Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

του Παναγιώτη Ζαβουδάκη.

Φωτιές άναψε στην εκπαίδευση η υπουργική απόφαση με την οποία ο Ν. Φίλης τροποποίησε το ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων στην προσπάθειά του να περικόψει κονδύλια από την εκπαίδευση όπως απαίτησε το κουαρτέτο. Και από εκεί που ο υπουργός μιλούσε για προσλήψεις εκπαιδευτικών (πάντα υπό την προϋπόθεση ότι θα έπαιρνε την άδεια από το κουαρτέτο) πέρασε στη συρρίκνωση διδακτικών ωρών ώστε να περικοπούν θέσεις εκπαιδευτικών και, κατά συνέπεια, να εκτονωθεί η κοινωνική πίεση για νέους διορισμούς.

Έτσι οι διδακτικές ώρες περιορίστηκαν με την μείωση των θρησκευτικών κατά μια ώρα στις μεγάλες τάξεις, την κατάργηση της Ευέλικτης Ζώνης και την κατάργηση της θέσης του υπεύθυνου δασκάλου για το ολοήμερο σχολείο. Αυτό σε συνδυασμό με την κατάργηση της πρωινής ζώνης (προσέλευση μαθητών του ολοήμερου στις 7.15 αντί των 7.50 που ισχύει για όλο το σχολείο) και την κατάργηση των σχολείων διευρυμένου ωραρίου (εκείνων που λειτουργούσαν πιλοτικά με καθημερινά 7ώρα για όλες τις τάξεις) προκάλεσε πολλούς τριγμούς τόσο στην εκπαιδευτική κοινότητα όσο και στην κοινωνία καθώς πολλοί εργαζόμενοι γονείς φοβούνται πως θα πρέπει να φεύγουν νωρίτερα από τις δουλειές τους για να παραλάβουν τα παιδιά τους που θα σχολούν στις 1.15 αν δεν έχουν τη δυνατότητα να φοιτήσουν στο ολοήμερο σχολείο.

Αντιδράσεις εύλογες αλλά όχι πάντα για το σωστό λόγο και κυρίως ενάντια στο σωστό στόχο. Όμως, οι κομμουνιστές οφείλουμε να μένουμε νηφάλιοι και να μην ενδίδουμε στο λαϊκισμό των πρώτων αντιδράσεων. Για να κατανοήσει ο αναγνώστης την έκταση του προβλήματος που γεννιέται θα πρέπει να αντιληφθεί σε όλη του την έκταση το πρόβλημα που υπάρχει τώρα πριν δηλαδή τη νέα υπουργική απόφαση. Ας ξετυλίξουμε το νήμα προς τα πίσω.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα

Το Ολοήμερο σχολείο άρχισε να λειτουργεί πιλοτικά μετά την ψήφιση του ιδρυτικού Νόμου 2525/97 με 28 Πιλοτικά Ολοήμερα Σχολεία κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 1999-2000. Από το 2001 γενικεύτηκε σε όλα τα σχολεία της χώρας. Οι στόχοι του ήταν υψηλοί. Να πώς τους περιγράφει το 2001 ο εκ των εμπνευστών του Ι.Ε. Πυργιωτάκης (Καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημ. Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Κρήτης για τρεις περίπου δεκαετίες που διετέλεσε και Αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Υποθέσεων): « (…) παρά το γεγονός ότι ο χρόνος παραμονής των παιδιών στο σχολείο είναι συγκριτικά με άλλες χώρες λίγος, οι μαθητές δεν διδάσκονται λιγότερο τα ακαδημαϊκά μαθήματα, όπως γλώσσα, μαθηματικά, ιστορία, γεωγραφία κλπ. Είναι προφανές ότι αυτό λειτουργεί σε βάρος των υπολοίπων, τα οποία κατόπιν οι μαθητές σπεύδουν να τα «αγοράσουν» από την ιδιωτική εκπαιδευτική αγορά. Έτσι η μουσική και η θεατρική παιδεία, ο χορός, οι ξένες γλώσσες και πολλά ακόμη αντικείμενα που ανάγονται κυρίως στο χώρο της τέχνης και του πολιτισμού, έχουν μοναδικό σχεδόν χώρο προσφοράς την ιδιωτική εκπαίδευση, σε ώρες πέραν του σχολικού προγράμματος (…) Αναζητείται λοιπόν ο τρόπος με τον οποίο θα αρθεί η διχοτόμηση αυτή με ενσωμάτωση στα προγράμματα του δημόσιου σχολείου όλων εκείνων των αντικειμένων μάθησης, που σήμερα έχουν ιδιωτικό χαρακτήρα. Με μια τέτοια λύση διευρύνεται ο δημόσιος χαρακτήρας της εκπαίδευσης σε νέα αντικείμενα και έτσι, με την προσθήκη των νέων αυτών αντικειμένων, προσφέρονται ίσες ευκαιρίες για σύμμετρη καλλιέργεια και μόρφωση των παιδιών. Hπρόταση αυτή απο­τελεί ταυτόχρονα ανασχετικό παράγοντα και συμβάλλει στη διαφυγή από τον αναλφαβη­τισμό, τη σχολική διαρροή και τον κοινωνικό αποκλεισμό, κυρίως σε περιφέρειες υψηλής εκπαιδευτικής προτεραιότητας (…)

