του αποκαλούμενου «ψυχρού πολέμου», λίγα πράγματα έχουν γραφεί ως σήμερα. Από την άποψη αυτή, είναι ενδεικτικό και συνάμα αποκαλυπτικό το άρθρο της ιστορικού και ερευνήτριας Μαρίνας Πετράκη που γράφηκε στη «Καθημερινή» το Μάη του 2012. Υπό τον τίτλο «ο πολιτιστικός ψυχρός πόλεμος» η αρθρογράφος αναφέρει μεταξύ άλλων: «Η επιτακτική ανάγκη να επαναπροσδιορισθεί η αμερικανική πολιτιστική ταυτότητα στην Ευρώπη και να υπονομευθεί πλήρως ο κομμουνιστικός κίνδυνος και οι προπαγανδιστικές πρακτικές της Σοβιετικής Ενωσης ενεργοποίησε μηχανισμούς ενός πολιτιστικού και ιδεολογικού πολέμου, που όμοιό του δεν είχε γνωρίσει ο κόσμος. Σύμφωνα με τις νεώτερες ιστορικές έρευνες (Saunders), κέντρο αυτής της τιτάνιας και μυστικής προσπάθειας ήταν η CIA (Central Ιntelligence Agency) που ιδρύθηκε το 1947 και αντικατέστησε το OSS (Office of Strategic Ser-vices) του Β΄  Παγκοσμίου Πολέμου. Το Γραφείο Πολιτικού Σχεδιασμού (OPC) της CIA, με επικεφαλής τον διπλωμάτη Τζορτζ Κέναν (George Kennan) επιδόθηκε άμεσα σε ένα συγκεκαλυμμένο ψυχολογικό πρόγραμμα με στόχο την «απεξάρτηση» της ευρωπαϊκής διανόησης από την παρατεταμένη γοητεία του μαρξισμού και του κομμουνισμού και την ανάδειξη αξιών, όπως η ελευθερία (The Crusade for Freedom), η αλήθεια (The Truth Campaign) και η δημοκρατία και η ειρήνη (Pax Americana) μέσα από μια νέα εποχή διαφωτισμού, που θα ονομαζόταν ο Αμερικανικός Αιώνας.

Για να επιταχύνει την υλοποίηση των στόχων της, η CIA ίδρυσε το δικό της «υπουργείο Πολιτισμού» το Κογκρέσο της Πολιτιστικής Ελευθερίας CCF (Congress for Cultural Freedom), μια οργάνωση με δεκάδες γραφεία και οργανώσεις σε 35 χώρες και με απεριόριστες οικονομικές δυνατότητες. Χρηματοδότησε μυστικά εκατοντάδες συνέδρια, εκθέσεις ζωγραφικής, μουσικές και θεατρικές παραστάσεις σε όλο τον κόσμο και προέβη στην έκδοση και μυστική επιδότηση είκοσι περιοδικών με σημαντικότερο όλων το περιοδικό Encounter που εκδιδόταν στο Λονδίνο και αποτελούσε το «σπουδαιότερο κεφάλαιο» της CCF, καθώς μέσα από τη λογοτεχνική και πολιτιστική του ταυτότητα υπογράμμιζε τον ρόλο της Αμερικής στο κτίσιμο ενός νέου κόσμου. Ενα μεγάλο δίκτυο ανθρώπινου δυναμικού αποτελούμενο από προσωπικότητες των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αστέρες του κινηματογράφου, μέλη συνδικάτων, οικονομικούς παράγοντες κινητοποιήθηκε να «κερδίσει τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς να χρειαστεί να πολεμήσει γι' αυτόν», την ώρα που ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ δήλωνε ότι η διάδοση της αλήθειας και η πάταξη του κομμουνιστικού ψεύδους επιτάσσει έναν πόλεμο για το μυαλό και τη βούληση των ανθρώπων: τον «ψυχολογικό πόλεμο».

