Γράφει ο Δ. Δημητριάδης

Πριν λίγο καιρό δημοσιεύθηκε στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο εσωκομματικό κείμενο της Γραμματείας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ με τίτλο, «Σχετικά με τη δημιουργία πολιτικής κίνησης με το όνομα Κίνηση κομμουνιστών Εργατικός Αγώνας». Προβληματίστηκα πολύ αν έπρεπε να γράψω κάτι. Αποφάσισα καταρχήν να μη γράψω βλέποντας πως η ηγεσία του κόμματος χρησιμοποιεί χαρακτηρισμούς απαράδεκτους χωρίς να έχει την παραμικρή πρόθεση να θίξει την ιδεολογική και πολιτική ουσία των απόψεων που εκτίθενται. Μια τέτοια «συζήτηση» την θεωρώ βλαβερή και εντελώς απαράδεκτη για το Κομμουνιστικό Κόμμα και την Αριστερά. Τελικά, κατέληξα να γράψω ορισμένα γενικά ζητήματα ελπίζοντας να συμβάλλω σε μια πιο παραγωγική συζήτηση που -ούτως ή άλλως- πρέπει να ανοίξει και γιατί τα θέματα που θίγονται είναι τεράστιας σημασίας.

Το Κομμουνιστικό κίνημα διεθνώς έχει περιέλθει σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, Βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και θα παραμείνει εκεί όσο αδυνατεί να διαμορφώσει μια επαναστατική στρατηγική και τακτική που θα την υπηρετήσει με συνέπεια και παράλληλα να λύσει με τρόπο λενινιστικό ένα σωρό ζητήματα που το αφορούν και το ταλανίζουν, αναφορικά με τη φυσιογνωμία και τη λειτουργία του. Κυρίως πρέπει να λύσει δύο θεμελιακά προβλήματα του.

Το πρώτο είναι να διαμορφώσει επαναστατικό πρόγραμμα -στρατηγική και τακτική- που να στηρίζεται στο μαρξισμό λενινισμό και στη μελέτη της σύγχρονης αστικής κοινωνίας και των αντιθέσεων της. Αυτό θα πρέπει να συνδέει διαλεκτικά τον αγώνα για τα άμεσα με την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Σε αυτό θα περιλαμβάνονται όλα όσα συζητούμε, είτε συμφωνούμε είτε διαφωνούμε, από τη μελέτη του εγχειρήματος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τον 20ο αιώνα. Θα πρέπει να περιέχεται η εξαγωγή των αναγκαίων ορθών συμπερασμάτων, η κριτική αποτίμηση της πορείας του κομμουνιστικού κινήματος τον περασμένο αιώνα και κυρίως, αλλά όχι μόνο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τις μεγάλες αρετές αλλά και τις αδυναμίες της, τις μεγάλες διαφωνίες και συγκρούσεις στα πλαίσια του κομμουνιστικού κινήματος τον αιώνα που πέρασε. Όλα αυτά είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν και κατά το δυνατόν να απαντηθούν με βάση τη διαλεκτική και τον ιστορικό υλισμό και τις συγκεκριμένες κάθε φορά συνθήκες, χωρίς υποκειμενισμούς. Είναι γεγονός ότι πρόκειται για πολύ μεγάλο και δύσκολο εγχείρημα το οποίο δεν μπορεί να φέρει σε πέρας ένας άνθρωπος ή κάποιοι άνθρωποι, μια οργάνωση ή ένα κόμμα μόνο του. Αντίθετα, απαιτείται συλλογική προσπάθεια σε διεθνή κλίμακα. Απαιτείται κυρίως κλίμα και διάθεση διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων, ανοιχτά μάτια και αυτιά. Να μη οχυρώνεται κάθε συλλογικότητα πίσω από τη μοναδική αλήθεια που αυτή κατέχει, θεωρώντας πως είναι η μοναδικά ορθή κι ότι όλες οι άλλες δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν. Ευελπιστούμε η νέα άνοδος του επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος που θα έρθει να αναδείξει τους νέους μεγάλους θεωρητικούς και τους ηγέτες. Όμως, σύγχρονοι Λένιν δεν υπάρχουν και όσοι βλέπουν τον εαυτό τους με τέτοιες δυνατότητες είναι σίγουρο ότι μεγάλο κακό προξένησαν και θα προξενήσουν στην υπόθεση της εργατικής τάξης.

Το δεύτερο θεμελιακό πρόβλημα του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος είναι η ίδια η φυσιογνωμία του, ο τρόπος οργάνωσης και λειτουργίας του. Αυτό το κόμμα θα πρέπει να επιτρέπει από τη μια την ενιαία δράση και τη μέγιστη αποτελεσματικότητα εντελώς αναγκαίες αρετές για τα Κομμουνιστικά κόμματα που φιλοδοξούν να ανατρέψουν τον καπιταλισμό και να οικοδομήσουν την κομμουνιστική κοινωνία. Κι από την άλλη δεν θα πρέπει να μπαίνει εμπόδιο στην ανάπτυξη των ιδεών, στη μελέτη των νέων φαινομένων, στη διακίνηση των ιδεών στην ολόπλευρη ενημέρωση όλων των κομμουνιστών. Μόνο με αυτό τον τρόπο ολόκληρο το Κομμουνιστικό κόμμα θα μπορεί να σκέφτεται, να συμμετέχει δημιουργικά στη συζήτηση και στη λήψη των αποφάσεων, στις επεξεργασίες, στην γενίκευση της πείρας, Θα πρέπει να αναπτύσσεται ο διάλογος και η αντιπαράθεση στα πλαίσια του με ιδεολογικούς και πολιτικούς όρους. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα αναπαράγονται εντός του Κομμουνιστικού κόμματος τα αστικά πρότυπα και οι αρχές και –κυρίως- ο διαχωρισμός σε ηγέτες που σκέφτονται και όλους τους άλλους που εκτελούν το καταστάλαγμα της άνωθεν «σοφίας». Η ιστορική πείρα αυτό το έχει πλέον αποδείξει. Αυτό το κόμμα οφείλει να καλλιεργεί την κουλτούρα του διαλόγου της ανταλλαγής των απόψεων, της διακίνησης των ιδεών με τρόπους και μορφές που θα καθιερωθούν. Να εξασφαλίζει πως θα έχουν όλα τα μέλη τα ίδια δικαιώματα, από το Γενικό Γραμματέα της ΚΕ ως το μέλος της πιο απομακρυσμένης ΚΟΒ της υπαίθρου. Δεν είναι δυνατόν οι αντιθέσεις, οι διαχωρισμοί και οι καταμερισμοί της αστικής κοινωνίας που ζούμε να αναπαράγονται μέσω του τρόπου λειτουργίας του, στο κόμμα που ανήκουμε. Ή όλα αυτά τα διορθώνουμε, ή η προοπτική για το κομμουνιστικό κόμμα δεν πρόκειται να υπάρξει.

