Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Γράφει ο Παναγιώτης Ζαβουδάκης (*)

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απάτη από τη φράση του συρμού που αναφέρεται σε όποιον «πατάει σε δυο βάρκες». Η ιστορία έχει δείξει πως όποτε κάποιος πατούσε «σε δυο βάρκες» στην πραγματικότητα πατούσε γερά στη μια για να καταστρέψει την άλλη. Όπως το περίφημο «πιστεύομεν εις τον βασιλέα … πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν» του Γ. Παπανδρέου (του Α’) το οποίο στην πραγματικότητα σήμαινε “πιστεύομεν εις το βασιλέα ώστε να μη υπάρξει ποτέ λαοκρατία!”.

Η παρούσα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν μπορεί να ξεφύγει από την πεπατημένη. Φαίνεται πως πατά σε «δυο βάρκες», τουλάχιστον στην εκπαιδευτική της πολιτική, αλλά στην πραγματικότητα πατά μόνο στη μία. Αφορμή γι’ αυτή τη διαπίστωση μάς δίνει η αλλαγή του τρόπου επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων. Για να κατανοήσουν και οι μη γνωρίζοντες αυτές τις «αλλαγές» θα πρέπει να αναφερθούμε συνοπτικά σε όσα ίσχυαν ως τώρα.

Με το Ν. 3848/2010 η επιλογή διευθυντών γινόταν με βάση την προϋπηρεσία τους, τα τυπικά προσόντα τους (τίτλοι σπουδών, μεταπτυχιακά, διδακτορικά, σεμινάρια, κ.λπ.) και τον βαθμό της προφορικής «συνέντευξης» τους από τα υπηρεσιακά συμβούλια (ΠΥΣΠΕ για την Πρωτοβάθμια και ΠΥΣΔΕ για τη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση). Καθένα από τα παραπάνω έδινε μόρια σε κάθε υποψήφιο και το σύνολό τους του έδινε μια θέση στον τελικό πίνακα των διευθυντών που κατάρτιζαν τα υπηρεσιακά συμβούλια.

Τώρα με υπουργική απόφαση (Φ.361.22/26/79840/Ε3/19-5-2015), που τροποποιεί σημεία του Ν. 3848, εισάγεται και «ολίγη από δημοκρατία» και «λαϊκή συμμετοχή» (όπως κάποτε έλεγαν «ολίγη από γιουβέτσι»). Οι αναχρονιστικές συνεντεύξεις που ευνοούσαν «ημετέρους» και αδικούσαν τους «άλλους» έδωσαν τη θέση τους στην εκλογή του διευθυντή από «τη βάση» δηλαδή το Σύλλογο Διδασκόντων κάθε σχολείου.

Ουδέν δημοκρατικότερον” θα πει κάποιος. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε μαζί του αν δεν υπήρχαν πολλά τραγελαφικά που κάνουν αυτή τη διαδικασία να απέχει τελείως από «δημοκρατική κατάκτηση» και να προσομοιάζει περισσότερο σε «γάμο του Καραγκιόζη». Ας τα δούμε.

Πρώτα απ’ όλα είναι ο τρόπος που κάθε υποψήφιος μπορεί να επιλέξει τα σχολεία στα οποία θέλει να υποβάλλει υποψηφιότητα. Το μάξιμουμ είναι τρία σχολεία: Ένα είναι το σχολείο στο οποίο έχει οργανική θέση ή εργάζεται αυτή τη στιγμή και άλλα δυο σχολεία της ίδιας περιοχής. Αυτό δημιουργεί ήδη κωμικοτραγικές καταστάσεις καθώς επίδοξοι διευθυντές πήραν τους δρόμους και ψάχνουν σχολεία όπου οι διευθυντές τους θα αποχωρήσουν ώστε να βάλουν εκεί υποψηφιότητα. Ήδη παρατηρήθηκαν αστειότητες με διάφορους «Μαυρογιαλούρους» οι οποίοι άρχισαν τα τηλέφωνα και τις επισκέψεις –ακόμα και τα τραπεζώματα- σε συναδέλφους τους που είχαν να συναντήσουν πολλά χρόνια με στόχο να τους αποσπάσουν την υπόσχεση μιας ψήφου ή της αρωγής τους στον επηρεασμό του συλλόγου διδασκόντων. Οι αθλιότητες αυτές απειλούν να αφαιρέσουν από τους εκπαιδευτικούς ό,τι πολυτιμότερο τους έχει απομείνει από τότε που έπληξε κι αυτούς –όπως όλα τα λαϊκά στρώματα- η μνημονιακή λαίλαπα: την επιστημονική τους ταυτότητα, την αξιοπρέπεια και το μεράκι τους.