Σε άμεση σχέση μ' αυτό βρίσκεται η ανάγκη προώθησης της ενισχυτικής διδασκαλίας. Είναι γνωστό και επιβεβαιώνεται από πολλές έρευνες ότι οι αφετηρίες των παιδιών κα­τά την πρώτη εγγραφή στο σχολείο είναι άνισες (…) Για το λόγο αυτό κα­θίσταται αναγκαία η παροχή αντισταθμιστικής εκπαίδευσης στα πλαίσια μιας προσπά­θειας άμβλυνσης των ανισοτήτων. Στο υπάρχον όμως Δημοτικό Σχολείο με τη γνωστή στενότητα του ωραρίου, οι δυνατότητες ουσιαστικής αντισταθμιστικής εκπαίδευσης είναι περιορισμένες (…)»[1].

Με άλλα λόγια, οι εμπνευστές του Ολοήμερου έταζαν «λαγούς με πετραχήλια» στις λαϊκές οικογένειες: από πιστοποιήσεις γνώσης αγγλικής γλώσσας (αργότερα και δεύτερης ξένης: γαλλικής ή γερμανικής) μέχρι πιστοποιήσεις δεξιοτήτων στην πληροφορική, τη μουσική και την αισθητική αγωγή. Το πρώτο διάστημα, (βοηθούντων και των κονδυλίων των Κοινοτικών Προγραμμάτων Στήριξης που χρηματοδοτούσαν την πρόσληψη μη εκπαιδευτικών ειδικοτήτων όπως εκπαιδευτών πηλοπλαστικής, λαογραφίας, θεατρικού παιχνιδιού κλπ) το ολοήμερο σχολείο πρόσφερε ένα δείγμα όσων είχαν εξαγγελθεί μεγαλόστομα. Με έναν δάσκαλο υπεύθυνο για τη λειτουργία του (ο οποίος έπαιζε το ρόλο του «διευθυντή της απογευματινής βάρδιας» και στα μικρά σχολεία έπαιρνε και το επίδομα θέσης υποδιευθυντή) και τις ειδικότητες, πολλά ολοήμερα λειτούργησαν ικανοποιητικά (τουλάχιστο στο επίπεδο της ενισχυτικής διδασκαλίας) από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Το «τυρί» και η «φάκα»

