Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Γράφει η Δώρα Μόσχου.

Η συμφωνία που ανακοινώθηκε πρόσφατα ανάμεσα στον πρωθυπουργό και στον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση και την αναγκαιότητα του χωρισμού του κράτους από την εκκλησία. Η προφανής ανάγνωση των όσων συμφωνήθηκαν, κατατείνει σε τούτο: πρόκειται για μια από τις –εξαιρετικά συνηθισμένες πια– υποχωρήσεις του ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στις κεντρικές επιλογές της άρχουσας τάξης, υποχωρήσεις που πηγαίνουν ακόμα και τον ίδιο πίσω από διακηρυγμένες αρχές και θέσεις του. Και δεν μιλάμε για αρχές και θέσεις που να στοχεύουν σε ριζικές ρήξεις και ανατροπές, αλλά που πρεσβεύουν, απλά και μόνο, αστικοδημοκρατικού χαρακτήρα ρυθμίσεις που θα έπρεπε να έχουν υπάρξει στην Ελλάδα εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

                Το προφανές λοιπόν στοιχείο της συμφωνίας είναι ότι οι κληρικοί, στην πράξη, θα συνεχίσουν να μισθοδοτούνται από το ελληνικό δημόσιο, αν και η διαχείριση των χρημάτων που προορίζονται για τη μισθοδοσία τους (καθώς και των λαϊκών υπαλλήλων των μητροπόλεων) θα γίνεται πια από την ίδια την εκκλησία. Σε αυτό ωστόσο υπάρχει ένας αντίλογος (όχι ανίσχυρος, κατά τη γνώμη μου): η απένταξη των κληρικών από το σύστημα πληρωμών του δημοσίου και ο αποχαρακτηρισμός τους ως δημοσίων υπαλλήλων αποτελεί ένα πρώτο βήμα για τον πλήρη διαχωρισμό κράτους–εκκλησίας. Το θέμα έχει πολλές νομικές πλευρές, τις οποίες θα μπορούσε πολύ καλύτερα να διαχειριστεί, να αναλύσει και να εκθέσει ένας ειδικός επιστήμονας. Από πολιτική άποψη ωστόσο, δεδομένης της τακτικής του ΣΥΡΙΖΑ να αποφεύγει κάθε σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και τους φορείς της και να υποχωρεί στις απαιτήσεις της, πολύ φοβόμαστε ότι, ακόμη κι αν είναι έτσι, αυτό το πρώτο βήμα δεν θα το ακολουθήσει κανένα δεύτερο!

                Τούτων δοθέντων, αξίζει, θαρρώ, τον κόπο να παρέμβουμε στη δημόσια συζήτηση –που έχει πάντως ανοίξει με ιδιαίτερη ένταση– υπενθυμίζοντας ορισμένα χρήσιμα πράγματα για το ρόλο της εκκλησίας στην ελληνική πολιτική και κοινωνική ζωή αλλά και για το τι σημαίνει στην πράξη ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος. Αφήνω έξω από την προβληματική μου το –τεράστιο ωστόσο– ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας.

                Αρχικά, θα πρέπει να αποδεχτούμε μια ιστορική αλήθεια: η ορθόδοξη εκκλησία, ως μηχανισμός, σαφώς και έπαιξε ρόλο στη συγκρότηση του ελληνικού έθνους. Το ορθόδοξο δόγμα είναι ένα από εκείνα τα στοιχεία που συγκρότησαν τη συνείδησή του κατά τη διάρκεια των ξενικών κυριαρχιών. Όχι όμως για θεολογικούς–δογματικούς λόγους, αλλά καθαρά για ιστορικούς και πολιτικούς. Από τη μια, το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, με την πολιτική θέση και το κύρος που είχε αποκτήσει επί οθωμανικής κυριαρχίας, λειτουργούσε ως συλλογική πολιτική έκφραση των ορθόδοξων υπηκόων της αυτοκρατορίας∙ από την άλλη, το ορθόδοξο δόγμα ήταν ένα ισχυρό διαφοροποιητικό στοιχείο των κυριαρχουμένων από τους κυριάρχους του; από τους μουσουλμάνους στις οθωμανοκρατούμενες ελληνικές χώρες, τους καθολικούς στις λατινοκρατούμενες.

