Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2018

Γράφει η Δώρα Μόσχου.

Το παρόν σημείωμα κινείται επί «ξυρού ακμής». Δεν φιλοδοξεί να αναλύσει τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στην ανώτατη εκπαίδευση∙ οπωσδήποτε, δεν έχει νομικό χαρακτήρα – η συγγραφέας του δεν έχει την κατάλληλη επιστημονική σκευή για κάτι τέτοιο∙ επίσης, θα προσπαθήσει να απόσχει από μια ηθικίστικη ανάγνωση του εξαιρετικά δυσάρεστου συμβάντος που ταρακούνησε το ΤΕΙ και την πόλη των Σερρών.

                Αναφέρομαι βέβαια στην περίπτωση του ακαδημαϊκού δάσκαλου (;!) που κατέκτησε –επάξια, κατά τα φαινόμενα– τον τίτλο του «καθηγητή Φακελάκη»: του καθηγητή των ΤΕΙ ο οποίος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εδώ και πάρα πολλά χρόνια εκβίαζε τους φοιτητές του για να τους περάσει στο μάθημά του. Ο κ. καθηγητής κατηγορείται ότι έσπρωχνε τους φοιτητές του σε συγκεκριμένο φροντιστήριο, συμφερόντων φιλικών του προσώπων, ενώ από τις κοπέλες ζητούσε διευκολύνσεις σεξουαλικού χαρακτήρα…

                Από μια άλλη πλευρά, ο εν λόγω κύριος έχει … διαγνωστεί, μέσα από τις αναρτήσεις του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ως οπαδός και νοσταλγός της χούντας, ενώ φαίνεται να έχει και μια ορισμένη πολιτική δραστηριότητα μέσα από το χώρο της Νέας Δημοκρατίας.

                Μακριά από μένα οποιαδήποτε γενίκευση: δεν είναι – δεν μπορεί να είναι – αυτό το προφίλ του μέσου έλληνα πανεπιστημιακού δασκάλου. Ωστόσο, η συγκεκριμένη περίπτωση γεννά οπωσδήποτε ορισμένες σκέψεις για το τί σημαίνει δάσκαλος, τί σημαίνει διανοούμενος, για την άρχουσα τάξη.

                Ο Λένιν μάς δίδαξε ότι σε κάθε έθνος υπάρχουν δυο έθνη: το έθνος των καταπιεστών και το έθνος των καταπιεζομένων. Το καθένα έχει το δικό του πολιτισμό, στον οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται μόνο τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν την κουλτούρα (οι τέχνες και τα γράμματα) αλλά και ένα ολόκληρο αξιακό σύστημα. Ο δάσκαλος, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, στα πλαίσια του αστικού κράτους, καλείται να γίνει αναπαραγωγός του αξιακού συστήματος της άρχουσας τάξης.

                Μολαταύτα, στον τόπο μας, ένα σημαντικό κομμάτι του εκπαιδευτικού κόσμου, με βάση τις ιστορικές παραδόσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, έχει επιτελέσει – και συνεχίζει να επιτελεί – έργο που βρίσκεται μακριά από τα ζητούμενα και τις επιδιώξεις του αστικού κράτους. Θα πρέπει ωστόσο εδώ να προστεθεί και μια ακόμη παράμετρος; η ταξική θέση του δασκάλου ανά εκπαιδευτική βαθμίδα που συντελεί, εν μέρει, και στη διαμόρφωση της συνείδησής του. Θέλω να πω με τούτο ότι είναι άλλο πράγμα ο μισθωτός (και κατά τεκμήριο χαμηλόμισθος) δάσκαλος ή καθηγητής στη δευτεροβάθμια και άλλο ο καθηγητής της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδιαίτερα εκείνος του οποίου η επιστήμη ή η τεχνική γνώση μπορούν να εκφραστούν μέσα από ελεύθερα (και κάποτε πολύ προσοδοφόρα) επαγγέλματα: ο γιατρός, ο δικηγόρος, ο μηχανικός, ακόμα και ο λογιστής, όπως ο εν λόγω, που διατηρούσε λογιστικό γραφείο στη Β. Ελλάδα.