Όλοι ήταν ευχαριστημένοι: Οι γονείς επειδή είχαν τη σιγουριά πως τα παιδιά τους τελειώνουν την προετοιμασία των μαθημάτων τους και απασχολούνται δημιουργικά μέχρι την ώρα που εκείνοι μπορούν να τα παραλάβουν και επιστρέφουν στο σπίτι έτοιμα για την επόμενη μέρα (το σύνθημα ήταν «ο μαθητής δεν ανοίγει τη τσάντα του στο σπίτι»). Οι εκπαιδευτικοί επειδή άνοιγαν θέσεις εργασίας για την απορρόφηση των χιλιάδων αδιόριστων που υπήρχαν στις αρχές του 21ου αιώνα). Οι συνδικαλιστές επειδή, αναλαμβάνοντας το ολοήμερο, είχαν ελεύθερο χρόνο το πρωί για να περιοδεύουν στα σχολεία. Οι εμπνευστές του επειδή η προπαγάνδα τους ότι επιτέλους η χώρα μας θα ευθυγραμμιζόταν με τις «προηγμένες» παιδαγωγικά χώρες είχε περάσει απόλυτα. Το «τυρί» ήταν τόσο δελεαστικό που πολλοί δεν πρόσεξαν τη «φάκα».   Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να παρατηρήσει πως η υλικοτεχνική υποδομή των περισσότερων σχολείων δεν ήταν ικανή να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις τέτοιας λειτουργίας. Δε θα μιλήσουμε για την έλλειψη χώρων που ανάγκαζε –και αναγκάζει- τα μικρά σχολεία να χρησιμοποιούν της αίθουσα μιας τάξης (συνήθως της Α΄ή τη Β΄ που τελειώνουν νωρίτερα) ως χώρο του ολοήμερου. Θα πούμε απλά πως η μόνη προσθήκη σε κάθε σχολείο για τη λειτουργία του ολοήμερου ήταν η αγορά ενός ψυγείου για να τοποθετούνται τα φαγητά των μαθητών που θα συνέχιζαν ως τις 4 μ.μ. κι ένας φούρνος μικροκυμάτων για το ζέσταμά τους.

Και κάτι πολύ σημαντικό: όπως αναφέρει ο Ι. Ε. Πυργιωτάκης[2] υπήρξε προβληματισμός για τον τύπο ολοήμερου που θα υιοθετούσαν καθώς στην Ευρώπη: «(…) υπάρχουν ολοήμερα, στα οποία όλο το πρόγραμμα από την έναρξη ως το κλείσιμο του σχολείου είναι υποχρεωτικό για όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά. Στα σχολεία αυτά δεν υπάρχει διάκριση πρωινής και μεταμεσημβρινής ζώνης εργασίας. Το πρόγραμμα είναι ένα και ενιαίο και, όπως ελέχθη, υποχρεωτικό για όλους. Ανάμεσα στις δύο ζώνες εργασίας, πρωινή και μεταμεσημβρινή (όροι καθαρά τεχνητοί αφού το πρόγραμμα είναι ενιαίο), παρεμβάλλεται η μεσημβρινή ζώνη ανάπαυσης κατά την οποία προσφέρεται φαγητό, ζεστό ή κάτι πιο πρόχειρο, ανάλογα με τη ρύθμιση που έχει δοθεί σε κάθε σχολείο. Άλλα πάλι σχολεία έχουν κοινό μόνο το πρόγραμμα της προμεσημβρινής ζώ­νης εργασίας και κατόπιν προσφέρεται ένα πρόσθετο πρόγραμμα, μόνο για τους μαθη­τές εκείνους που επιθυμούν να το παρακολουθήσουν. Όσοι όμως δηλώσουν ότι θα το παρακολουθούν δεσμεύονται για ολόκληρο και όχι μόνο για ένα μέρος του προγράμ­ματος. Διαφορές σημειώνονται επίσης ως προς την ώρα λήξης της σχολικής εργασίας. Υπάρχουν ολοήμερα στα οποία τα παιδιά παραμένουν ώσπου να τελειώσουν οι γονείς την εργασία τους, δηλαδή ως τις 15:00 ή στις 15:30 και άλλα στα οποία η εργασία συ­νεχίζεται ως τις 16.00 ή στις 17.00. Σε κάποια άλλα η φύλαξη εκτείνεται και πέραν της ώρας αυτής.