Στη βάση των παραπάνω θα ασχοληθούμε με δύο ζητήματα που θέτει το κείμενο της Γραμματείας της ΚΕ του κόμματος.

Το πρώτο: Αφού αναφέρει ότι ο στόχος του Εργατικού Αγώνα είναι το χτύπημα της επαναστατικής γραμμής του κόμματος, θέτει το ζήτημα των διαδικασιών μέσω των οποίων συζητήθηκε και αποφασίστηκε η συγκεκριμένη πολιτική και μάλιστα –όπως λέει- με τον πιο δημοκρατικό τρόπο. Γράφει η ανακοίνωση: «Η κίνηση τους έχει ως κύριο στόχο το χτύπημα της επαναστατικής γραμμής του κόμματος που διαμορφώθηκε μέσα από σκληρή και επίπονη προσπάθεια, μελέτη και συζήτηση σε όλη την κλίμακα του κόμματος. Μια γραμμή που προέκυψε μέσω της μελέτης της πείρας του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού και των αιτίων της αντεπανάστασης. Σε αυτή τη μεγάλη συλλογική προσπάθεια και συζήτηση ορισμένοι αντιτάχθηκαν. Οι απόψεις και πρακτικές τους μπήκαν στη δοκιμασία της εσωκομματικής συζήτησης και απορρίφθηκαν από τα μέλη του κόμματος σε όλες τις συλλογικές κομματικές διαδικασίες και στη συνέχεια άλλοι διαγράφηκαν για αντικομματική δράση και άλλοι αποχώρησαν μπροστά στη δυσκολίες. Τώρα συνασπίσθηκαν για να χτυπήσουν το κόμμα».

Εδώ -με βάση τα λεγόμενα της Γραμματείας- έχουμε ένα μέρος των κομματικών δυνάμεων, οι οποίοι είχαν άλλους, ανομολόγητους σκοπούς και -όταν η συζήτηση έγινε με όλους τους δημοκρατικούς κανόνες και οι απόψεις τους ηττήθηκαν- βάλθηκαν να χτυπήσουν το κόμμα. Έτσι απλά. Είναι, όμως, έτσι τα πράγματα; Λειτουργεί, αλήθεια, τόσο δημοκρατικά το ΚΚΕ; Λειτούργησε τόσο δημοκρατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως η Γραμματεία περιγράφει; Δεν θα καταφύγουμε στο επιχείρημα-ερώτηση «πώς είναι δυνατόν εκατοντάδες και χιλιάδες μέλη του κόμματος πολλά εκ των οποίων έδωσαν δύο, τρεις, τέσσερις ή και περισσότερες δεκαετίες από τη ζωή τους για το ΚΚΕ με τόση ευκολία να θέλουν να το καταστρέψουν; Τι είδους μεταφυσική δύναμή τους κινεί;».

Καλύτερα, ας σταθούμε στην ουσία των επιχειρημάτων του εσωκομματικού κειμένου. Το κόμμα -κατά την ανακοίνωση- συζήτησε δημοκρατικά και αποφάσισε, άρα τελειώσαμε. Είναι δυνατόν για κολοσσιαία ζητήματα που αφορούν το παρόν και το μέλλον του κόμματος και της κομμουνιστικής προοπτικής στη χώρα να σταματά ο διάλογος, η ανταλλαγή απόψεων, να μη συνεχίζει η διερεύνηση και να μένουμε στη μία και μοναδική άποψη; Και μάλιστα μέσα σ' αυτή τη δίνη που το ΚΚΕ και γενικά η υπόθεση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού βρέθηκε; Είναι δυνατόν να μη θεσμοθετούνται τρόποι ώστε να συνεχίζεται η ανταλλαγή απόψεων πάνω μάλιστα σε θέσεις που ανατρέπουν ριζικά αποφάσεις και αντιλήψεις του κόμματος για πολλές δεκαετίες; Κατανοούμε πολύ καλά και δεχόμαστε απόλυτα την ανάγκη το Κομμουνιστικό κόμμα να δρα. Δεν θέλει κανείς το ΚΚΕ λέσχη συζητήσεων. Μαζί με τη δράση, όμως, πρέπει συλλογικά να σκέφτεται, να μαθαίνει, να ερευνά, να μπορεί να ανεχθεί τη διαφορετική άποψη και να της δώσει χώρο να διατυπωθεί και να ακουστεί.

Πώς συζητά και αποφασίζει το ΚΚΕ;

Πιο συγκεκριμένα πώς συζήτησε π.χ. το μεγάλο θέμα του Β΄ τόμου του δοκιμίου Ιστορίας του από το 1949 ως το 1968;

Η Ιστορία είναι επιστήμη, την γράφουν επιστήμονες και στηρίζεται σε ιστορικές πηγές, σε ντοκουμέντα, σε επεξεργασίες ιστορικών και άλλων επιστημόνων. Δεν είναι δυνατόν να την συζητούν και να την αποφασίσουν τα μέλη κανενός κόμματος και να τη διαμορφώνουν μόνο πολιτικά στελέχη που δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορική επιστήμη. Επιπλέον δεν είναι δυνατόν να ερμηνεύεται και να γράφεται η Ιστορία παρακολουθώντας μόνο την εξέλιξη της στρατηγικής του ΚΚΕ και όχι την επίδραση του συνόλου των αντικειμενικών και των υποκειμενικών συνθηκών μέσα στις οποίες τα ιστορικά γεγονότα εκτυλίχθηκαν. Ούτε παραποιώντας ιστορικές κομματικές αποφάσεις όπως την απόφαση της 6ης ολομέλειας της ΚΕ του κόμματος του 1934.

