Γράφει ο Περικλής Καπετανόπουλος.

Είχε δυο-τρεις μέρες να φανεί στην γειτονιά. Οι περισσότεροι είχαν φύγει για τις καλοκαιρινές τους διακοπές.  Δεν την αναζήτησαν.

Κάποιος γείτονας , που είχε μείνει  πίσω ανησύχησε, που δεν την είχε δει να κάνει το καθημερινό της δρομολόγιο προς τον Σκλαβενίτη της γειτονιάς, όπου έβρισκε δροσιά, περιφερόμενη  επί ώρες  χωρίς να  ψωνίζει κάτι. Πήρε το θάρρος  και χτύπησε την πόρτα του παλιού σπιτιού που έμενε, αλλά κανείς  δεν άνοιξε. Όταν κατάφεραν  τελικά να μπουν, την βρήκαν νεκρή στο κρεβάτι με το τηλέφωνο στο χέρι.  (Το κινητό της, διότι περί αυτού πρόκειται, το φόρτιζε στην εκκλησία).

Ποια ήταν; Αλήθεια, έχει σημασία η πραγματική της ταυτότητά ;

Θα μπορούσε να είναι η αδελφή μας, η φίλη μας, η γειτόνισσα του καθενός μας, ο συνάνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Στο σπίτι που άφησε την τελευταία της πνοή, ζούσε ένα και πλέον χρόνο συντροφιά με το σκοτάδι.

Η ΔΕΗ, ανάλγητα ενεργώντας της είχε κόψει το ρεύμα. Η ανώνυμη εταιρεία, είναι μόνο κατ΄ευφημισμό είναι δημόσια.. Για την νεοφιλελεύθερη κοινωνία της αγοράς  μετρά μόνο η κερδοφορία, δεν υπάρχει ο άνθρωπος με  ανάγκες και συναισθήματα, δεν χωρούν κοινωνικές ευαισθησίες.

Έτσι πέρασε ολόκληρο το χειμώνα χωρίς θέρμανση, σε ένα παγωμένο παλιό σπίτι με μια μικρή λάμπα πετρελαίου να φωτίζει την μοναξιά της.

Ήταν νέα. Σύνταξη δεν έπαιρνε. Εισόδημα δεν είχε. Η δουλειά της είχε ναυαγήσει  μαζί με τα όνειρα της. Η μητέρα της πέθανε πριν  από τέσσερα χρόνια. Η μικρή σύνταξη που έπαιρνε η μητέρα κόπηκε.

Χωρίς ρεύμα στο σπίτι, χωρίς εισόδημα, χωρίς  υποστήριξη από τις καταρρέουσες κοινωνικές υπηρεσίες της  κρατικού μηχανισμού. Χωρίς τροφή.

Κάποιες φορές η αξιοπρέπεια  της υποχωρούσε, και   επέτρεπε να δέχεται ένα πιάτο φαγητό από τους  γείτονες ή την εκκλησία.

«Σας παρακαλώ, μόνο λίγο βάλτε μου», ήταν η παράκληση της  στην εθελόντρια που μοίραζε το φαγητό της ημέρας.

Την είδηση του θανάτου της  Κάτιας δεν  την διαβάσαμε σε καμία εφημερίδα, ούτε  την ακούσαμε σε κανένα δελτίο ειδήσεων των ραδιοτηλεοπτικών μέσων. Διότι απλά δεν είναι «είδηση».

Οι «θεσμοί» μετράνε μόνο κέρδη. Οι θάνατοι στην μνημονιακή  Ελλάδα   θεωρούνται   απλά «παράπλευρες απώλειες». Η γενοκτονία σε βάρος μιας σημαντικής μερίδας πολιτών δεν είναι τυχαίο «συμβάν». Είναι επιλογή των ξένων τοκογλύφων δανειστών και των εγχωρίων κυβερνήσεων συνεργασίας.

Ευθύνη βαρύνει κι όλους εμάς, που δεν  ευαισθητοποιηθήκαμε  ως κοινότητα, δεν  αντιληφθήκαμε  έγκαιρα και σε όλη της την διάσταση την κόλαση που βίωνε, δεν μας έδωσε την ευκαιρία να δείξουμε την έμπρακτη αλληλεγγύη μας.  Να της δείξουμε ότι δεν είναι μόνη. Τα ίδια προβλήματα βιώνουν εκατομμύρια Έλληνες, που σε μια νύχτα, τους μετέτρεψαν από «νοικοκυραίους  σε διακονιαρέους».

Η Κάτια έφυγε. Θα μπορούσε να είναι σήμερα μαζί μας.

Το ερώτημα όμως παραμένει. Τελικά ποιος  ευθύνεται για τον θάνατο της ή μήπως την «δολοφονία» της;

Μην φεύγει ποτέ από το μυαλό μας, ότι όλοι μπορούμε κάποια μέρα να έχουμε την ίδια  τύχη.

Όπως μου είπε μια νεαρά και ευειδής  κυρία, «στο τέλος είμαστε όλοι Κάτια».

(Αλήθεια υπάρχει ακόμα κόσμος που έχει την δυνατότητα να κάνει διακοπές και να ζει μια κανονική ζωή;).

Ηλιούπολη, 3 του Δριμάρη  του  έτους 2017.

Για την αντιγραφή Περικλής Καπετανόπουλος

Υ.Γ: Το 2011 γράφτηκε άρθρο με  τίτλο «ΜΙΣΟ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΝ ΑΠ’ ΤΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ». Ανάμεσα στα άλλα υπήρχε και η εξής δυσοίωνη πρόβλεψη: «Το Μνημόνιο δεν φέρνει μόνο καταστροφή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και καταστροφή των ανθρωπίνων ζωών. Χιλιάδες άνθρωποι, εξαιτίας του, θα οδεύσουν (άρχισαν ήδη να οδεύουν) προς τα νεκροταφεία! Έξι χρόνια μετά η Ελλάδα της δουλειάς και του μόχθου δολοφονείται μεθοδικά.

 

Πηγή: presspublica.gr