Μια άλλη παράμετρος είναι ο καταρτισμός της λίστας των εκλεκτόρων. Δικαίωμα ψήφου σε κάθε σχολείο έχουν οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται αυτή τη χρονιά σε αυτό με οποιαδήποτε σχέση (μόνιμοι, αναπληρωτές, αποσπασμένοι). Δικαίωμα ψήφου δεν έχουν οι υποψήφιοι αλλά και οι συγγενείς τους μέχρι 2ου βαθμού. Δηλαδή αν κάποιος έχει σύζυγο, πατέρα, γιο ή αδελφό που θέτει υποψηφιότητα για θέση διευθυντή αυτόματα χάνει το δικαίωμα του εκλέγειν. Κι όλα αυτά όχι για τη θέση του προέδρου της… Ευρωπαϊκής Τράπεζας αλλά για το «αξίωμα» του διευθυντή ενός σχολείου.

Η γελοιότητα συνεχίζεται καθώς η «εκλογή» διευθυντών έχει προκαλέσει ήδη απίστευτες καταστάσεις στις σχολικές μονάδες. Πρώτ’ απ’ όλα υπάρχουν δυσανάλογα πολλοί υποψήφιοι σε τόσο μικρές κοινότητες. Σημειώθηκαν ακόμα και επτά (7) υποψηφιότητες σε σχολική μονάδα με δυναμικό 15-20 διδασκόντων. Δηλαδή ο ένας στους δυο είναι υποψήφιος (φυσικά, πρόκειται για σχηματικό παράδειγμα που θέλει να δείξει την υπερβολή καθώς υπάρχουν και υποψηφιότητες ξένων προς το σχολείο εκπαιδευτικών). Όλα αυτά σε μονάδες της επαρχίας καθώς στα μεγάλα σχολικά συγκροτήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης θα υπάρχουν ασφαλώς περισσότεροι υποψήφιοι από τους 7.

Σε σχολεία με μικρό αριθμό εκπαιδευτικών παρατηρούνται φαινόμενα συσπείρωσης γύρω από κάποιο πρόσωπο ώστε να αποτραπεί η εκλογή μη επιθυμητών διευθυντών. Μάλιστα κάποιοι φέρονται να έχουν μοιράσει μεταξύ τους τις θητείες σε στυλ “φέτος εγώ, σε δυο χρόνια εσύ” για να πετύχουν το στόχο τους.

Όπου δεν υπήρχαν, άρχισαν να εμφανίζονται φαινόμενα πόλωσης και δημιουργίας ομάδων που στηρίζουν τον ένα ή τον άλλο υποψήφιο. Αυτό θα διασπάσει το κλίμα συνεργασίας των εκπαιδευτικών και θα υπονομεύσει το έργο όποιου τελικά επιλεγεί ως διευθυντής.

Σε όλα τα παραπάνω να προσθέσουμε και την πελατειακή σχέση που πάει να δημιουργηθεί ανάμεσα σε κάποιους υποψήφιους και σε εκλέκτορες.

Στην εκλογική διαδικασία που πραγματοποιείται αυτές τις μέρες θέλουν να προσδώσουν σπουδαιότητα ίσου ή και μεγαλύτερου βάρους με τις αυτοδιοικητικές ή τις βουλευτικές εκλογές. Δίνονται οδηγίες για τη διαπίστωση απαρτίας (με όριο το 65%) και καταμέτρησης των αποτελεσμάτων που μπροστά τους ωχριούν οι υποχρεώσεις των δικαστικών αντιπροσώπων στις βουλευτικές εκλογές. Κι όλα αυτά όταν δεν έχει επιτραπεί ούτε καν συζήτηση για τη διαδικασία ή για τις υποψηφιότητες. Απλώς οργανώνεται ψηφοφορία. Έτσι, ακόμα κι όποιος θα ήθελε να τοποθετηθεί, δεν του δίνουν το δικαίωμα. Το μόνο «δικαίωμα» που του παραχωρούν είναι αυτό της αποχής από την εκλογική διαδικασία (αφού πρώτα θα διαπιστωθεί απαρτία) χωρίς να δίνεται η δυνατότητα να αιτιολογηθεί η αποχή. Έτσι εισάγεται και στην εκπαίδευση η τηλεοπτική «δημοκρατία» αυτών που ψηφίζουν με sms το πρόσωπο που επιθυμούν να παραμείνει σε κάποιο τηλεπαιχνίδι. Σημεία των καιρών.

Τουναντίον, μεγάλη σημασία δίνεται στην καταμέτρηση των αποτελεσμάτων και ιδιαίτερα των ποσοστών που θα πάρει κάθε υποψήφιος. Αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει σε άλλες εκλογικές διαδικασίες, το ποσοστό υπολογίζεται επί των εγκύρων και των λευκών ψηφοδελτίων.