Το δοκίμιο Ιστορίας συζητήθηκε σε όλα τα όργανα και τις κομματικές οργανώσεις βάσης και ψηφίστηκε. Εκεί φάνηκε καθαρά ότι η πλειοψηφία των κομματικών μελών δεν είχε ούτε καν διαβάσει έστω και διαγωνίως το κείμενο. Ένα κείμενο πολλών εκατοντάδων σελίδων δεν είναι δυνατόν χιλιάδες άνθρωποι χωρίς γνώσεις και εφόδια να το διαβάσουν και να το κατανοήσουν, να διαμορφώσουν συγκεκριμένη άποψη και να την εκδηλώσουν ψηφίζοντας. Αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ το αντιλαμβάνεται πολύ καλά. Αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία δεν ψηφίζεται από τις κομματικές οργανώσεις βάσης «δι’ ανατάσεως της χειρός», αντιλαμβάνεται ότι αυτό είναι παρωδία. Παρόλα αυτά, προχώρησε σ' αυτή τη διαδικασία, διότι ο στόχος δεν ήταν να γραφεί όσο το δυνατόν με πληρέστερο και αντικειμενικό τρόπο η Ιστορία, αλλά να δεχθούν –και, όσο είναι δυνατόν, να εμπεδώσουν οι κομματικές δυνάμεις -μια ορισμένη εκδοχή της Ιστορίας του ΚΚΕ, σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση από τη μέχρι τώρα, με στόχο να υπηρετηθεί η σημερινή στρατηγική και τακτική του. Ο στόχος ήταν και είναι η μετάλλαξη του χαρακτήρα του ΚΚΕ. Επιχειρείται μέσω της ανατροπής της ιστορίας, η μεταμόρφωση το ΚΚΕ σε άλλου είδους κόμμα ριζικά διαφορετικό. Μάλιστα, μέσω του Β΄ τόμου του δοκιμίου της Ιστορίας, τροποποιήθηκε ουσιαστικά και ο Α΄ τόμος που έχει εκδοθεί προ ετών και τώρα αυτό προωθείται και τυπικά.

Στην ιστορία του ΚΚΕ και του κομμουνιστικού κινήματος υπάρχουν πολλά παραδείγματα που η συζήτηση, με τους ισχύοντες κανόνες και με τις ισχύουσες πρακτικές, πολλών ζητημάτων και η λήψη αποφάσεων και μάλιστα ομόφωνα, δεν εμπόδισε τη ριζική αλλαγή των αποφάσεων αυτών σε ελάχιστο χρονικό διάστημα χωρίς να έχουν μεσολαβήσει συνταρακτικά γεγονότα. Αυτό αποδεικνύει ότι σε πολλές περιπτώσεις οι αποφάσεις δεν παίρνονται με εξέταση και συναξιολόγηση όλων των δεδομένων, αλλά βαρύνουν άλλοι παράγοντες εκτός του αντικειμενικού πλαισίου. Απλώς, η κομματική καθοδήγηση εντελώς διαφορετικά εισηγήθηκε για το ίδιο ζήτημα σε κάθε περίπτωση. Αξίζει μόνο να θυμηθούμε την 5η ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, το Δεκέμβριο του 1955 στην οποία ψηφίστηκε ομόφωνα η εισήγηση του Γραμματέα του κόμματος Νίκου Ζαχαριάδη και μετά από δύο μήνες στην 6η ολομέλεια του Φλεβάρη του 1956 ψηφίστηκαν τα εντελώς αντίθετα.

Ένα ενδεικτικό παράδειγμα για το πώς διαμορφώνονται οι πλειοψηφίες σε πολλές περιπτώσεις και ποιο αντίκρισμα έχει αυτό, είναι ο τρόπος διεξαγωγής των συνεδρίων του κόμματος. Στον προσυνεδριακό διάλογο η καθοδήγηση έχει όλα τα δικαιώματα: να παρεμβαίνει γραπτά μέσω των κομματικών εντύπων όποτε θέλει και με τον τρόπο που επιλέγει, να παρεμβαίνει με ανοιχτές συγκεντρώσεις ζυμώνοντας τις θέσεις της και να καταγγέλλει και να μειώνει τους πάντες που διατύπωσαν με καταστατικό τρόπο την άποψή τους και αυτό έξω από κάθε προσυνεδριακή διαδικασία. Να ολοκληρώνονται οι συνεδριάσεις των κομματικών οργανώσεων βάσης που συζητούν και ψηφίζουν τα ντοκουμέντα και ύστερα να διεξάγεται ο δημόσιος προσυνεδριακός διάλογος με συνέπεια τα μέλη του κόμματος να μην γνωρίζουν τις διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις, αλλά μόνο αυτή που η ηγεσία του κόμματος έδωσε στη δημοσιότητα.

Το επιχείρημα λοιπόν ότι «το κόμμα ψήφισε», μόνο σχετική αξία έχει. Δεν μπορεί να είναι απόλυτο επιχείρημα, ιδιαίτερα όσον αφορά την ορθότητα των θέσεων και των αποφάσεων. Η ανάγκη εφαρμογής του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού -όπως πραγματικά τον επεξεργάστηκε ο Λένιν- και η δυνατότητα ανοιχτής συζήτησης μεταξύ των κομμουνιστών, η ολοκληρωμένη πληροφόρηση τους και η αντιπαράθεση των διαφορετικών απόψεων, μαζί με την ενιαία δράση στη βάση των αποφάσεων είναι βασική προϋπόθεση για να υπάρξει και να αναπτυχθεί το Κομμουνιστικό κόμμα.

