Γράφει ο Δημοσθένης Κάβουρας.

Φυσικών καταστροφών συνέχεια είχαμε το περασμένο Σάββατο το βράδυ έως τα ξημερώματα της Κυριακής. Αυτή τη φορά η πολύπαθη Εύβοια έπεσε θύμα της σφοδρής κακοκαιρίας «Θάλεια» με αποτέλεσμα το χαμό 8 συνανθρώπων μας μεταξύ των οποίων και ένα βρέφος 8 μηνών.

 

Η καταστροφή προκλήθηκε ύστερα από την υπερχείλιση χειμάρρων του Μασσαπίθου στα Ψαχνά, του ρέματος στο Πολιτικό και του ποταμού Λήλαντα στο Λευκαντί. Οι περιοχές αυτές επίσης είχαν καεί πέρσι. Ανάμεσα σε άλλα, πάνω από δύο χιλιάδες σπίτια έχουν πλημμυρίσει με ορισμένα μάλιστα να μην έχουν ρεύμα, ενώ οι καταστροφές στις υλικές υποδομές αλλά και στους τοπικούς μαγαζάτορες είναι μεγάλες.

Μπροστά σε άλλη μία ανείπωτη τραγωδία ύστερα από τη Μάνδρα και το Μάτι, μόνο ως κλαυσίγελως μπορεί να ιδωθεί η κυβερνητική ρητορεία η οποία προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στην κλιματική αλλαγή και στην Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία. Ύστερα από διάψευση της ΕΜΥ, η οποία ισχυρίζεται ότι η πολιτειακή εξουσία ήταν ενήμερη για τις μετεωρολογικές προβλέψεις, η κυβέρνηση είναι ακόμα περισσότερο έκθετη. Μάλιστα ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας, Ν. Χαρδαλιάς έφτασε στο σημείο να αποκαλέσει την μη αποστολή μηνυμάτων μέσω του 112 ως «ευτύχημα» διότι, όπως ανέφερε, «θα θρηνούσαμε εκατόμβη νεκρών».

Οι κυβερνητικές ευθύνες και η ολιγωρία είναι μεγάλες και για αυτό τα αστικά κόμματα του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ δικαίως ασκούν δριμεία κριτική. Ωστόσο συγκαλύπτουν τις δικές τους ευθύνες οι οποίες είναι μεγάλες αφού και τα δύο αυτά κόμματα εναλλάχτηκαν με τη ΝΔ στον κυβερνητικό θώκο. Και τις βαραίνουν ακριβώς γιατί ο πυρήνας των προβλημάτων δεν είναι ο ένας ή ο άλλος κυβερνητικός χειρισμός ο οποίος βεβαίως και παίζει σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα σε τέτοιες κρίσεις αλλά η συνολική απουσία έργων με αντιπλημμυρικό χαρακτήρα στην προκειμένη ή αντιπυρικό παλιότερα. Και η απουσία τέτοιων έργων είναι η πολιτική επιλογή την οποία πήραν όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα υπηρετώντας με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου. Ακριβώς για αυτό το λόγο δεν προάγονται έργα αντιπλημμυρικού χαρακτήρα η αντιπυρικού επειδή αποτελούν κόστος για το κεφάλαιο και τα κέρδη είναι σε πολύ χαμηλό βαθμό.

Μάλιστα έναν χρόνο πριν ύστερα από τις πυρκαγιές στην Εύβοια αρμόδιοι περί των φυσικών καταστροφών είχαν επισημάνει την ανάγκη ανάπτυξης έργων αντιπλημμυρικής προστασίας διότι όπως εξηγούσαν τότε, ύστερα από τις πυρκαγιές ακολουθούν βροχοπτώσεις οι οποίες συμπαρασύρουν τα ήδη ευπαθή εδαφικά υλικά.

Η ολιγωρία όμως δεν φτάνει ένα χρόνο πριν, αλλά ξεκινάει ήδη από το 2009 όταν είχε πλημμυρίσει ο ποταμός Λήλας αλλά κανένα μέτρο δε πάρθηκε ώστε να μην ξανασυμβεί. Αυτό αποτελεί άλλη μία τρανή απόδειξη ότι «το κράτος έχει συνέχεια» και ότι η ασκούμενη πολιτική ανεξάρτητα του ποιος βρίσκεται στην κυβέρνηση, είτε θα υπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες είτε την κερδοφορία του μεγάλου κεφαλαίου, στο οποίο δίνεται πακτωλός χρημάτων, την ίδια στιγμή που εν έτει 2020 χιλιάδες νοικοκυριά καταστρέφονται από φυσικά φαινόμενα τα οποία θα μπορούσαν να αποφευχθούν, αν υπήρχε ο κατάλληλος προσανατολισμός.

Από κοντά βέβαια και η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία χρηματοδοτεί έργα στη βάση της ανταποδοτικότητας δηλαδή του κόστους οφέλους όπου βέβαια κόστος για αυτούς είναι τα αναγκαία έργα ώστε να μην βουλιάζουν κάθε χρόνο τα λαϊκά νοικοκυριά μέσα σε τόνους λάσπης ή να καίγονται, καταστρέφοντας μέσα σε λίγες ώρες κόπους ζωής.

Η δικαιολογημένη οργή των κατοίκων, των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων της περιοχής πρέπει να έχει ξεκάθαρους αποδέκτες: την κυβέρνηση πρώτα και κύρια η οποία οφείλει να τους αποζημιώσει στο ακέραιο για όποια ζημιά έχουν υποστεί είτε στις κατοικίες τους είτε στον τόπο δουλειάς τους και συνολικά στις περιουσίες τους. Να τους εξασφαλίσει αξιοπρεπή τρόπο διαβίωσης έως ότου εκταμιευθούν οι αποζημιώσεις και να ξεκινήσουν άμεσα έργα αντιπλημμυρικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την περιοχή ώστε να μην ξανά υπάρξουν τέτοια τραγικά φαινόμενα.

Η τελευταία αυτή τραγωδία δείχνει πόσο επιτακτική ανάγκη είναι η αλλαγή του πολιτικού προσανατολισμού συνολικά στη χώρα με ανατροπή του υφιστάμενου αντιλαϊκού πλαισίου, των χιλιάδων μνημονιακών και εφαρμοστικών νόμων, η απεμπλοκή από το ευρωενωσιακό άρμα που δένει χειροπόδαρα τη χώρα, η ανάγκη ανάπτυξης έργων προς όφελος του λαού ώστε να μην ξανά υπάρξουν νέες «Μάνδρες» και «Εύβοιες».

Εκεί πρέπει να δώσουν το βάρος οι κομμουνιστές και συνολικά οι λαϊκές δυνάμεις.