Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Γράφει ο Δημήτρης Κόκκος.

Με το άνοιγμα των επιχειρήσεων της εστίασης, των ξενοδοχείων και εν γένει των τουριστικών καταλυμάτων, ανοίγεται μπροστά μας μια νέα περίοδος, αρκετά σημαντική πρώτα και κύρια για τους εργαζόμενους του κλάδου, και για όσους απορροφώνται από δραστηριότητες που καλύπτουν το ευρύ φάσμα του τουρισμού, όπως είναι οι εποχικοί εργαζόμενοι στα σούπερ μάρκετ, οι διάφοροι μηχανικοί και άλλοι.

Το μέλλον το οποίο προδιαγράφεται καθόλου φωτεινό δεν είναι, καθώς η κυβέρνηση, κατ' επιταγή της μεγάλης εργοδοσίας και των μονοπωλιακών ομίλων στον τουρισμό, έχει νομοθετήσει μια σειρά αντεργατικά μέτρα που πλήττουν το εισόδημα και τα δικαιώματα των εργαζομένων του κλάδου.

Μπορεί η κυβέρνηση να μιλάει για 120.000 εργαζόμενους οι οποίοι προβλέπεται να μην μείνουν χωρίς δουλειά, και να καλυφθούν από το ειδικό πρόγραμμα «ΣΥΝ-Εργασία» αλλά τα… μαθηματικά της είναι επικίνδυνα λαθεμένα. Οι εργαζόμενοι που θα μείνουν χωρίς δουλειά ή εισόδημα, είναι μάλλον διπλάσιοι, μπορεί και περισσότεροι. Οι υπολογισμοί της κυβέρνησης άφησαν απ' έξω αρκετές χιλιάδες εργαζομένων, οι οποίοι περιμένουν τους θερινούς μήνες, ώστε να βγάλουν τα προς το ζην του χειμώνα. Διότι ναι μεν είναι ενταγμένοι στο ταμείο ανεργίας του ΟΑΕΔ, αλλά ποιος μπορεί να τους εξασφαλίσει την αξιοπρεπή διαβίωση ύστερα απ’ το φθινόπωρο; Μέσα σε αυτή τη κατηγορία εντάσσονται πολλοί, όπως εκείνοι οι οποίοι δουλεύουν μόνο τους θερινούς μήνες -σε συνθήκες πλήρως εντατικοποιημένες, με δυσανάλογες για την δουλειά που βγάζουν αποδοχές- και έχουν οικογένειες από πίσω, αρκετοί νέοι εργαζόμενοι και φοιτητές, όπου με τα χρήματα της σαιζόν καλύπτουν τα έξοδα των σπουδών τους σε άλλες πόλεις ή «περνάνε» τον υπόλοιπο χρόνο. Αυτοί μένουν κυριολεκτικά στον αέρα.

Από την άλλη, σε όσους βρίσκεται σε αναστολή η σύμβαση τους έχει δοθεί πλέον η δυνατότητα να παραμείνουν σε αυτό το καθεστώς, και η επιστροφή στη δουλειά να εξαρτάται από την πληρότητα και τις κρατήσεις των ξενοδοχειακών μονάδων στις οποίες εργάζονται. Και αν αυτό φαίνεται λογικό για τις μικρές επιχειρήσεις και καταλύματα, είναι εγκληματικό για τους εργαζόμενους στα μεγάλα ξενοδοχεία, όπου τα προηγούμενα χρόνια είδαν τα κέρδη τους να πολλαπλασιάζονται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου. Η δυνατότητα να ανακληθεί οριστικά η αναστολή της σύμβασης, είναι άμεσα συνυφασμένη, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, με την πληρότητα κρατήσεων, που θα έχει κάθε μονάδα, και μόνο για ένα μέρος κάθε φορά των εργαζομένων. Δηλαδή το αν ένας εργαζόμενος θα γυρίσει στη δουλειά ή όχι, έχει να κάνει πλέον καθαρά με την τύχη.

Η ταυτόχρονη ένταξη των μεγάλων ξενοδοχειακών ομίλων στο πρόγραμμα «ΣΥΝ-Εργασία», με μόνη προϋπόθεση την πτώση του τζίρου τους κατά 20%, δίνει τη δυνατότητα στους ομίλους αυτούς να κρατήσουν τους εργαζόμενους με τα ψίχουλα των 534€ της κρατικής ενίσχυσης, αντί του κανονικού τους μισθού.

Η ίδια κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω, ισχύει και για τους εργαζόμενους στον επισιτισμό. Οι μεγάλοι όμιλοι της εστίασης, ήδη πραγματοποιούν περικοπές στους μισθούς των εργαζομένων και στα ασφαλιστικά τους δικαιώματα, κάτω από την επιταγή «να βάλουμε όλοι πλάτη», ενώ τα κέρδη που εισέρρεαν τα προηγούμενα χρόνια οι εργαζόμενοι δεν τα είδαν «ούτε με το κυάλι». Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν τους παρέχονται ούτε τα ατομικά μέσα προστασίας από τους μεγαλοεργοδότες με αποτέλεσμα να κινδυνεύει και η ζωή των εργαζομένων αλλά και των πελατών.