Το δεύτερο σημαντικό θέμα αφορά στο μέγεθος και το χαρακτήρα των αλλαγών στη στρατηγική και στη φυσιογνωμία του ΚΚΕ που επιχειρεί η ηγεσία του. Το κείμενο γράφει: «Η νίκη της αντεπανάστασης δεν συνέβη σε μια μεμονωμένη χώρα, εκδηλώθηκε σε όλο το σοσιαλιστικό σύστημα. Επομένως το κόμμα δεν μπορούσε να υποτιμήσει αυτό το γεγονός και να μην πάρει υπόψη ότι αφορά σε θέματα στρατηγικής και όχι σε ένα ειδικό μεμονωμένο λάθος. Δεν ήταν δυνατόν να θεωρήσει ότι όλη πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ήταν αλάνθαστη. Ο Εργατικός Αγώνας πολεμά την κριτική που άσκησε το κόμμα, η οποία όμως δεν έχει καμία σχέση με τον μηδενισμό και τη λαθολογία.... Οφείλουμε ως επαναστατικό κόμμα να διδασκόμαστε από την πείρα μας».

Με δύο λόγια, η ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί υπεύθυνη για την ήττα τη στρατηγική των κομμουνιστικών κομμάτων, δεν θεωρεί την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος αλάνθαστη και εξάγει πείρα και συμπεράσματα από τα λάθη για να βελτιώσει το πρόγραμμα και τις θεωρητικές επεξεργασίες του. Αντίθετα, ο Εργατικός Αγώνας -κατά την ηγεσία του κόμματος- τα βλέπει όλα ωραία και σωστά. Εκεί η ηγεσία του κόμματος εντοπίζει τις διαφορές της με τον Εργατικό Αγώνα. Από την μια πλευρά έχουμε κριτική εξέταση των λαθών με απόλυτο σεβασμό στην Ιστορία και από την άλλη απόλυτη ωραιοποίηση του κομμουνιστικού κινήματος και της πορείας του.

Ο Εργατικός Αγώνας ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι η στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος στο σύνολο της ήταν πάντα ορθή. Ούτε ότι δεν πρέπει να διερευνηθούν πλευρές της και μάλιστα πολύ σημαντικές σε ορισμένες περιπτώσεις. Ο Εργατικός Αγώνας πιστεύει ότι απαιτούνται, σημαντικές τροποποιήσεις ιδιαίτερα, όσον αφορά την τελευταία περίοδο πριν την αντεπανάσταση, αλλά όχι μόνο. Φυσικά και δεν πρόκειται για μικρά και επιμέρους λάθη. Αντίθετα, είναι προβλήματα στη στρατηγική. Είναι αλήθεια όμως ότι υπεισέρχονται και πλήθος άλλων παραγόντων που δεν μπορούν να παραμεριστούν. Από το σημείο όμως αυτό μέχρι την ολοκληρωτική ανατροπή του μαρξισμού λενινισμού που επιχειρεί η ηγεσία του κόμματος υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση.

Στη συνέχεια, όμως, του κειμένου έρχεται η αποκάλυψη. Γράφει το κείμενο: «Η διαμόρφωση «αριστερών», «αντιιμπεριαλιστικών» μετώπων και των αντίστοιχων κυβερνήσεων στο έδαφος του καπιταλισμού έχει δοκιμαστεί στην πράξη και έχει κριθεί και δεν έχει φέρει κανένα θετικό αποτέλεσμα για την εργατική τάξη και το λαό. Είναι η γραμμή που οδήγησε στην αντεπανάσταση, στην ήττα του κομμουνιστικού κινήματος… η γραμμή που έφτιαχνε μέτωπα και πολιτικές συμμαχίες με τη σοσιαλδημοκρατία και άλλες αστικές δυνάμεις, που στην πράξη όλες κατέληγαν να ποτίζουν τον καπιταλισμό και να διαιωνίζουν την εξουσία της αστικής τάξης». Η πολιτική δηλαδή των συμμαχιών και των μετώπων, όλων των συμμαχιών και όλων των μετώπων, οδήγησε στην αντεπανάσταση και διαιωνίζει το καπιταλισμό. Αυτή την πολιτική των μετώπων και των συμμαχιών προωθεί ο Εργατικός Αγώνας, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ απορρίπτει κάθε έννοια πολιτικής συμμαχίας -να προσθέσουμε και πραγματικής κοινωνικής συμμαχίας- και κάθε έννοια μετώπου και μέσω αυτής της τακτικής οδηγεί τη χώρα στο σοσιαλισμό. Αυτή η θέση θεωρεί ότι είναι εξαγωγή πείρας και συμπερασμάτων και προγραμματική διόρθωση με σεβασμό στην ιστορία.

Ο Εργατικός Αγώνας δηλώνει καθαρά ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ολοκληρωτική ανατροπή και απαξίωση της στρατηγικής του Κομμουνιστικού κινήματος σχεδόν από τη δημιουργία της Κομμουνιστικής Διεθνούς και σε άρνηση και απόρριψη της ιστορίας της και σε απόρριψη σημαντικών πλευρών και θέσεων των κλασικών και του Λένιν.

Όλους αυτούς τους ισχυρισμούς μας θα προσπαθήσουμε να τους αποδείξουμε, παραθέτοντας μόνο δύο τρία παραδείγματα.