Με βάση τη διεθνή αυτή εμπειρία, γίνεται διάκριση ανάμεσα σε δύο τύπους σχολείων που φαίνεται να κυριαρχούν περισσότερο: Τα «κλειστά» ή υποχρεωτικά και τα προαι­ρετικά ή «ανοιχτά» Ολοήμερα Σχολεία. Στα πρώτα εντάσσονται εκείνα που εργάζονται ως αργά το απόγευμα με πρόγραμμα δεσμευτικό για όλους τους μαθητές και στα προ­αιρετικά ή «ανοιχτά», εκείνα που εργάζονται κανονικά ως το μεσημέρι και στα χρονικά αυτά πλαίσια εξαντλούν τα υποχρεωτικά μαθήματα. Στη συνέχεια ακολουθεί ένα πρό­σθετο πρόγραμμα που διαρκεί κατά κανόνα έως τις 15:00 ή ως τις 15:30 και είναι προ­αιρετικό. Πάντως, τα μαθήματα της υποχρεωτικής φοίτησης πραγματοποιούνται για όλους στις προμεσημβρινές ώρες εργασίας του σχολείου.».

Πολύ σύντομα επιλέχθηκε το «ευέλικτο» μοντέλο και, καθώς τα κονδύλια των ΚΠΣ στέρεψαν, το ολοήμερο έφτασε στη μορφή που έχει τα τελευταία χρόνια.

Τι ισχύει ως τώρα

Μέχρι τώρα δεν υπάρχουν προαπαιτούμενα για την εγγραφή των μαθητών στο ολοήμερο, αρκούν λίγες αιτήσεις (14) για να δημιουργηθεί τμήμα ολοήμερου ενώ μόλις 5 αιτήσεις (από εκείνους που μετέχουν στο ολοήμερο) για να φτιαχτεί τμήμα πρωινής ζώνης. Παρότι το πρόγραμμα μιλά για αποχώρηση των μαθητών αφού έχουν τελειώσει την ενισχυτική διδασκαλία (δηλαδή την προετοιμασία των μαθημάτων τους) στην πράξη από τις 2 το μεσημέρι αρχίζουν οι αποχωρήσεις όποτε εμφανιστεί ο κηδεμόνας τους για να τους παραλάβει. Αν σε όλα αυτά προστεθεί και η πρωινή ζώνη όπου δεν ακολουθούνται εκπαιδευτικές δραστηριότητες, φαίνεται ξεκάθαρα πως το ολοήμερο σχολείο έχει μετατραπεί σε baby parking ή «παιδοφυλακτήριο» επί το ελληνικότερον.

Ουδόλως ασχολείται κανείς αν επιτελείται παιδαγωγικό έργο. Κι αυτό φαίνεται πως απασχολεί ελάχιστα τους γονείς. Εκείνοι θέλουν να είναι σίγουροι πως το παιδί τους θα είναι σε ασφαλές μέρος μέχρι να μπορέσουν να σχολάσουν. Άλλωστε δεν είναι μυστικό πως, παρά τα παιδαγωγικά φληναφήματα, οι εμπνευστές ομολογούν πως το ολοήμερο σχολείο δημιουργήθηκε ως απάντηση στις πρωτοβουλίες γονέων και κηδεμόνων που με το πρόσχημα της «δημιουργικής απασχόλησης» αναζητούσαν λύση για την παραμονή των παιδιών στο ασφαλή χώρο του σχολείου μέχρι εκείνοι να τελειώσουν τη δουλειά τους: «Στην Ελλάδα οι πρώτες προσπάθειες για την εφαρμογή του Σχολείου Διευρυμένου Ωραρίου έγιναν σε επίπεδο τοπικής σχολικής μονάδας με πρωτοβουλία του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η προσπάθεια ξεκίνησε από τους εργαζόμενος γονείς, οι οποίοι στο τέλος της δεκαετίας του ’80 κινητοποιήθηκαν και άρχισαν να δημιουργούν τα Τμήματα Δημιουργικής Απασχόλησης. Με δική τους πρωτοβουλία προσέλαβαν δάσκαλο για να απασχολεί τα παιδιά από τη λήξη των μαθημάτων έως την ώρα που τελείωναν τη δουλειά τους. Η αναγκαιότητα της παραμονής των παιδιών σε έναν ασφαλή χώρο, όπως το περιβάλλον του σχολείου- εξαιτίας της απουσίας των γονιών πολλές ώρες από το σπίτι λόγω της εργασίας τους- πριν και μετά τη λήξη των μαθημάτων οδήγησε στη χρονική διεύρυνση της λειτουργίας του σχολείου, με τη δημιουργία των Τμημάτων Φύλαξης. Η πολιτεία από την πλευρά της δεν έμεινε απαθής. (…) Το Υπουργείο Παιδείας αναγνώρισε την υφιστάμενη ανάγκη της φύλαξης των μαθητών και καθιέρωσε τα “Προγράμματα Δημιουργικής Απασχόλησης Μαθητών Παιδιών Εργαζομένων Γονέων”»[3]. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στις περισσότερες περιπτώσεις –μετά από 15 χρόνια λειτουργίας- ελάχιστοι γονείς αναφέρονται στο «ολοήμερο σχολείο», οι περισσότεροι το αποκαλούν «φύλαξη».