Στο κέντρο αυτού του πολέμου και των πρακτικών του βρίσκονταν, όπως προκύπτει από την πρόσφατη ιστοριογραφία (Lukas, Saunders, Berghan), αμερικανικά ιδρύματα, όπως τα Rockefeller Foundation, Carnegie Institution και Fairfield Foundation, καθώς και πλήθος άλλων αμερικανικών ιδρυμάτων με σπουδαιότερο το Ford Foundation, που «διευκόλυναν» τη CIA να διακινεί τεράστια χρηματικά ποσά για τις προπαγανδιστικές της δραστηριότητες σε όλο τον κόσμο».

Για τη δε επιχείρηση εξαγοράς συνειδήσεων από τους «ιππότες του ελεύθερου κόσμου» το άρθρο επισημαίνει:

«Η πολιτιστική διαμάχη, αποτέλεσμα της ιδεολογικής σύγκρουσης των δύο υπερδυνάμεων δημιούργησαν εντάσεις, οι οποίες απετέλεσαν πρότυπα για κοινωνικές διεργασίες και δρομολόγησαν πολιτικές που άφησαν τη σφραγίδα τους σε πολλές χώρες.

Ωστόσο, παρά τις γιγάντιες προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να διαπεράσουν το «σιδηρούν παραπέτασμα» διά μέσου μιας τέλεια συντονισμένης προπαγανδιστικής μηχανής, οι περισσότεροι διαθέσιμοι οικονομικοί πόροι κατευθύνονταν στην πραγματικότητα στην άλλη πλευρά του παραπετάσματος, αυτήν του Ελεύθερου Κόσμου. Εκατομμύρια δολάρια ξοδεύτηκαν σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, αλλά και της Νοτίου Αμερικής, στην προσπάθεια να καταπολεμηθεί ο πολιτιστικός αντιαμερικανισμός της ευρωπαϊκής διανόησης και να αλλάξει η παγιωμένη δυτική αντίληψη για την «απολίτιστη» Αμερική.

Είναι αλήθεια ότι καμία άλλη ηγεμονική δύναμη στην Ιστορία δεν έχει επενδύσει τόσα πολλά σε όλο τον κόσμο για να προαγάγει την ιδεολογία της και να αναδείξει τον πολιτισμό της. Είναι επίσης αλήθεια ότι πολύ λίγες χώρες έμειναν ανεπηρέαστες από αυτήν την σταυροφορία της ψυχολογικής πειθούς και την επιχείρηση αμερικανοποίησης».

 

Η περίπτωση της Ελλάδας

Είναι αλήθεια ότι ο βρώμικός προπαγανδιστικός πόλεμος που κήρυξε ο δυτικός ιμπεριαλισμός κατά της Σοβιετικής Ενωσης και των άλλων σοσιαλιστικών χωρών, βρήκε πολλούς οπαδούς και στην Ελλάδα, όχι μόνο από το χώρο των πολιτικών εκπροσώπων της αστικής τάξης, αλλά και από τα «αριστερά» του πολιτικού φάσματος. Αντίθετα, τα λαϊκά στρώματα, παρά την αντισοβιετική προπαγάνδα, είχαν πάντα φιλικές διαθέσεις απέναντι στη χώρα αυτή.

Η στάση των αστικών πολιτικών δυνάμεων απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες και τη Σοβιετική Ένωση, ήταν κοινή με αυτή της ιμπεριαλιστικής Δύσης. Κατηγορούσαν τις χώρες αυτές για την έλλειψη πολιτικών ελευθεριών, για την μονοκρατορία του κόμματος που οδηγούσε στον ολοκληρωτισμό, για στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου έκλειναν τους αντιφρονούντες.

