Γράφει ο Στωικός              

Η «απελευθέρωση» γενικώς, είναι το ίαμα «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν», όπως έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

 

Προφανώς και έχετε ακούσει τις φράσεις κλισέ τις τελευταίες εβδομάδες. «η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό, με συνέπεια να μειωθεί η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος». Και η κασέτα αυτή, γυρίζει από στόμα σε στόμα από τα κυβερνητικά παπαγαλάκια. Τα επιχειρήματα αυτά, δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Δεν πρόκειται να μειωθεί η τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, από το ξεπούλημα της μικρής, αλλά και της μεγάλης ΔΕΗ, στα αρπακτικά του ιδιωτικού κεφαλαίου. Και αυτό θα το αποδείξουμε ευθείς αμέσως.

Επειδή η μάχη για την αποτροπή του ξεπουλήματος της ηλεκτρικής ενέργειας, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, εν είδη τηλεγραφήματος, και προς ενίσχυση των επιχειρημάτων αυτών που επιδιώκουν την αποτροπή της εκποίησης, θα επισημάνουμε τα ακόλουθα:

Α) οι πολιτικές της «απελευθέρωσης» των αγορών, όλων των αγορών, οδήγησαν στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας του καπιταλισμού, η οποία δεν έχει σταματήσει, αλλά αντίθετα, συνεχίζεται και σήμερα. Μαζί με την κρίση, έγιναν συντρίμμια και θρύψαλα και τα ιδεολογήματα, ότι η απελευθέρωση των αγορών,  λειτουργεί ευεργετικά για τους λαούς.

Β) Η ιστορία της δημιουργίας της ΔΕΗ, όπως και του ΟΤΕ, της ΕΥΔΑΠ κλπ, είναι γνωστή. Οι επιχειρήσεις αυτές, οι οποίες αποτελούν και την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, δημιουργήθηκαν με πρωτοβουλία του κράτους, του καπιταλιστικού κράτους, τη δεκαετία του 1950. Και αυτό έγινε, όχι γιατί οι τότε κυβερνώντες ήταν κρατιστές. Απλώς οι ιδιώτες καπιταλιστές, δεν είχαν καμία διάθεση να κάνουν τέτοιου είδους επενδύσεις. Και αυτό που απέτρεψε το ιδιωτικό κεφάλαιο να επενδύσει στην ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες, ήταν το μεγάλο ύψος των επενδύσεων και η μακροχρόνια περίοδος απόσβεσης των επενδύσεων και απόδοσης κέρδους. Και το κενό αυτό, που δημιουργήθηκε από την απροθυμία του ιδιωτικού κεφαλαίου να επενδύσει στους συγκεκριμένους τομείς, ήλθε να το καλύψει το καπιταλιστικό κράτος, μέσω της επενδυτικής του πολιτικής. Επενδύσεις, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από την φορολογία του ελληνικού λαού. 

Με την έννοια αυτή, η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, η ΕΥΔΑΠ, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία του ελληνικού λαού. Από την άλλη βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι σε συνθήκες κυριαρχίας του καπιταλισμού, τα πάντα απαλλοτριώνονται,  όταν αυτό απαιτούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Γ) αποτελεί μέγιστη πρόκληση για τα λαϊκά συμφέροντα, ο ισχυρισμός που προβάλουν τα θρασίμια της κυβέρνησης Σαμαρά - Βενιζέλου, ότι η είσοδος του ιδιωτικού κεφαλαίου στην ενέργεια, θα οδηγήσει σε μείωση των τιμών του ηλεκτρικού ρεύματος. Εδώ κυριολεκτικά βιάζουν την πραγματικότητα.