Δυστυχώς και αρκετοί εκπαιδευτικοί φαίνεται πως αντιμετωπίζουν το ολοήμερο όχι ως τμήμα του σχολείου αλλά ως χώρο φύλαξης ή τουλάχιστον ένα χώρο με ελάχιστη δουλειά σε σχέση με τη δουλειά μέσα στην τάξη. Απόδειξη είναι πως –μέχρι σήμερα- το ολοήμερο πάντα το ζητούν εκπαιδευτικοί με πολλά χρόνια υπηρεσίας οι οποίοι σε κάποιες περιπτώσεις επιλέγουν την τοποθέτησή τους σε σχολεία όπου κανείς άλλος δεν έχει τα προσόντα να τους αμφισβητήσει την ανάθεση του ολοήμερου. Όπως είναι εύλογο, τους εκπαιδευτικούς αυτής της νοοτροπίας ελάχιστα τους απασχολεί αν το ολοήμερο λειτουργεί όπως θα έπρεπε.  

Ο στόχος των «μεταρρυθμίσεων»

Πάνω σε αυτή την επαμφοτερίζουσα κατάσταση ήρθε να πατήσει η υπουργική απόφαση με την οποία ο Ν. Φίλης -και κατ’ επέκταση η μνημονιακή κυβέρνηση στην οποία μετέχει- επιχειρεί να περικόψει κι άλλο τα ήδη πενιχρά κονδύλια για την παιδεία τηρώντας τις εντολές των «τεσσάρων» αφεντικών τους.

Από την ώρα που οι οργανικές ελλείψεις εκπαιδευτικών έκαναν την κατάσταση εκρηκτική δυο λύσεις υπήρχαν: είτε πρόσληψη νέων εκπαιδευτικών για να καλυφθούν τα κενά είτε περικοπή ωρών και θέσεων εργασίας ώστε να ανακυκλώνεται το πρόβλημα σε βάρος των εκπαιδευτικών και της κοινωνίας. Μια αριστερή προοδευτική κυβέρνηση θα έπραττε το πρώτο. Η μνημονιακή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκανε αυτό που τη διέταξαν οι προϊστάμενοί της.

Συνοπτικά οι αλλαγές αφορούν το ωρολόγιο πρόγραμμα του σχολείου με στόχο την περικοπή ωρών και, κατά συνέπεια, θέσεων εργασίας. Στα πλαίσια αυτά, καταργούνται τα σχολεία διευρυμένου ωραρίου (αυτά όπου όλοι οι μαθητές των τάξεων φοιτούσαν από τις 8 το πρωί μέχρι τις 2 εκτός εκείνων που συνέχιζαν στο ολοήμερο). Στο εξής το «κλασσικό» σχολείο θα τελειώνει στις 13.15. Επίσης, περικόπτονται κάποιες ώρες μαθημάτων ανά τάξη.