Ένα πρώτο ζήτημα είναι, ποια ακριβώς σημεία από την ιστορική πορεία της ΚΔ, από την ίδρυση της το 1919 ως τη διάλυση της το 1943 δέχεται η ηγεσία του ΚΚΕ; Δέχεται μόνο τα δύο πρώτα συνέδρια της, το πρώτο και το δεύτερο, το οποίο σημειωτέον πραγματοποιήθηκε το 1920. Τα υπόλοιπα πέντε συνέδρια της Διεθνούς έως το 7ο συνέδριο το οποίο πραγματοποιήθηκε το 1935, τα έχει ολοκληρωτικά απορρίψει. Για να το τεκμηριώσουμε αυτό θα ανατρέξουμε μόνο στον πρόλογο του βιβλίου «Η Κομμουνιστική Διεθνής», τον οποίον έγραψε η Ελένη Μπέλου -προφανώς με την έγκριση του Πολιτικού Γραφείου- που εκδόθηκε το 2007. Στο βιβλίο περιέχονται κείμενα της ΚΔ και θετική αναφορά στον πρόλογο μόνο για τα δύο πρώτα συνέδρια. Για τα υπόλοιπα πέντε η εισαγωγή τοποθετείται απορριπτικά και απαξιωτικά. Ακόμη και οι τροτσκιστές δέχονται τα τέσσερα πρώτα συνέδρια της Διεθνούς, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ μόνο τα δύο.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δύο πρώτα συνέδρια είναι επηρεασμένα από το κλίμα της εποχής, τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, την Οχτωβριανή επανάσταση, από το επαναστατικό κύμα που σάρωσε τον κόσμο ολόκληρο και την προοπτική μιας άμεσης προλεταριακής εξέγερσης και νίκης σε ορισμένες χώρες της ή ακόμη και στην Ευρώπη ολόκληρη. Ακριβώς αυτές τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τα έτη 1919 και 1920 και βάζουν τη σφραγίδα τους στα κείμενα της ΚΔ αυτής της περιόδου, αυτές τις θέσεις μόνο κάνει σημαία της η ηγεσία του ΚΚΕ. Γράφει η εισαγωγή: « Μη ξεχνάς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο! Μην ξεχνάς ότι αν δεν γκρεμιστεί ο καπιταλισμός η επανάληψη των εγκληματικών πολέμων είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και αναπόφευκτη. Η ΚΔ έχει ως σκοπό τον ένοπλο αγώνα για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης και την ίδρυση της διεθνούς δημοκρατίας των Σοβιέτ… ( απόσπασμα από το καταστατικό της κομμουνιστικής διεθνούς)». Και συνεχίζει: Διακηρύξεις διατυπωμένες στη χαραυγή της τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα. Διακηρύξεις που διατηρούν ολοζώντανη, πλήρως επίκαιρη την αλήθεια τους. Διακηρύξεις από τις οποίες απομακρύνθηκαν τα κομμουνιστικά κόμματα σε συνθήκες μεγάλης όξυνσης της ταξικής πάλης … σε συνθήκες που η εργατική τάξη βρέθηκε με τα όπλα στα χέρια. Διακηρύξεις που αυτοαναιρέθηκαν με την απόφαση αυτοδιάλυσης της Κομμουνιστικής Διεθνούς….».

Η συγγραφέας του προλόγου και η ηγεσία του ΚΚΕ έμειναν στην επαναστατική κατάσταση που επικρατούσε τότε και μάλιστα στο σημείο λίγο πριν την ένοπλη εξέγερση. Αυτό επειδή θεωρεί ότι η τακτική είναι απόλυτο εξάρτημα της στρατηγικής και δεν επηρεάζεται καθόλου από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά. Οι αντικειμενικές συνθήκες, όμως, άλλαξαν και η ΚΔ προσάρμοσε ανάλογα την τακτική της στις νέες συνθήκες. Διαμόρφωσε την τακτική του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης. Αυτή την τακτική τη διαμόρφωσε η Διεθνής με την καθοδήγηση του Λένιν και των μπολσεβίκων και πλειάδας κομμουνιστών ηγετών. Αυτή την τακτική η ηγεσία του ΚΚΕ την δυσφημεί και την απορρίπτει. Συγκεκριμένα γράφει ο πρόλογος: «Η καθαρή ταξική γραμμή του δεύτερου συνεδρίου απέναντι στο προδοτικό χαρακτήρα του σοσιαλδημοκρατίας, στην αναγκαιότητα να διαχωρίζει η εργατική τάξη τους πολιτικούς της στόχους από εκείνους της αστικής τάξης… να επεξεργάζεται γραμμή συσπείρωσης των φτωχών αγροτικών μαζών με την επανάσταση δεν άντεξε στη διαδρομή των επόμενων 23 χρόνων ιστορίας της».

Από το 1922 αναπτύχθηκε, πρώτα στην Ιταλία, ο φασισμός. Για την πολιτική της ΚΔ απέναντι στο φασισμό γράφει: «Η εμφάνιση του φασισμού αιχμαλώτισε την επαναστατική γραμμή του εργατικού κινήματος στα δίχτυα των αστικών πολιτικών αντιθέσεων σε συνθήκες μιας νέας επαναστατικής ανόδου που γεννήθηκε μέσα στην κρίση ενός γενικευμένου ιμπεριαλιστικό πόλεμου, του δεύτερου παγκόσμιου». Με δύο λόγια από το 1922 ακόμη αιχμαλωτίστηκε η ηγεσία του κομμουνιστικού κινήματος μέσα στις ενδοαστικές αντιθέσεις και ουσιαστικά υπηρέτησε αστική, αντεπαναστατική πολιτική. Κι όταν φθάνουμε στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο «ο στρατηγικός στόχος των κομμουνιστών για αξιοποίηση του πολέμου ώστε να προωθηθεί η επανάσταση έφυγε από τον ορίζοντα των κομμουνιστικών κομμάτων που ήδη είχε αλλοιωθεί η φυσιογνωμία τους. Η διαδικασία αυτή ( της αλλοίωσης της φυσιογνωμίας των κομμουνιστικών κομμάτων) βρίσκονταν σε εξέλιξη ως υλοποίηση του ενιαίου μετώπου της εργατικής της τάξης», γράφει το κείμενο.

Τα επόμενα συνέδρια της ΚΔ έχουν επίσης απορριφθεί. Το 6ο συνέδριο που διαμόρφωσε το πρόγραμμα της απορρίπτεται διότι -κατά την άποψη της ηγεσίας, που συμπαρατάσσεται στο θέμα αυτό με διάφορες τροτσκιστικές και αριστερές ομάδες- εισάγει την θεωρία των σταδίων. Το 7ο συνέδριο απορρίπτεται διότι σήμανε την έναρξη της διάλυσης και της υποταγής του κομμουνιστικού κινήματος στα σχέδια του κεφαλαίου. Αυτές είναι στην πραγματικότητα οι θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ για την ΚΔ. Φυσικά, αυτό δεν μπορεί να ονομαστεί σεβασμός στην Ιστορία, ούτε αποδοχή της πορείας της Κομμουνιστικής Διεθνούς και του Κομμουνιστικού κόμματος με κριτική αξιολόγηση πλευρών, έστω και σημαντικών, της πορείας αυτής. Αυτό λέγεται πλήρης απόρριψη της από το 1920 ακόμη.