                Τούτων δοθέντων: ο «καθηγητής Φακελάκης», όπως προσφυώς ονομάστηκε, είναι παιδί της τάξης του και των αξιών της. Κατ` αρχήν, εφαρμόζει τις αξίες αυτές στην καθημερινή του ζωή και στην επαγγελματική του δραστηριότητα, ώστε να προσπορίζεται προσωπικά οφέλη. Ο ατομικισμός, ο ανταγωνισμός, το «ο θάνατός σου η ζωή μου», το κέρδος, αυτές δεν είναι οι αξίες της αστικής τάξης;

                Έπειτα, και ίσως αυτό είναι και το πιο σημαντικό, αυτά τα … ιδεώδη τα μεταλαμπαδεύει στη νέα γενιά με το παράδειγμά του: της διδάσκει την υποταγή στις ορέξεις του ισχυρού, το συμβιβασμό, τον κονφορμισμό, την πρόσκτηση αγαθών σε ατομικό επίπεδο με τρόπους όχι απλώς παράνομους (μην ξεχνάμε ότι το νομικό σύστημα κάθε κοινωνίας αντικαθρεφτίζει ένα συγκεκριμένο συσχετισμό δυνάμεων) αλλά ανήθικους.

                Από αυτή την άποψη λοιπόν, ο κ. καθηγητής είναι ένας οργανικός διανοούμενος για την κυρίαρχη τάξη: γι` αυτό και η τάξη του τον προστάτευσε κατά το δυνατό, μέχρι το σημείο που δεν μπορούσε πια να αμφισβητηθεί η παραβατική του συμπεριφορά.

                Η υπόθεση αυτή όμως έχει και μιαν άλλη διάσταση, την οποία υπαινίχθηκα αμέσως πριν. Μακριά από μένα η λογική της εξίσωσης του θύτη με το θύμα: εξ άλλου, πρόκειται για υπερασπιστική γραμμή που φαίνεται ότι θα ακολουθήσει ο γνωστός και μη εξαιρετέος, αστέρας του δικηγορικού κόσμου, συνήγορος του κ. καθηγητή. Θα ισχυριστεί, κατά τα φαινόμενα, ότι πρέπει να αφαιρεθούν τα πτυχία από τους φοιτητές που πλήρωσαν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για να τα αποκτήσουν.

                Πρέπει να είμαστε καθαροί: όποιος μπορεί να ασκήσει εξουσία έχει σαφώς πολύ μεγαλύτερη ευθύνη σε μια τέτοιου είδους συναλλαγή από τον εξουσιαζόμενο, ο οποίος μπορεί να φοβάται, να αγωνιά, να προσδοκά ένα καλύτερο μέλλον. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι ανύπαρκτο ούτε ασήμαντο: το εκπαιδευτικό σύστημα εξ απαλών ονύχων προλειαίνει το έδαφος για να αναπτυχθούν τέτοιες συμπεριφορές. Ως εκπαιδευτικός τάξης, πολλές φορές έχω την αίσθηση ότι εκπαιδεύουμε όντως μικρούς κονφορμιστές. Σταχυολογώ ορισμένα παραδείγματα:

-          Διαγώνισμα στη νέα ελληνική λογοτεχνία. Το ένα εξεταζόμενο κείμενο είναι το εμβληματικό «Η τιμή και το χρήμα» του Ντίνου Θεοτόκη, στο οποίο η εργάτρια ηρωίδα, σύμβολο της χειραφέτησης της τάξης και του φύλου της, σπάει τις κοινωνικές συμβάσεις και προκαταλήψεις μέσω της εργασίας. Το δεύτερο είναι ένα απόσπασμα από το έργο «Γυναίκες» της Γαλάτειας Καζαντζάκη, στο οποίο η ηρωίδα, για να γλυτώσει τη φτώχεια και τη μιζέρια, επιλέγει να βρει έναν πλούσιο εραστή. Ζητώ από τους μαθητές και τις μαθήτριες τη σύγκριση των δυο χαρακτήρων. Απροσδόκητα μεγάλος αριθμός μαθητριών (ναι, κοριτσιών!) χαρακτηρίζει την ηρωίδα της Γαλάτειας ως «καλή και συνειδητοποιημένη κοπέλα» που «ξέρει πολύ καλά τί θέλει και αγωνίζεται γι` αυτό».