Η αλήθεια είναι, ότι, επειδή η χαμηλή τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος που υπήρχε τη δεκαετία του 1990, ήταν ο υπ’ αριθμόν ένας αποτρεπτικός παράγοντας, για να προσελκύσουν ιδιωτικά κεφάλαια στην ενέργεια, τα λαμόγια των τότε κυβερνήσεων, προχώρησαν σε απανωτές αυξήσεις των τιμολογίων της ΔΕΗ. Από τη θέσπιση του νομοθετικού πλαισίου «απελευθέρωσης» της ηλεκτρικής ενέργειας ως και σήμερα, τα οικιακά τιμολόγια αυξήθηκαν περισσότερο από 100%, μόνο και μόνο για να κάνουν ελκυστική τη ΔΕΗ  στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Δ) και ερχόμαστε τώρα στο επίμαχο θέμα της «απελευθέρωσης» των αγορών. Με την είσοδο του ιδιωτικού κεφαλαίου σε «προστατευόμενες» περιοχές, εντείνεται ο ανταγωνισμός και πέφτουν οι τιμές, ή αντίθετα συγκεντρώνεται η παραγωγή και η αγορά σε λίγα χέρια, σε λίγες επιχειρήσεις που εφαρμόζουν μονοπωλιακές πρακτικές;

Η κυβέρνηση επικαλείται την περίπτωση των τηλεπικοινωνιών και ισχυρίζεται ότι η είσοδος νέων εταιριών, ενίσχυσε τον ανταγωνισμό και έτσι μειώθηκαν οι τιμές.

Η αλήθεια είναι, ότι στην περίπτωση της σταθερής τηλεφωνίας, είχαμε την πειρατική εισβολή αμφιλεγόμενων εταιριών στο χώρο, οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν το δίκτυο του ΟΤΕ, δεν έκαναν επενδύσεις, δεν πλήρωναν τα συμφωνηθέντα για την εκμετάλλευση του δικτύου και γενικώς είχαν την λογική της αρπαχτής.  Μετά την ολοκληρωτική ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, οι εταιρίες αυτές, είτε θα εξαγοραστούν από τον πρώτο, είτε θα χρεοκοπήσουν. Εκεί οδηγεί ο ανταγωνισμός.

Στην περίπτωση της κινητής τηλεφωνίας, ανταγωνίζονται σήμερα στην αγορά τρις μονοπωλιακές εταιρίες, η Cosmote, η Botafon και η Wins. Προσοχή όμως. Πρόκειται για ανταγωνισμό μονοπωλιακών επιχειρήσεων, ο οποίος θα καταλήξει είτε στην κυριαρχία του ενός από τους τρις, είτε θα συμφωνήσουν στο μοίρασμα της αγοράς (σχηματισμός καρτέλ), αν και η ελληνική αγορά είναι αρκετά μικρή για να αντέξει τρις μεγάλες εταιρίες κινητής τηλεφωνίας.

Το που οδηγεί ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, μπορεί να φανεί πολύ πιο καθαρά, όχι σε τομείς που ανταγωνίζονται δύο ή τρις μεγάλες μονοπωλιακές μονάδες, αλλά στους τομείς όπου λειτουργούν χιλιάδες επιχειρήσεις.

Σαν πιο ενδεικτική περίπτωση παίρνουμε τον κλάδο των Τροφίμων και Ποτών, όπου και παρατηρείται η μεγαλύτερη συσσώρευση  κεφαλαίου στο σύνολο της μεταποιητικής βιομηχανίας.

Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΙΟΒΕ για τον κλάδο τροφίμων και ποτών του 2011 (συντάκτες οι κυρίες Φ. Θωμαΐδου και Π. Βλάχου), στο χώρο λειτουργούσαν 16.695 επιχειρήσεις, από τις οποίες οι 893 (το 5% του συνόλου) απασχολούσαν περισσότερο από 10 άτομα, ενώ οι 15.802 (το 95% του συνόλου), απασχολούσαν λιγότερα από 10 άτομα.

Και όμως το 5% των επιχειρήσεων στον κλάδο τροφίμων και ποτών, απασχολούσαν το 63% των εργαζομένων, συγκέντρωσαν το 92% του κύκλου εργασιών και το 92% της προστιθέμενης αξίας (παραγωγή υπεραξίας).

Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων του κλάδου, δηλαδή το 95%, απασχολούσε το 37% των εργαζομένων και συγκέντρωσε μόνο 8% του κύκλου εργασιών και της προστιθέμενης αξίας.

Έχουμε επομένως μία πρώτη διάκριση στον πιο δυναμικό  κλάδο της ελληνικής μεταποίησης, με το μόλις 5% των επιχειρήσεων, να κυριαρχούν κατά κράτος σε βάρος του υπόλοιπου 95%.

Αλλά και αυτή η διάκριση δεν απηχεί την πραγματική δύναμη ισχύος στον συγκεκριμένο κλάδο. Γιατί ασφαλώς μια επιχείρηση με 15 - 20 - 30 εργαζόμενους δεν μπορεί να χαρακτηριστεί μονοπωλιακή, παρά το γεγονός ότι κατατάσσεται στο προνομιούχο 5%.

Στην πραγματικότητα τα πραγματικά αφεντικά του κλάδου, οι μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις που κυριαρχούν στην παραγωγή είναι απειροελάχιστες και πασίγνωστες και ο πίνακας που παραθέτουμε (αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη) είναι ενδεικτικός.

Δεκαπέντε πασίγνωστες εταιρίες του  κλάδου τρόφιμα - ποτά, παρουσίασαν την τετραετία 2004 - 2007 καθαρά κέρδη 1,5 δις. ευρώ. Από αυτές, οι τέσσερις παρουσίασαν ζημιογόνα αποτελέσματα. Από τις υπόλοιπες 11  που εμφάνισαν κέρδη, οι 5 είχαν κέρδη μεγαλύτερα των 100 εκατ. ευρώ. Μία εταιρία μόνο ( η coca- cola), συγκέντρωσε περισσότερο από το 1/3 των καθαρών κερδών της τετραετίας.   

Κοντολογίς, κουμάντο σε μία αγορά που δραστηριοποιούνται κοντά στις 17.000 επιχειρήσεις, κάνουν μόνο 5 επιχειρήσεις, ή το 0,0003% του συνόλου.

Υποκλιθείτε σε αυτό το 0,0003%.  Υποκλιθείτε μπροστά στην εξοχότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Αλλά ας δούμε πως λειτούργησε ο ανταγωνισμός σε ένα πλήρως ιδιωτικοποιημένο περιβάλλον 17.000 επιχειρήσεωνυπήρξαν στις τιμές;

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της  ΕΛ.ΣΤΑΤ, οι τιμές στον κλάδο τροφίμων και ποτών την περίοδο Δεκέμβρης 2005 - Δεκέμβρης 2009, σημείωσαν μεσοσταθμική αύξηση 13,4%. Την δε περίοδο της κρίσης ( Μάης 2010 - Μάης 2013) σημείωσαν αύξηση 5,8%, σε μία δηλαδή περίοδο που τσακίζονταν μισθοί, συντάξεις, εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα.

Ιδού λοιπόν το θαύμα του ανταγωνισμού. Τη στιγμή που οι εργαζόμενοι στέναζαν κάτω από την μπότα των μνημονίων, τα αφεντικά - οι μονοπωλιακοί όμιλοι - στο χώρο της διατροφής, κερδοσκοπούσαν ασύστολα σε βάρος των φτωχών και των κατεστραμμένων από τις πολιτικές λιτότητας.

Τίποτα πιο φυσιολογικό, από το γεγονός το κεφάλαιο να συμπεριφερθεί σαν κεφάλαιο και όχι σαν φιλανθρωπικό ίδρυμα.

Και κάτι τελευταίο. Ο ελεύθερος ανταγωνισμός οδηγεί στο μονοπώλιο έγραφε ο Λένιν πριν ένα αιώνα. Και τα γεγονότα τον επιβεβαιώνουν.