Γράφει ο Πέτρος Μητροβασιλόπουλος

Με τριγμούς για την κυβέρνηση ψηφίστηκε, με τη αυταρχικότατη διαδικασία του κατεπείγοντος, το νομοσχέδιο που απελευθερώνει τους πλειστηριασμούς, ακόμα και της πρώτης κατοικίας. Ένας βουλευτής από τον στενό κύκλο του πρωθυπουργού, μη αντέχοντας να ψηφίσει ένα τέτοιο «σπιτοκτόνο» νομοσχέδιο, παραιτήθηκε, παραδίδοντας τη βουλευτική έδρα του στο κυβερνών κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ δύο άλλοι βουλευτές, ένας του ΣΥΡΙΖΑ και ένας του κυβερνητικού εταίρου του, των ΑΝΕΛ, δεν ψήφισαν αυτό το νομοσχέδιο και διαγράφηκαν από τα κόμματά τους. Αυτά τα γεγονότα που είναι και αντανάκλαση των λαϊκών διαθέσεων ενάντια στην αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική, δείχνουν ασφαλώς και τις δυσκολίες που έχει το πολιτικό σύστημα να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του, της υπηρέτησης και εξυπηρέτησης του κεφαλαίου.

Μέσα στο επόμενο διάστημα του ενός μηνός, σύμφωνα με τη δέσμευσή της απέναντι στην Τρόικα, η κυβέρνηση υποχρεούται να φέρει στη βουλή και να ψηφίσει, το νέο ασφαλιστικό που ισοπεδώνει και καταργεί τις συντάξεις και τον κρατικό προϋπολογισμό του 2016 που περικόπτει κατά 1,650 δις την κρατική δαπάνη για μισθούς, συντάξεις, κοινωνική πολιτική και συνολικά περιέχει μια πρωτοφανή φοροεπιδρομή 5,7 δις ενάντια στους εργαζόμενους, στους συνταξιούχους, στους αυτοαπασχολούμενους, στους μικρομεσαίους αγρότες και επαγγελματοβιοτέχνες. Όλα αυτά φυσικά αποτελούν αιτία «πολέμου» για το εργατικό λαϊκό κίνημα που σέβεται τον εαυτό του και τους εργαζόμενους που εκπροσωπεί. Στις 12 του Νοέμβρη αυτό το κίνημα έδωσε μια πρώτη απάντηση και ταυτόχρονα διακήρυξε ότι θα κλιμακώσει τους αγώνες του.

Ο πρωθυπουργός κος Τσίπρας, συναισθανόμενος ότι με όλα αυτά δεν είναι μακριά η μέρα της αποκαθήλωσης του που ίσως να είναι παταγώδης και ανώμαλη, ενεργοποιεί διάφορες μεθοδεύσεις για νέα εξαπάτηση του λαού. Η τρέχουσα μεθόδευσή του είναι αυτό που βλέπουμε να κάνει δηλ. να ροκανίζει το χρόνο, διαρρέοντας ότι δίνει δήθεν σκληρές μάχες για να πείσει τους δανειστές να είναι πιο ήπιοι, ενώ καταφεύγει και σε μυθεύματα ότι με κάποια ισοδύναμα μέτρα θα αποφύγουμε τα χειρότερα και τελικά αφήνει να μένει στο μυαλό των ψηφοφόρων του ότι: ναι μεν περνάει τα αντιλαϊκά μέτρα που του επιβάλλονται από τους δανειστές, αλλά τα περνάει μετά από «αιματηρό» αγώνα και «πόνο» ψυχής, άρα δεν είναι υπόλογος γι’ αυτά που τελικά φέρνει στη βουλή και τα ψηφίζει, αφού δεν τα θέλει αλλά απλά «δεν γίνεται διαφορετικά».

Επειδή όμως και αυτή η μεθόδευση έχει και τα όρια της, «μια του κλέφτη δυο του κλέφτη τρεις και ο κακός του ο καιρός» που λέει και ο θυμόσοφος λαός μας, τα επόμενα βήματά του, όπως φαίνεται, είναι να «εκβιάσει» για άλλη μια φορά όλους εκείνους που μαζί τους ψήφισε το τρίτο μνημόνιο τον περασμένο δεκαπενταύγουστο, δηλαδή τα κόμματα ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ. Ήδη, αμέσως μετά την ψήφιση στη βουλή του προαναφερόμενου νομοσχεδίου για τα κόκκινα δάνεια και τους πλειστηριασμούς, μετέβη στο προεδρικό μέγαρο και εξασφάλισε τη δήλωση του φίλου του Προέδρου της Δημοκρατίας, ότι αυτός ως πρόεδρος θα συμβάλλει ώστε να υπάρξει συναίνεση και να μην πάει ο τόπος σε εκλογές, τουλάχιστον, μέχρι το τέλος του 2016.