                Είναι όμως εξ ίσου αλήθεια –και, μάλιστα, αλήθεια που έχει περάσει από τη βάσανο της ιστορικής έρευνας– ότι η εκκλησία, προσπαθώντας να εδραιώσει τη θέση της στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος αλλά και στη συνείδηση του ελληνικού λαού, έχει φορτώσει την ιστορική της διαδρομή με πολλά ψιμμύθια, τα οποία καθόλου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ιδιαίτερα διαδεδομένος είναι ο μύθος για την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού», ή της ύψωσης του λάβαρου της Επανάστασης του `21, στην Αγία Λαύρα από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Είναι δε τόσο αγαπητοί αυτοί οι μύθοι που ακόμα κι αν με επιστημονικά τεκμήρια προσπαθήσει κάποιος να τους καταρρίψει δημόσια, δεν είναι σπάνιες οι φορές που θα αντιμετωπιστεί με χλευασμό, βρισιές, κατάρες κι άλλα παρόμοια …χριστιανικά.

                Έχουμε θίξει κι άλλη φορά στην αρθρογραφία μας εξ άλλου (με την αφορμή της αποπομπής Φίλη, θαρρώ) το ζήτημα της στάσης του κλήρου στις μεγάλες ιστορικές στιγμές του λαού μας και έχουμε κάνει τη διαφοροποίηση ανάμεσα στο λαϊκό παπά που, πολλές φορές υπήρξε αγωνιστής κι αντάρτης στο πλευρό του λαού και στον ανώτερο και ανώτατο κλήρο που, συνηθέστατα, συμμετέχοντας ενεργά στα συμφέροντα και στους σχεδιασμούς της άρχουσας τάξης, την ακολουθεί και στις πολιτικές της επιλογές.

                Πέρα από αυτά: η Ελλάδα είναι όντως μια σχεδόν μονοθρησκευτική (ας μου συγχωρεθεί ο νεολογισμός) χώρα. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της έχει καταγραφεί ως ανήκον στο ορθόδοξο δόγμα. Χωρίς να συνυπολογίσουμε τις προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές των τελευταίων χρόνων, οι έλληνες υπήκοοι με μουσουλμανικό θρήσκευμα ανέρχονται σε 150.000 περίπου, ενώ οι έλληνες καθολικοί είναι μόλις 50.000 άτομα. Ελάχιστοι εβραίοι έχουν απομείνει στην Ελλάδα μετά το ξεκλήρισμα των εβραϊκών κοινοτήτων κατά το Β` Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ απειροελάχιστοι είναι οι οπαδοί άλλων χριστιανικών δογμάτων.

                Αυτές είναι οι επίσημες καταγραφές. Ωστόσο, γεννάται ένα ερώτημα: το σύνολο όλων όσων έχουν καταγραφεί ως ορθόδοξοι (αν και το ερώτημα ισχύει και όσους πρεσβεύουν άλλα δόγματα ή θρησκείες) είναι όντως θρησκευόμενοι, ή έχουν καταγραφεί απλώς ως τέτοιοι, ακολουθώντας είτε την παράδοση είτε τις θρησκευτικές επιλογές των γονιών τους; Πόσοι άραγε είναι αυτοί που έχουν χαλαρούς δεσμούς με τη θρησκεία (τους), είναι άθρησκοι ή άθεοι; Και γιατί, όσοι και να είναι αυτοί, πρέπει να ρυθμίζουν τον κύκλο της ζωής τους με βάση τις επιταγές της θρησκείας;

                Από μια άλλη πλευρά: ένα κράτος συγκροτημένο στα πρότυπα του έθνους–κράτους, έτσι όπως ορίστηκαν ιστορικά, μετά τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση, κατά πόσο επιτρέπεται να απεκδύεται δικές του αρμοδιότητες και ευθύνες και να τις μοιράζεται με τον κλήρο; (Δε βάζω καν στη συζήτηση το τί πρέπει να συμβαίνει και το τι ιστορικά έχει συμβεί σε ένα σοσιαλιστικό κράτος). Για να δώσω ένα πολύ απλό παράδειγμα: η συμφωνημένη συμβίωση δυο ανθρώπων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται (από τα οικογενειακά επιδόματα στη δουλειά τους, μέχρι το ζήτημα της ανατροφής των παιδιών ή τα ζητήματα της κληρονομιάς) πρέπει να είναι αρμοδιότητα της εκκλησίας ή της πολιτείας; Η απάντηση είναι, θαρρώ, σαφής και δεδομένη: η πολιτεία θα χορηγήσει τα οικογενειακά επιδόματα, από την πολιτεία θα διεκδικηθεί η ίδρυση παιδικών σταθμών και η δημόσια δωρεάν παιδεία, το οικογενειακό δίκαιο θα ρυθμίσει τα ζητήματα της κληρονομιάς. Στα κρατικά ληξιαρχεία καταγράφεται το όνομα του νεογέννητου παιδιού με το οποίο καθορίζεται η υπόστασή του ως πολίτη του κράτους και από τα αντίστοιχα μητρώα διαγράφεται όταν κάποιος εκδημήσει.