Ο Εργατικός Αγώνας με τις θέσεις αυτές είναι απολύτως αντίθετος και τις πολεμά. Μάλιστα, καλεί όλους τους κομμουνιστές και μαζί αυτούς στην ηγεσία του ΚΚΕ. να πάρουν ανοιχτά θέση. Οι θέσεις και οι επεξεργασίες της ΚΔ όσο ζούσε ο Λένιν ήταν απολύτως ορθές και χαρακτηρίζονται από ολοκληρωμένη ταξική θεώρηση για την εποχή τους. Οι δυσκολίες και οι ήττες του εργατικού κινήματος αυτής της περιόδου (ήττα της επανάστασης στη Γερμανία το 1923, άνοδος του φασισμού, αδυνάτισμα των κομμουνιστικών κομμάτων κλπ,) ήταν προϊόν λανθασμένων εκτιμήσεων και λανθασμένης εφαρμογής των αποφάσεων. Αλλά και οι αποφάσεις των επόμενων συνεδρίων στέκονται σε στέρεο ταξικό έδαφος, παρότι είχαν ορισμένα λάθη και αδυναμίες, προϊόν άλλοτε του σεχταρισμού, 1928- 1933, και άλλοτε της όχι απόλυτα ορθής ταξικής ανάλυσης των αντιθέσεων, του συσχετισμού δύναμης, του χαρακτήρα των πολιτικών δυνάμεων, των δυνατοτήτων που έδιναν οι συνθήκες. Ιδιαίτερα για το 7ο συνέδριο, οι θέσεις και η πολιτική του ενιαίου αντιφασιστικού εργατικού μετώπου και του αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου (παρά ορισμένα προβλήματα ασαφών και θολών διατυπώσεων και παρά το γεγονός ότι σε κάποια σημεία τους δεν οριοθετούσαν με σαφήνεια την πολιτική του κομμουνιστικού κινήματος από την αστική πολιτική) ήταν η ενδεικνυομένη πολιτική για την πάλη εναντίον του φασισμού και του πολέμου. Στην εφαρμογή της πολιτικής αυτής πριν τον πόλεμο και κατά τη διάρκεια του υπήρχαν σοβαρά προβλήματα, για τα οποία όμως δεν ευθύνονται οι θέσεις και οι αποφάσεις της Διεθνούς. Η διερεύνηση της ιστορίας αυτής της περιόδου είναι πεδίο δόξης λαμπρό για όποιον ενδιαφέρεται. Αντίθετα, η επίκληση της σοσιαλδημοκρατικοποίησης της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της θεωρίας των σταδίων, του συμβιβασμού της ηγεσίας της ΕΣΣΔ με τον ιμπεριαλισμό και κατά συνέπεια η υπονόμευση της επανάστασης (που πολλοί με ευκολία επικαλούνται σήμερα για να ερμηνεύσουν τα πάντα) είναι για τους κομμουνιστές και την εργατική τάξη καταστροφική.

Το Κόμμα των μπολσεβίκων έδρασε από το 1903 ως την επανάσταση το 1917 με στρατηγική αντίληψη ότι η επανάσταση θα είναι αστικοδημοκρατική και η εξουσία δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς που θα μετεξελιχθεί σε δικτατορία του προλεταριάτου. Θα είναι δηλαδή μια μεταβατική εξουσία. Η επανάσταση δηλαδή θα έχει δύο στάδια, το αστικοδημοκρατικό και το σοσιαλιστικό. Αυτή τη γραμμή εφάρμοσε και η ΚΔ για χώρες που δεν εντάσσονταν στον ανεπτυγμένο καπιταλισμό, ήταν χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού. Σε αυτή τη θέση στηρίχθηκε η απόφαση της ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ το 1934. Τελευταία, η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ διαπίστωσε ότι η θέση αυτή του Λένιν και του κομμουνιστικού κινήματος, που σημειωτέον πρωτοδιατυπώθηκε από το Μαρξ, είναι πηγή όλων των δεινών και την καταγγέλλει καθημερινά. Αυτό λέγεται διόρθωση των λαθών με σεβασμό στην ιστορία ή καταγγελία της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος ολόκληρου του 20ου αιώνα; Αυτού του είδους οι απόψεις έχουν οδηγήσει σε τεράστια λάθη. Ενδεικτικά αναφέρουμε ένα πρόσφατο βιβλίο της Σύγχρονης Εποχής για τον Δεκέμβρη του 1944, που στον πρόλογο του, τον οποίο επεξεργάστηκε η ΙΕ της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ. Διαβάζουμε: «Η αντίθεση κεφαλαίου- εργασίας που εξ αντικειμένου διαπερνούσε την ελληνική κοινωνία και τα προηγούμενα χρόνια, το Δεκέμβρη πρόβαλε με μεγαλύτερη οξύτητα, καθώς είχε φύγει από τη μέση ο παράγοντας της ξένης κατοχής». Μέχρι σήμερα νομίζαμε ότι το Δεκέμβριο του 1944 η εργατική τάξη και ο λαός της Αθήνας αγωνίστηκε για να αποκρούσει την ένοπλη επέμβαση των Άγγλων ιμπεριαλιστών και των συμμάχων τους στη χώρα. Άρα, ο αγώνας του Δεκέμβρη ήταν πρωτίστως αντιιμπεριαλιστικός, για να αποκρουστεί η ξένη επέμβαση και όχι άμεσα για την δικτατορία του προλεταριάτου. Αυτή η αντίθεση ήταν η αιχμή της σύγκρουσης αυτής και αυτό φυσικά δεν αναιρεί την ύπαρξη της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας και της ανάγκης ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας να συνδεθεί με το αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Αυτός ο τρόπος θεώρησης των πραγμάτων από την ηγεσία τα τελευταία χρόνια, για μας τους κομμουνιστές της χώρας δεν είναι κάτι καινούργιο. Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ θεωρεί ότι ακόμη και ο αγώνας της κατοχής θα έπρεπε να έχει αμιγώς αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο. Πώς να μη θεωρεί κάτι ανάλογο και για Δεκέμβρη, όταν μάλιστα το ζήτημα της ξένης κατοχής δεν υπήρχε πλέον;