Σε όλες αυτές τις μεθοδεύσεις και σε όσες θα ακολουθήσουν, πρωταρχικό ρόλο στη σύλληψη και εκπόνησή τους, έχουν διάφορα επιτελεία με επικεφαλής πολιτικάντηδες που έχουν διαγράψει μια διαδρομή από τα ηγετικά κλιμάκια του ΚΚΕ και διαμέσου του ΠΑΣΟΚ, ως σύμβουλοι του ΓΑΠ, κατέληξαν σήμερα στο ΣΥΡΙΖΑ και τώρα έχουν γίνει υπουργοί και βουλευτές, ενώ η αχαλίνωτη ματαιοδοξία τους ασφαλώς και περιλαμβάνει και προσωπικές επιδιώξεις ακόμα και σε βάρος των σημερινών συμβουλοληπτών τους. Όλες αυτές οι μεθοδεύσεις, πριν μπουν σε εφαρμογή, τίθενται υπό την έγκριση ή την ανοχή των δανειοληπτών, της Ευρωένωσης και του ΔΝΤ. Προς το παρόν το μεγάλο αγκάθι, το νέο συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο, ο πρωθυπουργός το «σπρώχνει» για ψήφιση στη βουλή, στις χρονιάρες μέρες των Χριστουγέννων, ευελπιστώντας ότι ο λαός, εν μέσω εορτών, δεν θα αντιδράσει.

Αυτοί φυσικά είναι σχεδιασμοί και τακτικισμοί που γίνονται από την κυβέρνηση για να μπορέσει να υπηρετήσει όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά το σύστημα ώστε να βγει από την πολύχρονη οικονομική κρίση του, σε βάρος των εργαζομένων και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Το πόσο θα τα καταφέρει θα εξαρτηθεί ασφαλώς από το ίδιο το λαϊκό κίνημα και από την συνεπή, παρατεταμένη, αγωνιστική ενεργοποίησή του. Η γενική απεργία στις 12 του Νοέμβρη ασφαλώς και ήταν μια πρώτη απάντηση.

Η κυβέρνηση, με την ανακοίνωσή του κυβερνώντος κόμματος, του ΣΥΡΙΖΑ που καλούσε σε συμμετοχή σ’ αυτήν την απεργία, επεχείρησε να την ευτελίσει και να την παρουσιάσει ως απεργία που αφήνει στο απυρόβλητο την κυβέρνηση που τάχατες δεν φταίει για αυτά που συμφωνεί με τους δανειστές και τα ψηφίζει στη βουλή!!! και επομένως οι απεργοί πρέπει να αγωνίζονται, πλατωνικά, ενάντια στους δανειστές.

Από την άλλη οι δυνάμεις της ΛΑΕ στο εργατικό κίνημα, συνυπάρχοντας με τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαία παράταξη, συνυπάρχοντας δηλ. με τον κυβερνητικό συνδικαλισμό, πέρα από το σουρεαλιστικό της υπόθεσης, (κυβερνητικοί και αντικυβερνητικοί μαζί και αντάμα), στην ουσία συμμετείχαν στην απεργία με «κυβερνητικοαντικυβερνητικό» και πάντως αμφιλεγόμενο προσανατολισμό. Όσο για τις δυνάμεις του διαχρονικού κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, με όποια μορφή και αν σήμερα εμφανίζονται, και την απεργία αυτή την χειρίστηκαν ως επετειακή υποχρέωση μιας ντουφεκιάς.

Αλλά και η ηγεσία του ΠΑΜΕ, για άλλη μια φορά με τη λογική της απομονωτικής καθαρότητας, βάδισε τη γνώριμη, μοναχική διαδρομή του και στην αποτίμηση της απεργίας που έκανε, εστίασε στην ποσοτική συμμετοχή στις απεργιακές συγκεντρώσεις, προβάλλοντας το γεγονός ότι η δική του συγκέντρωση ήταν μεγαλύτερη.