                Στο δημόσιο βίο δε, αλίμονο αν η εγκυρότητα ενός όρκου εξαρτάται από την ύπαρξη ενός υπερκόσμιου όντος–τιμωρού και όχι από την εντιμότητα και την προαίρεση εκείνου που τον δίνει. Πόσες εξ άλλου ψευδείς μαρτυρίες έχουν γίνει στα δικαστήρια, μετά την απόθεση του χεριού του μάρτυρα πάνω στο ευαγγέλιο ή σε όποιο άλλο ιερό κείμενο; Ή έχει εμποδίσει ο θρησκευτικός όρκος που δίνουν, συνηθέστατα, τα μέλη του πολιτικού προσωπικού, όταν αναλαμβάνουν δημόσια αξιώματα να βλάψουν σοβαρά τη χώρα και το λαό της;

                Ως προς την εκπαίδευση: η γνώση που παρέχεται στο οργανωμένο δημόσιο σχολείο οφείλει να είναι αυστηρά επιστημονική. Η εξ αποκαλύψεως αλήθεια, όταν μάλιστα συνδέεται στενά με ζητήματα συνείδησης, δεν έχει θέση σε ένα σύγχρονο σχολείο.

                Η ανάληψη λοιπόν από την πολιτεία όλων αυτών των δραστηριοτήτων και εκφάνσεων της ανθρώπινης ζωής είναι μια ιστορική αναγκαιότητα που έχει ήδη πολύ καθυστερήσει στην Ελλάδα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο θρησκευόμενος άνθρωπος δεν θα έχει το δικαίωμα να ασκήσει την πίστη του ούτε σημαίνει ότι στοιχεία της παράδοσης που συνδέονται με τη ρύθμιση και τη ροή του χρόνου ή με την ιδιοπροσωπία του ελληνικού λαού δεν θα γίνονται σεβαστά ή θα καταργηθούν εν μια νυκτί και με ένα διάταγμα.

                Μια παρέκβαση: κατά τη γνώμη μου, δεν νοούνται ως αποδεκτά στοιχεία μιας θρησκευτικής παράδοσης που να έρχονται σε κατάφωρη αντίθεση με κατακτημένα λαϊκά δικαιώματα ή δικαιώματα πληθυσμιακών ομάδων που τα έχει αναγνωρίσει ακόμη και αυτό το αστικό δίκαιο. Και αυτή η παρατήρηση δεν αφορά μόνο την πλειοψηφούσα θρησκεία, το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Αφορά, για παράδειγμα, και την εφαρμογή της σαρίας, του μουσουλμανικού θρησκευτικού δικαίου σε μια περιοχή της ελληνικής επικράτειας. Μήπως και σε αυτό τον τομέα θα πρέπει να γίνουν ορισμένα πιο τολμηρά βήματα;

                Σε κάθε περίπτωση, ο χωρισμός της εκκλησίας από το κράτος είναι ιστορικά αναγκαίος και ώριμος. Άλλωστε, η έκφραση «τα του καίσαρος τω καίσαρι» έχει ευαγγελική προέλευση …Και, προφανώς, μια τέτοια διαδικασία δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της …φάτνης! Εξ άλλου, εκείνος που έφερε το ζήτημα (και έγινε βέβαια καταγέλαστος) στο δημόσιο διάλογο, με ένα και μόνο πρόσωπο που συνδέεται με την τρυφερή και αισιόδοξη (πέρα από τη μεταφυσική της διάσταση) ιστορία των Χριστουγέννων μπορεί να συσχετιστεί: κι αυτό δεν είναι άλλο από τον … Ηρώδη!

IMAGE Κουκούλες, συνομωσίες και πολύς… Φρόιντ
Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018
Γράφει ο Παναγιώτης Ζαβουδάκης. Την ομολογουμένως πρωτότυπη για κομμουνιστές μέθοδο της «μαύρης διαφήμισης»[1] χρησιμοποίησε η Τ.Ε. Αχαΐας του ΚΚΕ για να προπαγανδίσει την «πολιτική σύσκεψη-συζήτηση» που διοργανώνει στο Αίγιο. >>>>>>