Γεγονός πάντως είναι, ότι η κυβέρνηση της ΝΔ αρχικά και στη συνέχεια το ΠΑΣΟΚ –κάνοντας την ανάγκη φιλότιμο- ακολούθησαν πολιτική εξομάλυνσης των σχέσεων με τις σοσιαλιστικές χώρες της βαλκανικής χερσονήσου, αλλά και την ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Είναι ενδεικτικό, ότι στην ελληνοτουρκική κρίση το 1987, ο Α. Παπανδρέου έστειλε τον Κ. Παπούλια -με την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών- όχι σε κάποια χώρα της Δύσης, αλλά στη Σόφια του Τ. Ζίφκοφ… Ήταν από τα παράδοξα της εποχής, η απειλή πολεμικής σύγκρουσης ανάμεσα σε δύο χώρες μέλη του ΝΑΤΟ –με αφορμή τους τουρκικούς σχεδιασμούς για πραγματοποίηση ερευνών του ωκεανογραφικού «Χόρα» εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας- να εξωθήσει τη μία από αυτές να αναζητήσει συμμάχους και πολιτική στήριξη, όχι εντός της συμμαχίας, αλλά στο αντίπαλο στρατόπεδο, σε χώρα μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Εκεί πάντως που επικρατούσε αντισοβιετικός παροξυσμός ήταν στην πέραν του ΚΚΕ Αριστερά, σε όλες τις εκφάνσεις και σε όλες τις αποχρώσεις. Οι πολιτικοί αυτοί χώροι, κυριολεκτικά έπασχαν από αντισοβιετική υστερία, η οποία εκφραζόταν στο γεμάτο χολή, πολιτικό τους λόγο. Πρωταθλητής στο αντισοβιετικό μένος το εκλιπόν σήμερα «ΚΚΕ εσ». Η εφημερίδα «Αυγή» μέσα από τις σελίδες της έσταζε δηλητήριο για τη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, τις οποίες κατηγορούσε για…έλλειψη πολιτικής δημοκρατίας. Οι ίδιοι, εμφανίζονταν ως οπαδοί του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», σε αντίθεση βέβαια με τον «ολοκληρωτικό σοσιαλισμό» των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η απορριπτική θέση των κρατών αυτών, ενσωματώθηκε σε μία και μόνο λέξη: «σταλινισμός». Δεν υπήρχε –και δεν υπάρχει και σήμερα– μεγαλύτερη κατηγορία κατά πολιτικού αντιπάλου από το να τον χαρακτηρίσεις σαν «σταλινικό».

Από τα αγαπημένα τους θέματα, η εισβολή των σοβιετικών στην Ουγγαρία το 1956 και στη συνέχεια στη Τσεχοσλοβακία το 1968, η άνοιξη της Πράγας, η χάρτα των 77 διανοουμένων στην οποία πρωταγωνιστούσε ο πράκτορας των ΗΠΑ Β. Χάβελ -η τελευταία του πράξη ως Πρόεδρος της….ελεύθερης Τσεχίας, ήταν να υπογράψει την εμπλοκή της χώρας στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003– ο εκθειασμός της «Αλληλεγγύης» στην Πολωνία κλπ. Το γεγονός ότι με τη στάση τους αυτή συνέπλεαν με το δυτικό ιμπεριαλισμό στον πολύμορφο πόλεμο που είχε εξαπολύσει κατά των σοσιαλιστικών χωρών, ουδόλως έδειχνε να τους απασχολεί ή να τους ενοχλεί.

Το που οδηγήθηκαν οι οπαδοί του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» το βλέπουμε καθαρά σήμερα με τη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και τα εγκλήματα που διαπράττει σε βάρος του ελληνικού λαού.

Μοναδικές εξαιρέσεις από το κύμα μισαλλοδοξίας που επικρατούσε κατά της Σοβιετικής Ένωσης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, το ΚΚΕ και το Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα του αείμνηστου Αλβάρο Κουνιάλ. Κόντρα στο ρεύμα, τις ύβρεις, τη συκοφαντία, την προβοκάτσια και την λασπολογία της εποχής, τα δύο αυτά κόμματα στάθηκαν στο πλευρό της χώρας του Λένιν, ως το τέλος. Και αποτελεί τίτλο τιμής γι’ αυτά η συνεπής και βαθιά ταξική στάση που τήρησαν στη σύγκρουση του σοσιαλισμού με τον ιμπεριαλισμό.