Τέλος, καταργείται η θέση του υπεύθυνου για το ολοήμερο. Στο εξής καθημερινά εκ περιτροπής ένας δάσκαλος υποχρεούται να παραμείνει ως υπεύθυνος ολοήμερου δουλεύοντας μέχρι τις 15.00 και παραμένοντας ως υπεύθυνος μέχρι την αποχώρηση του τελευταίου μαθητή. Για να διευκολύνεται θα προσέρχεται αργότερα (στις 9 ή τις 10) και στο διάστημα της απουσίας του οι μαθητές του θα παρακολουθούν μαθήματα ειδικοτήτων (μουσική, γυμναστική, ξένη γλώσσα). Αυτό θα δημιουργήσει αρχικά ένα απίστευτο μπέρδεμα στην κατάρτιση των ωρολογίων προγραμμάτων ενώ οι νέοι εκπαιδευτικοί, στους οποίους θα περισσεύουν διδακτικές ώρες, θα υποχρεωθούν να τις συμπληρώνουν σε όμορα σχολεία. Αυτή η πιθανότητα τίθεται επί χρόνια σε «συζήτηση» και φαίνεται πως έρχεται η ώρα για την υλοποίησή της.

Το χειρότερο: Από κάθε 6/θέσιο σχολείο θα χαθεί μια θέση εργασίας ενώ από τα 12/θέσια 2 ή και 3. Αυτό σημαίνει πως αρκετοί εκπαιδευτικοί θα βρεθούν μετέωροι και οι νεότεροι από αυτούς θα υποχρεωθούν να πάρουν την άγουσα προς τα σχολεία της «άγονης γραμμής» ή ακόμα και να μετακινηθούν από νομούς όπου θα παρατηρηθεί συσσώρευση εκπαιδευτικών προς άλλους όπου οι ελλείψεις, λόγω μη διορισμών, είναι οξύτατες. Έτσι, δεκαετίες μετά τη de facto κατάργησή τους, είναι πιθανό να ξαναδούμε τη de facto αναβίωση των «κοινοτικών δασκάλων».

Επιπτώσεις σε μαθητές-γονείς

Όπως όλες οι μνημονιακές «αλλαγές» έτσι κι αυτή δεν θα πλήξει μόνο τους εκπαιδευτικούς. Μεγάλο πλήγμα θα δεχτούν και οι εργαζόμενοι γονείς οι οποίοι, με βάση την υπουργική απόφαση Φίλη που κυκλοφόρησε στα σχολεία, θα πρέπει «να δίνουν εξετάσεις» ώστε τα παιδιά τους να εγγράφονται στο ολοήμερο. Η απόφαση Φίλη καταργεί την πρωινή ζώνη ενώ για την εγγραφή μαθητή στο ολοήμερο θα απαιτείται βεβαίωση πως και οι δυο γονείς του είναι εργαζόμενοι. Στη μνημονιακή Ελλάδα όπου οι λαϊκές οικογένειες μετρούν τουλάχιστον έναν άνεργο ή υποαπασχολούμενο, είναι φανερό πως το μέτρο αυτό –αν τελικά εφαρμοστεί- θα μειώσει σημαντικά τα τμήματα των ολοήμερων σχολείων.

Στο σημείο αυτό τονίζουμε ιδιαίτερα πως όσα αναφέραμε περιέχονται στην υπουργική απόφαση Φ12/657/70691/Δ1 της 26ης/4/2016 που έχει κοινοποιηθεί στα σχολεία. Δεν είναι καθόλου βέβαιο πως μέχρι την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς αυτά θα ισχύουν στο σύνολό τους. Ήδη, μέσω non papers και «ενημερωτικών» συγκεντρώσεων που γίνονται σε διευθυντές σχολείων από τους προϊσταμένους, ακούγεται πως τελικά δεν θα ισχύσει η αυστηρότητα στα κριτήρια εγγραφής μαθητών στο ολοήμερο, πως η λειτουργία της πρωινής ζώνης εναπόκειται στις αποφάσεις του συλλόγου των διδασκόντων κάθε σχολείου, και άλλες «εξηγήσεις» που επιτείνουν τη σύγχυση και την αβεβαιότητα.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως είναι πιθανό ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προσπαθεί να δει τις αντιδράσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας και της κοινωνίας και ενδεχομένως να σχεδιάζει κάτι πιο «ήπιο» το οποίο θα ακουστεί ως «υποχώρηση» των πρώτων εξαγγελιών. Σ’ αυτά τα πλαίσια θα πρέπει να ιδωθούν οι «φήμες» (;) πως ο Ν. Φίλης «μετρά μέρες» στο υπουργείο μέχρι τον επόμενο ανασχηματισμό. Αυτές οι «φήμες» (;) οδηγούν στην αυταπάτη πως οι αλλαγές είναι προϊόν της απόφασης ενός ανθρώπου κι όχι συλλογική κυβερνητική επιλογή και –κατά συνέπεια- αν φύγει ο Ν. Φίλης όλα θα επανέλθουν στην «προτεραία κατάσταση». Το πιθανότερο είναι πως αν γίνουν κάποιες τροποποιήσεις –από τον Ν. Φίλη ή τον όποιο διάδοχό του- δεν θα αλλάξουν την κεντρική φιλοσοφία της απαξίωσης του δημόσιου σχολείου μέσω του οικονομικού στραγγαλισμού του. Αν συμβούν αλλαγές, αυτές θα αφορούν κυρίως τους γονείς και μαθητές και όχι τις χαμένες θέσεις εργασίας των εκπαιδευτικών, τη συρρίκνωση του εκπαιδευτικού έργου και την απαξίωση του σχολείου. Κι αυτό θα είναι ολέθριο καθώς αρκετοί θα είναι ευχαριστημένοι που «γλύτωσαν τα χειρότερα».