Οι πολιτικές συμμαχίες και η διαμόρφωση μετώπων για το κομμουνιστικό κόμμα σήμερα είναι άρνηση της αυτοτέλειας του, θεωρεί την ηγεσία του κόμματος, ενώ για το κομμουνιστικό κίνημα σε ολόκληρη την ιστορική του πορεία ήταν κανόνας. «Η συνεργασία δεν διαμορφώνεται σε ενιαίο όργανο συμμαχίας με κόμματα-συστατικά μέλη, με συγκροτημένη οργανωτική μορφή και δομές. Αντικειμενικά μια τέτοιας μορφής οργάνωση είναι θνησιγενής, συγκρούεται με την αυτοτέλεια του ΚΚΕ, δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη του εργατικού κινήματος και των συμμάχων του». Αυτά μας πληροφορεί το 19ο συνέδριο του ΚΚΕ. Τι και αν πορεύτηκε το Κομμουνιστικό κίνημα ολόκληρο το 20ο αιώνα με τέτοιες τακτικές μορφές; Τι και αν έχουμε λαμπρά παραδείγματα όπως το ΕΑΜ και τα υπόλοιπα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα σε όλη την Ευρώπη με τεράστιες επιτυχίες και αργότερα σε πολλές περιπτώσεις σε όλο τον κόσμο; Τι και αν η τακτική που προκρίνει η ηγεσία, όταν εφαρμόστηκε, οδήγησε σε μεγάλες ήττες,; Οι «αλήθειες» του ΚΚΕ παραμένουν ακλόνητες.

Οι Μαρξ και Έγκελς στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο έγραφαν: «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν ένα ξεχωριστό κόμμα που αντιτίθεται στα άλλα εργατικά κόμματα. Δεν έχουν συμφέροντα που ξεχωρίζουν από τα συμφέροντα του προλεταριάτου στο σύνολο του. Δεν διακηρύσσουν ξεχωριστές αρχές που σύμφωνα με αυτές θα θελαν να πλάσουν το εργατικό κίνημα. Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα εργατικά κόμματα μονάχα κατά τούτου: Ότι από τη μια μεριά, στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων, τονίζουν και επιβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σε όλο το προλεταριάτο και ανεξάρτητα από εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και στην αστική τάξη, εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολο του». Σε άλλο σημείο σημειώνουν πως «η σχέση του κομμουνιστών προς τα συγκροτημένα εργατικά κόμματα είναι ότι, αγωνίζονται για να πετύχουν τους άμεσους σκοπούς και για τα άμεσα συμφέροντα, αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και το μέλλον του κινήματος». Αυτή ακριβώς είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η πολιτική συμμαχιών που εφάρμοσε ο Μαρξ και οι κομμουνιστές μέχρι σήμερα.

Αργότερα, στο 4ο συνεδρίου της ΚΔ και στην απόφαση του για το ενιαίο μέτωπο αναφέρεται η πείρα των μπολσεβίκων για να την πάρουν υπόψη τα νεαρά κομμουνιστικά κόμματα και να οργανώσουν την τακτική και τη δράση τους. Γράφει συγκεκριμένα: «Κατά τα 15 χρόνια που μεσολαβούν ανάμεσα στη γέννηση του μπολσεβικισμού και τη νίκη του, το κόμμα αυτό δεν έπαψε ποτέ να πολεμά το ρεφορμισμό, ή πράγμα που είναι το ίδιο, το μενσεβικισμό. Αλλά σ’ όλο αυτό το διάστημα οι μπολσεβίκοι επανειλημμένα έχουν συνάψει συμφωνίες με τους μενσεβίκους. Το πρώτο τυπικό σχίσμα πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 1905. Αλλά κάτω από την ακατανίκητη επίδραση ενός εργατικού κινήματος μεγάλης έκτασης, οι μπολσεβίκοι έκαναν, τον ίδιο χρόνο, κοινό μέτωπο με τους μενσεβίκους…. Από το 1905 ως το 1912 το σχίσμα διαδέχονταν ενώσεις και πρόσκαιρες συμφωνίες…... Η πείρα έδειξε ότι αυτή ήταν η μόνη σωστή τακτική. Τροποποιημένη ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο, η τακτική αυτή οδήγησε στον κομμουνισμό την τεράστια πλειοψηφία των καλύτερων προλεταριακών στοιχείων του μενσεβικισμού». Η πολιτική του ενιαίου μετώπου ήταν ακριβώς η κοινή δράση και η συμμαχία διαφόρων ρευμάτων μέσα στην εργατική τάξη και το εργατικό κίνημα και όχι μόνο «από τα κάτω», αλλά και στην κορυφή με τις ηγεσίες προκειμένου να διευκολυνθεί η ενότητα των εργατών. Η 96χρονη ιστορία του ΚΚΕ είναι σε μεγάλο βαθμό ιστορία συμμαχιών. Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό μέτωπο που ψήφισε το 15ο συνέδριο -και το οποίο η ηγεσία του κόμματος ουσιαστικά έχει απορρίψει αλλά δεν το ομολογεί ανοιχτά- ήταν συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά και τα μικροαστικά στρώματα της πόλης και των πολιτικών δυνάμεων που τα εκπροσωπούσαν.

Τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής είναι επώδυνα και γνωστά σε όλους. Στο όνομα του διαχωρισμού της εργατικής τάξης και της πολιτικής της από την αστική τάξη και την αστική πολιτική, διαχωρίστηκε το ΚΚΕ από το σύνολο του πολιτικού κόσμου και φυσικά από την Αριστερά και τον αριστερό κόσμο. Ο διαχωρισμός αυτός κατανοήθηκε από την ηγεσία ως διαχωρισμός της φυσικής παρουσίας του, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του ΚΚΕ να δρουν μόνες και αντιπαραθετικά με τις υπόλοιπες ακόμη και μέσα στα συνδικάτα και στο μαζικό κίνημα. Το αποτέλεσμα είναι η απομόνωση του κόμματος και η περιχαράκωση του στα όρια της στενής επιρροής του, η αποκοπή του από τη μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Ο πολιτικός διαχωρισμός φυσικά είναι αναγκαιότητα, δεν χωράει εδώ καμιά έκπτωση. Ο σεχταρισμός όμως στο όνομα του πολιτικού διαχωρισμού της εργατικής τάξης από την αστική είναι ολέθριος.