Δυστυχώς, η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, άλλαξε το τροπάριο και προστέθηκε και η ίδια στους κατήγορους της Σοβιετικής Ένωσης. Για να νομιμοποιήσει μάλιστα τις νέες αντισοβιετικές θέσεις, πραγματοποίησε μέχρι και δημόσιο διάλογο στο 18ο συνέδριο για τις αιτίες που οδήγησαν στην πτώση του σοσιαλισμού. Ανεξάρτητα από τις απόψεις που διατύπωσαν τα απλά κομματικά μέλη, οι οπαδοί και φίλοι του κόμματος για τις σοσιαλιστικές χώρες, η ίδια, μέσα από τα κομματικά ντοκουμέντα, απλώς επικύρωσε τις δικές της απόψεις, οι οποίες ήταν απόρροια της γενικότερης αναθεωρητικής στροφής την οποία είχε επιβάλει στα ζητήματα της ιστορίας, της πολιτικής γραμμής και της ιδεολογίας του κόμματος. Σύμφωνα με τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, το πράγμα στράβωσε στη Σοβιετική Ένωση, από τα μέσα της δεκαετίας του 50, όταν επικράτησαν οι δεξιές δυνάμεις στο ΚΚΣΕ, και προώθησαν αλλαγές στην οικονομία που ενίσχυσαν τον καπιταλιστικό της χαρακτήρα.

Ωραία. Ως το θάνατο του Στάλιν το 1953, η σοβιετική οικονομία αναπτύσσονταν πάνω στις αρχές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Τότε γιατί περνάνε από γενιές δεκατέσσερεις το 7ο συνέδριο της Κομιντέρν το 1935, που επικύρωσε τις θέσεις για την αναγκαιότητα δημιουργίας πλατιάς αντιφασιστικής συμμαχίας – μετώπου και με αστικές δυνάμεις, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο του επελαύνοντος φασισμού, ναζισμού; Γιατί κατηγορούν έμμεσα τον Στάλιν για ταξική προδοσία, επειδή συμμάχησε με τις ιμπεριαλιστικές χώρες της Αγγλίας και των ΗΠΑ στον κοινό αγώνα κατά του φασισμού–ναζισμού, αντί να καλέσει –άκουσον, άκουσον– την εργατική τάξη των εμπλεκόμενων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να κηρύξει σοσιαλιστική επανάσταση; Μύλος. Κυριολεκτικά μύλος.

Το μικρόβιο της αντισοβιετικής υστερίας έχει εισχωρήσει στον οργανισμό και της σημερινής Αριστεράς, η οποία ούτε είδε ούτε κατάλαβε τίποτα για τα όσα τραγικά συμβαίνουν στην ανθρωπότητα τα 25 χρόνια που ακολούθησαν μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Απαντώντας μέσα από την «Ίσκρα» στην κριτική που άσκησε ο «Εργατικός Αγώνας» στις θέσεις της Λαϊκής Ενότητας ο κ. Θαλασσινός αναφέρει μεταξύ άλλων: «Με την ίδια σαφήνεια τονίζουμε ότι ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα, στον οποίο προσβλέπουμε, οφείλει να πάρει διαζύγιο από “τα εκφυλισμένα καθεστώτα και τις κυβερνήσεις” που μιλούσαν στο όνομά του, οδηγώντας “στο σφετερισμό των μέσων παραγωγής και των κοινωνικών λειτουργιών” από την κρατική γραφειοκρατία».