Πάλη για ένα άλλο σχολείο

Από τα παραπάνω μπορεί κανείς να συμπεράνει πως η χρόνια απαξίωση της εκπαίδευσης επιδεινώνεται. Όσοι ελεεινολογούν την «απόφαση Φίλη» κάνουν πολύ καλά. Όμως, πρέπει να αποφύγουν έναν κίνδυνο: δεν πρέπει να την αντιπαραβάλλουν με την υπάρχουσα ως σήμερα κατάσταση και να μένουν ευχαριστημένοι από αυτό που (δεν) έχουν σήμερα.

Για τους κομμουνιστές η υπεράσπιση αυτού του τύπου παιδείας δεν πρέπει να είναι ο στόχος. Ο δικός μας στόχος πρέπει να είναι ένα 12χρονο ενιαίο σχολείο που θα δίνει στα παιδιά της εργατικής τάξης γνώσεις αντί για «δεξιότητες», θα ενθαρρύνει και θα προάγει την κριτική σκέψη, θα δίνει εφόδια για τη μελλοντική ένταξή τους στην κοινωνία και στην παραγωγική διαδικασία. Ένα σχολείο χωρίς αποκλεισμούς και ταξικούς φραγμούς. Ένα σχολείο όπου ο μαθητής θα ολοκληρώνει εκεί τη διαδικασία της γνώσης και θα πάψει αυτός και η οικογένειά του να είναι όμηροι της παραπαιδείας,

Αυτό το σχολείο δεν έχει καμμιά σχέση ούτε με αυτό που έχουμε σήμερα ούτε με κείνο που μας ετοιμάζουν τα «τέσσερα» αφεντικά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Γι’ αυτό το σχολείο οφείλουμε όλοι να παλέψουμε. Είναι υπόθεση ολόκληρης της εργατικής τάξης. Γιατί το μέλλον και η συνέχειά της εξαρτώνται από τη μόρφωση και την αγωνιστική χειραφέτηση των παιδιών της. Των παιδιών μας.

 

 

Ο Παναγιώτης Ζαβουδάκης είναι δάσκαλος στο 14ο ΔΣ Πάτρας. Υπήρξε επί σειρά ετών συνδικαλιστής της ΕΣΑΚ-ΔΕΕ και στέλεχος της συνδικαλιστικής παράταξης του ΠΑΜΕ Εκπαιδευτικών στην Πάτρα. Από το 2011 η μόνη ιδιότητα που διεκδικεί είναι αυτή του «μαχόμενου δασκάλου».

 


[1] «ΟΛΟΗΜΕΡΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ» Έκδοση Παιδαγωγικού Ινστιτούτου ΥΠΕΠΘ. Αθήνα 2001

[2] Στο ίδιο

[3] Διακογεωργίου Αρχοντούλα: «Το Ολοήμερο σχολείο: μια καινοτομία στην εκπαίδευση»

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