Κατηγορεί η ηγεσία του κόμματος τον Εργατικό Αγώνα ότι είναι υπέρ των συμμαχιών με σοσιαλδημοκρατικές και άλλες δυνάμεις. Εμείς ρωτάμε: «το επαναστατικό κόμμα με ποιους θα συμμαχήσει;». Με τον εαυτό του δεν έχει νόημα. Κατά συνέπεια, θα συμμαχήσει με σχήματα και οργανώσεις μικροαστικού χαρακτήρα, να το πούμε σχηματικά με τον αριστερό και μαχητικό ρεφορμισμό και μάλιστα πάνω σε καθορισμένη ριζοσπαστική βάση. Το ζήτημα είναι τι είδους συμμαχία προωθείς, σε ποια βάση και με ποιο σκοπό και αν η ανεξαρτησία του Κομμουνιστικού κόμματος μέσα σ' αυτή τη συμμαχία διαφυλάσσεται.

Από όσα προηγουμένως παραθέσαμε συνάγεται ότι η ηγεσία του ΚΚΕ δεν προβαίνει σε ορισμένες διορθώσεις της πολιτικής του Κομμουνιστικού κινήματος, αλλά ανατρέπει ολοκληρωτικά την πρακτική και τη θεωρία του.

Μπορεί κανείς να παραθέσει πολλά. Θεωρούμε όμως ότι και αυτά που δώσαμε απαντούν πειστικά στο ερώτημα «ποιος σέβεται την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος και ποιος την απεμπολεί; ποιος κινείται στη βάση του μαρξισμού λενινισμού και ποιος τον έχει απορρίψει;». Οι αντιλήψεις της σημερινής ηγεσίας δεν είναι μαρξιστικολενινιστικές, αλλά ένα κράμα τροτσκιστικών - μαοϊκών- μπλανκιστικών και φιλελεύθερων θέσεων και γι' αυτό ο χαρακτήρας τους δεν είναι ουσιαστικά εργατικός αλλά μικροαστικός.

Κάνει επίσης μεγάλη εντύπωση η φτώχεια των θέσεων και των ιδεών του κόμματος σήμερα. Η αδυναμία να συλλάβει το πλήθος και τη διάσταση των αντιθέσεων που κινούν την κοινωνία, να τις αξιοποιήσει ανάλογα στη χάραξη της τακτικής του. Να δει τον πλούτο και την ποικιλομορφία που εμφανίζει η κοινωνία και η κοινωνική και πολιτική ζωή, ώστε να δει ολοκληρωμένα την πραγματικότητα. Γύρω από ορισμένα στερεότυπα κινούνται όλες οι επεξεργασίες και ο λόγος του. Θα αναφέρουμε ορισμένα:

  • Μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δεν υπάρχει άλλος κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, και άλλη εξουσία πέραν της καπιταλιστικής και της εργατικής. Άρα, σε κάθε περίπτωση, κατευθείαν εν μια νυκτί θα γίνει η εκτίναξη από τη δικτατορία των μονοπωλίων στη δικτατορία του προλεταριάτου.
  • Καμιά κατάκτηση δεν είναι πλέον δυνατή από την εργατική τάξη και το λαό, παρά μόνο μετά την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού.
  • Η διαμόρφωση πραγματικής τακτικής είναι οπορτουνισμός, γι' αυτό και όλες οι άλλες δυνάμεις και απόψεις στην Αριστερά είναι οπορτουνιστικές και εχθρικές απέναντι στην εργατική τάξη. Πολιτικά αιτήματα που συγκρούονται και αμφισβητούν το καπιταλιστικό σύστημα δεν γίνονται αποδεκτά. Ως τακτική νοείται η παράθεση οικονομικών και άμεσων καθημερινών πολιτικών αιτημάτων και παράλληλα η ζύμωση της αναγκαιότητας και των όρων της δικτατορίας του προλεταριάτου.
  • Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, όλοι οι πόλεμοι σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως αιτίας, του χαρακτήρα κάθε εμπλεκόμενης χώρας, αν δέχεται επίθεση ή είναι επιτιθέμενη, ποιος τους διεξάγει, είναι ιμπεριαλιστικοί από κάθε πλευρά και η στάση των κομμουνιστικών κομμάτων και της εργατικής τάξης πρέπει να είναι άμεσα η πρόταξη της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού.
  • Η διεκδίκηση και η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη θα γίνει οπωσδήποτε με εξέγερση και εμφύλιο πόλεμο και φυσικά ως αποτέλεσμα ενός πολέμου. Η ηγεσία του ΚΚΕ ακυρώνει τη σωστή θέση, ότι η αστική τάξη δεν πρόκειται να παραδώσει με την θέληση της την εξουσία και η εργατική τάξη πρέπει να είναι έτοιμη να την διεκδικήσει με όλα τα μέσα, ακόμη και ένοπλα και περνάει στην θέση ότι οπωσδήποτε μονόδρομος είναι ο εμφύλιος πόλεμος. Κ.λπ.

Κάθε δημοσίευμα, κάθε ιδεολογικό κείμενο και ομιλία είναι η παράθεση τέτοιων «αληθειών». Ξεχάστηκαν οι κλασικοί και ο Λένιν και τα αθάνατα έργα τους και στις ιδεολογικές διαλέξεις που πραγματοποιούνται μπαίνουν μόνο, το «Κόμμα παντός καιρού», «Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα» του Μ. Μαΐλη και «περισπούδαστα» άρθρα στελεχών. Όλοι αντιλαμβανόμαστε το γιατί. Όλη αυτή η δράση δεν στρέφεται προς την εργατική τάξη και το λαό για να επιδράσει στις αντιλήψεις και την ιδεολογία της. Αυτό, έτσι και αλλιώς, δεν μπορεί να το κάνει. Στρέφεται προς το εσωτερικό του κόμματος, ιδιαίτερα στα πιο νεαρά μέλη του και στο στενό περίγυρο του. Αυτοί πρέπει να πεισθούν, να δεχθούν τις θέσεις αυτές ή αν έχουν αμφιβολίες να σιωπήσουν. Μόνο έτσι θα επιτευχθεί η μετάλλαξη του ΚΚΕ. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο το πράγμα είναι πολύ πιο σοβαρό, από ό,τι κάποιοι νομίζουν!