Ώστε την πάλη επί 70 και πλέον χρόνια κατά του ιμπεριαλισμού την διεξήγαγαν εκφυλιστικά καθεστώτα. Αυτό κατάλαβαν οι κύριοι της ΛΑΕ για τον 20ο αιώνα και τις συγκρουσιακές αντιθέσεις του. Επειδή με τους χώρους αυτούς ο «Εργατικός Αγώνας» βρίσκεται σε μία, ας πούμε, κοινή αναζήτηση στα θέματα αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, το ρόλο της Αριστεράς κλπ, αναρωτιέται κανείς, τι προοπτική μπορεί να έχει μία τέτοια συμπόρευση, όταν πάνω σε κρίσιμα θέματα, όπως ο ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης τον 20ο αιώνα, διατυπώνονται τέτοιοι απαξιωτικοί και υβριστικοί χαρακτηρισμοί. Το θέμα δεν είναι φιλοσοβιετικοί–αντισοβιετικοί, αλλά τι εννοούν όταν μιλάνε για σοσιαλισμό, πως τον φαντάζονται; Ότι αυτός θα περπατάει σε εύφορα λιβάδια με χαμογελαστούς και ευτυχισμένους ανθρώπους; Αυτό θα ήθελε κάθε νοήμον άνθρωπος. Και οι ίδιοι οι σοβιετικοί αυτό θα ήθελαν. Αλλά, μετά την επανάσταση του 1917, ακολούθησε η ιμπεριαλιστική επέμβαση των 15 κρατών –και της Ελλάδας– στην Ουκρανία, η επώδυνη συνθήκη του Μπρες Λιτόφσκ, η λευκή τρομοκρατία, η ΝΕΠ, η τρομερή πείνα των πρώτων μετεπαναστατικών χρόνων, ο διεθνής ιμπεριαλιστικός αποκλεισμός, οι σχεδιασμοί από τη δεκαετία του 20 ακόμα, για την πραγματοποίηση και δεύτερης στρατιωτικής εισβολής κατά της Σοβιετικής Ένωσης, οι προσπάθειες των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων να στρέψουν τη δεκαετία του 30 τη ναζιστική Γερμανία κατά της ΕΣΣΔ, ο τρομερός δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος όπου κυριολεκτικά η χώρα ισοπεδώθηκε και καταστράφηκε, ο «ψυχρός πόλεμος», οι απειλές των ΗΠΑ για πυρηνικό αφανισμό στις αρχές της δεκαετίας του 50, το εξοντωτικό κυνήγι των εξοπλισμών που αφαίρεσε τεράστια ποσά από την ειρηνική οικονομία της χώρας, η απειλή των Πέρσιγκ και Κρουζ τη δεκαετία του 80, το επιχειρούμενο οικονομικό στραγγάλισμα της σοβιετικής οικονομίας (βυθίσαν τις τιμές του πετρελαίου για να πλήξουν τις σοβιετικές εξαγωγές). Και ο κατάλογος αυτός είναι αρκετά μακρύς. Έτσι αντιμετώπισε ο ιμπεριαλισμός τα, κατά τον αρθρογράφο της ΛΑΕ…εκφυλιστικά καθεστώτα. Το «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» που σκέφτονται να οικοδομήσουν αυτοί, τι νομίζουν, ότι ο δρόμος θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα και ο ουρανός γεμάτος με ροζ συννεφάκια;

Όσο για εμάς, δεν υπάρχει σοσιαλισμός του 19ου, του 20ου και του 21ου αιώνα, παρά μόνο ο επιστημονικός σοσιαλισμός που διατύπωσαν οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν. Σε αυτό το ζήτημα, παραμένουμε δογματικοί…

 