Ήδη μεγάλο μέρος των εποχικών εργαζομένων στον επισιτισμό που είχαν συμφωνήσει για το που θα δουλέψουν το καλοκαίρι, έχει πάρει «ειδοποιητήριο» ότι «δεν θα τον χρειαστούν φέτος». Έτσι, όλος αυτός ο κόσμος, και ξεκρέμαστος μένει, και πολύ περισσότερο, όσοι θα είναι οι «τυχεροί» που θα έχουν δουλειά, στη παραμικρή κουβέντα απέναντι στον εργοδότη και τις αυθαιρεσίες του, την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, τη μείωση στο μεροκάματο κλπ, θα βρεθούν αντιμέτωποι με την απειλή της απόλυσης. Συνάμα, το φάσμα της «μαύρης» εργασίας ολοένα και διογκώνεται, λαμβάνει νέες διαστάσεις.

Οι πολλές χιλιάδες μικρών επιχειρήσεων του κλάδου, βρίσκονται πραγματικά μπροστά στο χείλος του γκρεμού. Τα συσσωρευμένα χρέη και τα νέα που δημιουργήθηκαν τη περίοδο αναστολής των δραστηριοτήτων τους, συνθέτουν μια οξεία κατάσταση από την οποία δύσκολα θα τα βγάλουν πέρα. Οι προβλέψεις της ΓΣΕΒΕ, ότι το 1/3 των επιχειρήσεων βρίσκονται μπροστά στο λουκέτο, δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Οι μικροϊδιοκτήτες, εκείνοι που διατηρούν μια ατομική επιχείρηση στον τουρισμό, και οι αυτοαπασχολούμενοι θα πληγούν σημαντικά. Ήδη, ένα μέρος τους, δεν πρόκειται να ανοίξει. Από την άλλη και όσοι ανοίξουν δεν είναι βέβαιο ότι θα βγάλουν τζίρο αρκετό ώστε να συντηρηθούν το χειμώνα.

Η κατάσταση μπορεί να προμηνύεται δυσοίωνη, αν όχι τόσο έντονα τη θερινή περίοδο, απ’ το φθινόπωρο και μετά. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η δύναμη-κλειδί, εκείνη που μπορεί να καθορίσει τα πράγματα, η εργατική τάξη και συνολικά ο λαϊκός παράγοντας, εκτιμούμε ότι δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη. Στα χέρια του λαού και των μαζικών του φορέων, πρώτα από όλα των εργαζομένων και των συνδικάτων βρίσκεται η δυνατότητα να κινηθούν τα πράγματα προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση.

Σε αυτή τη βάση είναι αναγκαίο πρώτα απ’ όλα η ενότητα, η οργάνωση και ο αγώνας των εργαζομένων του κλάδου, για την δουλειά, το μεροκάματο, τα μέτρα προστασίας, την συλλογική σύμβαση, την ασφάλιση κλπ. Να βρεθεί ο κοινός βηματισμός όλων των εργαζομένων, και ευρύτερα των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονται, στον αγώνα για κρατική στήριξη, κούρεμα χρεών και διεκδίκηση μέτρων ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο που δραστηριοποιείται στον τουρισμό.

Αυτά τα μέτρα σίγουρα είναι αναγκαία για να ανακουφίσουν, όμως δεν φτάνουν μόνο αυτά. Χρειάζεται γενικότερη πάλη, ενάντια στις επιταγές της ΕΕ, που έχουν δέσει χειροπόδαρα τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, ενάντια στο χρέος που ούτε δημιούργησε, ούτε πρέπει να πληρώσει ο λαός, ενάντια στους χιλιάδες μνημονιακούς και εφαρμοστικούς νόμους που είναι ακόμα σε ισχύ και το Σύμφωνο Σταθερότητας, να ιχνηλατηθεί ένας άλλος δρόμος, στη προοπτική της πάλης για την νέα κοινωνία, τον σοσιαλισμό.

IMAGE Οι εν δυνάμει δολοφόνοι
Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020
Γράφει ο Κώστας Γρηγοριάδης. Ο 27χρονος Βασίλης Μάγγος δεν ζει πια ανάμεσά μας. Ο ενεργός πολιτικά και κοινωνικά συμπολίτης μας, είχε ξυλοκοπηθεί άγρια, έξω από το δικαστικό μέγαρο του Βόλου, στις 14-6-2020 από δυνάμεις των ΜΑΤ και ΟΠΚΕ. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