Όποιος δεν συγκεντρώσει το 20% των ψήφων δεν προχωρά στην επόμενη φάση. “Ποια επόμενη φάση;” θα ρωτήσει κάποιος μη   εκπαιδευτικός μπερδεμένος απ’ όλα τα παραπάνω, “δεν εκλέχθηκε διευθυντής από την κάλπη;”. Όχι, βέβαια! Τα αποτελέσματα των εκλογών θα πρέπει να μεταβιβαστούν αμέσως στο διευρυμένο υπηρεσιακό συμβούλιο το οποίο θα τα μετατρέψει σε… μόρια υπέρ του υποψηφίου και αθροίζοντάς τα με τα άλλα μόρια, θα δώσει τον τελικό διευθυντή. Μάλιστα, τα μόρια της εκλογής είναι συνολικά 12 που θα μοιραστούν αναλογικά όσοι υποψήφιοι θα ξεπεράσουν το «φράγμα» του 20% των ψήφων και θα περάσουν «στην επόμενη πίστα». Με άλλα, λόγια τόσος προεκλογικός αγώνας, τόσα τάματα, τόσο ξεκατίνιασμα «για μια χούφτα… μόρια». Εδώ ταιριάζει η λαϊκή σοφία «χωρίς κέρδος κέρατα». Βέβαια, για κάποιους θα υπάρξουν «κέρδη» αλλά ο κλάδος θα εισπράξει συνολικά τα «κέρατα».

Στην αυθόρμητη ερώτηση “Μα, γιατί έτσι; Γιατί τόση βιασύνη;” η απάντηση είναι απλή. Οι νέοι διευθυντές θα αποτελέσουν το εκλεκτορικό σώμα που θα εκλέξει τους νέους προϊστάμενους εκπαίδευσης, και όλες οι παρατάξεις ενδιαφέρονται να αναδείξουν πολλούς δικούς τους διευθυντές για να ελέγξουν την εκλογή προϊσταμένων. Ποιος να δώσει σημασία σε «λεπτομέρειες» σαν αυτές που προαναφέρθηκαν;

Απ’ όλα τα παραπάνω φαίνεται -πριν ακόμα ξεκινήσει η διαδικασία- η σκοπιμότητα με την οποία αντιμετωπίζει κι αυτή η κυβέρνηση τα ζητήματα της εκπαίδευσης.

Διατηρεί το ίδιο αντιδραστικό νομοθετικό πλαίσιο και τις ίδιες αρμοδιότητες (καθηκοντολόγιο, πλαίσιο αξιολόγησης δημοσίων υπαλλήλων κ.α.) και περνά στη στελέχωση αυτού του μηχανισμού με νέα πρόσωπα στη θέση όσων έχουν πια φθαρεί. Αντί, δηλαδή, να ξεκινήσει τη συζήτηση από το περιεχόμενο (το ρόλο των «στελεχών εκπαίδευσης», του συλλόγου διδασκόντων, του διευθυντή), ξεκινά από την επιλογή των προσώπων, εμπλέκοντας τους εκπαιδευτικούς σε μια διαδικασία αξιολόγησης–βαθμολόγησης των υποψηφίων, μέσω της ψήφου που μετατρέπεται σε «μια χούφτα μόρια».

Σε καμιά περίπτωση λοιπόν δεν μπορεί να θεωρηθεί πως η κυβέρνηση «πατάει σε δυο βάρκες». Πατάει γερά στη βάρκα της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής που της κληροδότησαν οι «άλλοι» για να διαλύσει ό,τι απέμεινε από τη «βάρκα» της δημόσιας και δωρεάν Παιδείας.

Και το κίνημα; Γιατί δεν παρεμβαίνει; Γιατί δεν αγωνίζεται να τους χαλάσει τα σχέδια;”.

Απλά γιατί κάποιες από τις υγιείς κοινωνικές δυνάμεις έχουν εγκλωβιστεί στο παραμύθι της «ελπίδας για αλλαγή» που πουλά ακόμα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Κάποιες άλλες δεν έχουν χρόνο να ασχοληθούν με τα προβλήματα της κοινωνίας, της παιδείας, της υγείας, όντας απασχολημένες να λύνουν θεωρητικά «προβλήματα» τύπου “μέτωπο ή κίνημα αντί για κόμμα; Και με ποιους;” (που τόσο μοιάζουν με τα «αιώνια διλλήματα»: “η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα;”).

Τέλος, υπάρχουν και οι αναχωρητές που περιμένουν στις μονές τους την έλευση ενός ουρανοκατέβατου σοσιαλισμού που δια μαγείας θα καταργήσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, θα εξανθρωπίσει την κοινωνία κι όλα τα λαϊκά προβλήματα θα πάρουν το δρόμο της μετανάστευσης που τώρα παίρνουν τα παιδιά του λαού. Κι ως τότε νηστεύουν και προσεύχονται.

Οι καιροί που κυριαρχούσαν οι «σωτήρες» και οι «πρωτοπορίες» πέρασαν πια. Τώρα, βασανιστικά αργά κι επίπονα, μπαίνουμε στον καιρό της οργάνωσης της πάλης από τα κάτω. Στον καιρό της συγκέντρωσης δυνάμεων, της συσπείρωσης, της αντίστασης και της αντεπίθεσης.

 

 

(*) Ο Παναγιώτης Ζαβουδάκης από το 2011 δεν φέρει καμία ιδιότητα εκτός αυτής του δασκάλου στο 14ο Δημοτικό Σχολείο Πάτρας.

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