Η συνεισφορά της Σοβιετικής Ένωσης στο επαναστατικό κίνημα

Η Σοβιετική Ένωση υλοποίησε τα αιτήματα του εργατικού κινήματος για τη νέα θέση των εργαζομένων στον κόσμο. Μέχρι τότε ο καπιταλισμός αναπτύσσονταν μέσα σε εργασιακά κάτεργα που είχαν δημιουργηθεί στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ για την απόσπαση από τους εργοδότες, όσο το δυνατό μεγαλύτερης υπεραξίας. Η εξοντωτική εργασία η οποία έφτανε μέχρι και τις 18 συνεχόμενες ώρες, η απασχόληση παιδιών σε ορυχεία και λατομία –τα οποία μετά από λίγα χρόνια πέθαιναν– η άγρια εκμετάλλευση των γυναικών που αμείβονταν με εξευτελιστικά μεροκάματα, η καταπάτηση κάθε εργασιακής νομοθεσίας από τους εργοδότες, η κατάπνιξη κάθε εργατικής κινητοποίησης με καυτό μολύβι από την αστυνομία και τους μπράβους της εργοδοσίας, ήταν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσε η εργατική τάξη στον αναπτυγμένο καπιταλισμό των αρχών του 20ου αιώνα.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση ήλθε να αλλάξει την εικόνα αυτή. Ο εργαζόμενος δεν είναι πλέον «το ομιλών εργαλείο δουλειάς» που αναλώνεται, μαζί με τις πρώτες ύλες και τα εργαλεία στη διάρκεια της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Είναι κατ΄ αρχάς άνθρωπος, ο οποίος έχει ανάγκη να εργαστεί για να αναπτύξει τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις, αλλά όχι μόνο αυτό. Έχει δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο στην απόλαυση της πνευματικής–πολιτιστικής δημιουργίας και ικανό χρόνο για ξεκούραση. Η καθιέρωση του θεσμού των διακοπών, τον βγάζει από την εργασιακή ρουτίνα της καθημερινότητας και μπορεί να επισκεφτεί παραθεριστικούς προορισμούς για ηρεμία και χαλάρωση. Η γυναίκα έχει τα ίδια ακριβώς δικαιώματα με τους άνδρες συνάδελφούς της. Σπάει η πατροπαράδοτη αντίληψη, ότι οι γυναίκες είναι για να γεννούν παιδιά και να ασχολούνται με τις δουλείες του σπιτιού. Η παιδική εργασία απαγορεύεται. Όλοι οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, την κοινωνική ασφάλιση και την πρόνοια.

Η εργασιακή νομοθεσία του νεαρού σοβιετικού κράτους, έγινε η σημαία των εργατικών διεκδικήσεων σε όλες τις χώρες όπου αναπτύσσεται το εργατικό κίνημα.

Η αλλαγή της αντίληψης για τον εργαζόμενο άνθρωπο, είναι εντυπωσιακή στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Ο αγράμματος, άξεστος, γεμάτος προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες μουζίκος της προεπαναστατικής περιόδου, μορφώνεται, μπαίνει στα θέατρα, στους κινηματογράφους, σε χώρους εικαστικών τεχνών, παρακολουθεί παραστάσεις μπαλέτου. Ο αθλητισμός αποκτά μαζικά χαρακτηριστικά. Ο κάθε πολίτης, ανεξαρτήτου ηλικίας, μπορεί να πάει στο στάδιο και να αθληθεί. Στις αχανείς σοβιετικές δημοκρατίες της Ασίας, όπου επικρατούσε η θρησκοληψία και η μοιρολατρία αιώνων, δημιουργούνται εκπαιδευτικά ιδρύματα, μουσεία, θέατρα. Ο σοβιετικός πολίτης, δεν έχει καμία σχέση με τον αμόρφωτο και ακαλλιέργητο άνθρωπο της προεπαναστατικής περιόδου.

Ακόμα και σήμερα, στην καπιταλιστική Ρωσία, ο τουρίστας βλέπει εκατοντάδες ανθρώπους στα πάρκα της Μόσχας να διαβάζουν ή να παίζουν σκάκι. Αν δεν είναι αυτό δείγμα πολιτισμού, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