Γενικά, όλες οι παραπάνω δυνάμεις στις ανακοινώσεις τους, μίλησαν για κλιμάκωση του αγώνα με νέα απεργία όταν θα πάει το ασφαλιστικό νομοσχέδιο στη βουλή. Και βέβαια είναι θετικό που φαίνεται ότι θα υπάρχει μια συνέχεια των κινητοποιήσεων. Όμως εκ του αποτελέσματος, είναι αδιέξοδη, μια τέτοια συνέχεια που απλά λέει ότι, «άντε, κάθε φορά που κάποια αντιλαϊκά μέτρα θα γίνονται νομοσχέδιο και θα πηγαίνουν για ψήφιση στη βουλή, εμείς θα κάνουμε και από μια απεργία και θα περιμένουμε τα επόμενα για να κάνουμε άλλη μια». Και είναι αδιέξοδη γιατί τελικά δεν αποτρέπεται και δεν εμποδίζεται η νομοθέτηση και εφαρμογή μέτρων που εξαθλιώνουν το λαό. Επομένως, ιδιαίτερα σήμερα, σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, σε συνθήκες που το πολιτικό υπηρετικό προσωπικό του συστήματος δυσκολεύεται να υπηρετήσει το σύστημά του και καταφεύγει όλο και περισσότερο στον αυταρχισμό και στον ετσιθελισμό, σε συνθήκες που οι όροι διαβίωσης και επιβίωσης των φτωχών λαϊκών στρωμάτων χειροτερεύουν μέρα με τη μέρα, οι αγώνες δεν μπορούν να γίνονται με όρους του παρελθόντος ή με όρους «έλα στην δική μου ποσότητα και στη δική μου καθαρότητα». Σήμερα η πραγματικότητα, το σύστημα, δεν σου λέει απλά ότι «οι αυξήσεις που θα σου δώσω θα είναι κατώτερες π.χ. του τιμάριθμου», αλλά ότι «στις μέχρι τώρα απόλυτες μειώσεις μισθών και συντάξεων που σου έχω κάνει, θα σου κάνω και άλλες και άλλες… μέχρι να σε εξουθενώσω, να σου μηδενίσω την τιμή της εργατικής σου δύναμης». Αυτή η πραγματικότητα απαιτεί να πολιτικοποιηθούν οι αγώνες και να έχουν συνέχεια και συνέπεια. Βάση της πολιτικοποίησης σήμερα δεν μπορεί να είναι η παράθεση αποσπασματικών αιτημάτων, ούτε βέβαια μπορεί να είναι ο σοσιαλισμός αφού δεν είναι ώριμες οι συνθήκες, όπως λέει και το ΠΑΜΕ, αλλά παρόλα αυτά τον θέτει ως άμεσο καθήκον. Βάση της πολιτικοποίησης μπορεί να είναι σήμερα η εναντίωση στη μήτρα των μέτρων που είναι τα μνημόνια.

Αυτή η βάση είναι η μόνη που σήμερα μπορεί να συσπειρώσει τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων και του λαού. Με αυτήν τη βάση μπορούν αναπτυχθούν οι μαζικότεροι, οι δυναμικότεροι και αποτελεσματικότεροι αγώνες και μέσα από αυτούς του αγώνες σίγουρα θα ωριμάζει σε όλο και περισσότερες συνειδήσεις, ότι η μήτρα της μήτρας των μνημονίων δηλ. το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα είναι η αιτία όλων των κακών και επομένως για συνολικότερες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές υπέρ των εργαζομένων, είναι ανάγκη να γίνουν αγώνες και για τη συνολική ανατροπή αυτού του απάνθρωπου συστήματος.

Εκείνο λοιπόν που προέχει σήμερα είναι να παραμεριστούν και να ξεπεραστούν όλες οι ιδεοληψίες που λειτουργούν ως τροχοπέδη στο κίνημα, για να μπορέσει το κίνημα να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων. Είναι καιρός επομένως, στην πορεία προς την επόμενη απεργία για το ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό, οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να πάρουν την υπόθεση της συγκρότησης του αντίστοιχου και ισοδύναμου των περιστάσεων μετώπου τους, ενάντια στα μνημόνια και να αναπτύξουν τους δικούς τους αγώνες για την ανατροπή τους και όχι μόνο.