-          Συζήτηση, σχεδόν σε καθημερινή βάση, για το μάθημα της έκθεσης. Προσπαθώ απεγνωσμένα να πείσω μαθητές και μαθήτριες να μπουν στον κόπο και να βάλουν το –πολύ φρέσκο– μυαλουδάκι τους να δουλέψει. Να καταθέσουν στο γραπτό τους την άποψή τους, την ψυχή και το πνεύμα τους και να μην αποστηθίζουν λυσάρια. Μονίμως, εισπράττω την ίδια απάντηση: «Κυρία, αν δεν γράψουμε αυτά που θέλουν, δεν πρόκειται να περάσουμε».

Δεν θέλω να ισχυριστώ –ενδεχομένως δεν θέλω και να πιστέψω– ότι αυτά τα παραδείγματα στοιχειοθετούν μια ολοκληρωμένη, συγκροτημένη και γενικευμένη στάση ζωής. Δεν είναι όμως λίγα, δεν είναι ασήμαντα και λέγονται και γράφονται από παιδιά τα οποία, στην πλειονότητά τους, θα αποτελέσουν τη νέα βάρδια της εργατικής τάξης. Από παιδιά που μπορεί να βρουν στο δρόμο τους αργότερα έναν «καθηγητή Φακελάκη» που θα τα εκβιάζει για να τους δώσει πτυχίο. Ή έναν εργοδότη που θα καταστρατηγεί όλα τους τα δικαιώματα, ενώ αυτά θα έχουν ήδη εκπαιδευτεί στο συμβιβασμό και στην υποταγή.

                Τι πρέπει να γίνει; Απέναντι στους διανοούμενους της άρχουσας τάξης, η κομμουνιστική αριστερά πρέπει να παλέψει για να ξανακατακτήσει, όπως με επιτυχία το είχε κάνει στο παρελθόν, ένα σημαντικό τμήμα της εργαζόμενης κυρίως διανόησης, με αιχμή του δόρατος τους εκπαιδευτικούς, το κίνημά τους, το περιεχόμενο που δίνουν στη διδασκαλία τους. Από την άλλη πλευρά, το νεολαιϊστικο και το φοιτητικό κίνημα πρέπει να ξαναζωντανέψουν, να μαζικοποιηθούν, να δώσουν το ιδιαίτερο στίγμα τους στα εκπαιδευτικά πράγματα, αλλά και στο ζήτημα της ωρίμανσης της συνείδησης της νέας γενιάς. Ζητήματα σαν κι αυτό του κ. καθηγητή, πέρα από την επιβεβλημένη νομική του αντιμετώπιση, στην ουσία τους δεν επιλύονται με δικαστικές μεθόδους, αλλά με όρους κινήματος, εκπαιδευτικού, μαθητικού, φοιτητικού. Μόνο έτσι η κατάκτηση της επιστημονικής γνώσης θα συμβαδίσει με την καλλιέργεια ιδανικών και αξιών, συμβατών με τον αγώνα για τον κόσμο τον οποίο δικαιούται η εργατική τάξη.

IMAGE Ο παπάς, ο πανεπιστημιακός, ο δικαστής κι ο αστυνόμος
Πέμπτη, 08 Νοεμβρίου 2018
Γράφει ο Αμετανόητος. Στη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι και τη δεκαετία του ’80, τρεις θεωρούνταν οι πυλώνες στήριξης της κατεστημένης εξουσίας: ο παπάς, ο δάσκαλος κι ο αστυνόμος. Ο αστυνόμος φρόντιζε να καταστέλλει τις λαϊκές αντιδράσεις κι όποτε... >>>>>>