Βλέποντας και τη σημερινή μίζερη, ανασφαλή ζωή που βιώνουν οι εργαζόμενοι στον καπιταλιστικό κόσμο, μπορούμε πλέον να κάνουμε συγκρίσεις με το παρελθόν. Και η αλήθεια είναι, ότι η περίοδος 1950–1990, δεν έχει την παραμικρή σχέση με το σημερινό εφιαλτικό παρόν. Τα σαράντα αυτά χρόνια, σημειώθηκε μια απότομη έως και βίαιη άνοδος του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, σε Ανατολή και Δύση, πρωτόγνωρη για την Ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία. Στην καπιταλιστική Ευρώπη τα μεροκάματα ανεβαίνουν, θεσπίζονται επιδόματα ανεργίας, παρέχονται χρηματικές διευκολύνσεις για την απόκτηση στέγης, αυξάνεται εντυπωσιακά ο αριθμός των ανθρώπων που σπουδάζουν, οι διακοπές μπαίνουν στη ζωή των εργαζομένων.

Οι διακρατικές σχέσεις εξομαλύνονται. Το αίσθημα της ασφάλειας και της σταθερότητας εδραιώνεται στη γηραιά ήπειρο. Το δόγμα της ειρηνικής συνύπαρξης κρατών με διαφορετικό πολιτικό, κοινωνικό σύστημα, κερδίζει έδαφος. Ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος που ισοπέδωσε την Ευρώπη και προκάλεσε δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς, φαντάζει σαν μακρινό κακό όνειρο. Τη δεκαετία του 60 έχουμε την πολιτιστική έκρηξη που σηματοδότησε τις νέες τάσεις στο χώρο της μουσικής, ενώ ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος μεσουρανεί. Δεκάδες μεγάλοι δημιουργοί της 7ης τέχνης, αφήνουν την σφραγίδα τους σε έργα που άφησαν εποχή. Την ίδια περίοδο η νεολαία σε Ευρώπη και Αμερική, διαδηλώνει ενάντια στον βρώμικό πόλεμο που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Ήταν μία αισιόδοξη εποχή, γεμάτη ελπίδες για ένα καλύτερο μέλλον σε ένα καλύτερο κόσμο, όπου άνθισε το πολιτικό κίνημα αμφισβήτησης του καπιταλισμού με αποκορύφωμα το Μάη του 68 στο Παρίσι.

Η περίοδος 1950 – 1990, δικαία μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ο χρυσός αιώνας, αν όχι ολόκληρου του πλανήτη, της Ευρώπης πάντως σίγουρα. Ποτέ άλλοτε η ευρωπαϊκή ήπειρος δεν ήταν πιο σίγουρη για τον εαυτό της, τόσο ειρηνική και τόσο αισιόδοξη για το μέλλον.

Στη σφραγίδα αυτής της περιόδου, δύο ονόματα αποτυπωθεί: η αντιφασιστική νίκη των λαών κατά του ναζισμού και η Σοβιετική Ενωση, ο ρόλος της οποίας υπήρξε καταλυτικός προκειμένου να εμπεδωθεί ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και φιλίας ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς λαούς.

Η Σοβιετική Ένωση στήριξε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που εκδηλώθηκαν από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ως και το τέλος της φυσικής της ύπαρξης. Ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που βοήθησε ενεργά τις δημοκρατικές δυνάμεις στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας το 1936. Τα κινήματα της Αγκόλας, της Μοζαμβίκης, της Υεμένης και της Αιθιοπίας στην Αφρική, όπως και τα επαναστατικά κινήματα των Σαντινίστας στη Νικαράγουα και του Φαραμπούτο Μαρτί στο Ελ Σαλβαδόρ στη Νότια Αμερική, είχαν την ενεργή της στήριξη και συμπαράσταση. Χρηματοδότησε και ενίσχυσε υλικά με κάθε μέσο τη σοσιαλιστική δημοκρατία του Βιετνάμ, στον πόλεμο ενάντια στην αμερικάνικη επέμβαση στη νοτιοανατολική Ασία. Υπήρξε σταθερός υπερασπιστής του αγώνα του παλαιστινιακού λαού ενάντια στην ισραηλινή κατοχή, ενώ κατάγγειλε από την πρώτη στιγμή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

 

ΥΓ: Οι απόψεις που διατυπώνονται στο άρθρο είναι προσωπικές


 [RbD1]