Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Γράφει ο Γεράσιμος Αραβανής.

Ο δημόσιος διάλογος, μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ κυρίως, καμιά σχέση δεν έχει με τα πραγματικά προβλήματα του λαού και της χώρας, υπηρετεί άλλους σκοπούς. Είναι ένα δημόσιο ξεκατίνιασμα χωρίς ουσία με ψεύδη ή μισές αλήθειες, με απόκρυψη των πραγματικών προθέσεων και κυρίως των συνεπειών τους.

Με στραμμένη την προσοχή στις ερχόμενες εκλογές, στις αναδιατάξεις που ωριμάζουν και στις αλλαγές των πολιτικών συσχετισμών, στο σχηματισμό της κυβέρνησης που θα προκύψει μετά τις εκλογές, ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στρέφονται σε ανώδυνα ζητήματα, πιασάρικα και εύκολα στην διαχείριση τους. Παράλληλα προσπαθούν να παρέμβουν στο χώρο της κεντροαριστεράς, στην εκλογή νέου επικεφαλής και γενικότερα στην διαδικασίες της, με δεδομένα τα ρεύματα και τάσεις στο εσωτερικό της και τις φιλοδοξίες των στελεχών της για την αρχηγία ή για το πλασάρισμα σε καλύτερη θέση ενόψει των εξελίξεων.

Το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα η κεντροαριστερά έχει μεταβληθεί σε έναν πολιτικό χώρο που περισσεύουν οι αξιωματούχοι και λείπουν οι οπαδοί και οι ψηφοφόροι. Είναι σχήμα με ισχνές δυνάμεις και λίγες δυνατότητες διεύρυνσης της επιρροής του, παρόλα αυτά μπορεί ενόψει των προσεχών εκλογών να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως συμπλήρωμα κάποιου από τα δύο κόμματα του σύγχρονου δικομματισμού, είτε ως συγκολλητική ουσία για γενικότερα σχέδια. Για το λόγο αυτό η παρέμβαση στο χώρο της κεντροαριστεράς είναι έντονη από τη ΝΔ και κυρίως από το ΣΥΡΙΖΑ.

Η τελευταία και σημαντική εξέλιξη είναι το άρθρο του Αλ. Τσίπρα στην εφημερίδα «Ντοκουμέντο» υπό τον τίτλο «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;». Ανήμερα της 3ης Σεπτεμβρίου ο πρωθυπουργός επιλέγει να δημοσιεύσει το άρθρο αυτό με επαίνους για τον Α. Παπανδρέου και μια ωραιοποίηση του ρόλου και των πεπραγμένων του με πρώτο στόχο να ικανοποιήσει ένα ευρύ κοινό, που συνδέθηκε με κάποιο τρόπο μαζί του ή σχετίζεται ακόμη με το ΠΑΣΟΚ, να επηρεάσει τις διεργασίες στην κεντροαριστερά και φυσικά να πάρει και ο ίδιος κάτι από την αίγλη του. Χρόνια τώρα, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και ο φιλικός του τύπος καλλιεργούν την εντύπωση ότι ο Αλ. Τσίπρας εμπνέεται για καθοδηγείται από την πορεία και τη δράση του Ανδρέα Παπανδρέου και εκεί στηρίζεται η επιτυχία του.

Το πρώτο σημαντικό σημείο του άρθρου αυτού είναι ότι το ΠΑΣΟΚ, ένα μικρό, ουσιαστικά περιθωριακό κόμμα, μεταμορφώθηκε σε λίγο χρόνο σε μεγάλο κόμμα εξουσίας και έβαλε τη σφραγίδα του στη διαμόρφωση της μεταπολίτευσης. Ο λόγος, κατά τον αρθρογράφο, είναι ότι ο Α. Παπανδρέου, μια χαρισματική προσωπικότητα, «διέθετε το πολιτικό αισθητήριο να διαγνώσει την ιστορική στιγμή και τις δυνατότητες που ανοίγει», δηλαδή το μεγάλο ριζοσπαστισμό των εργατικών και μικροαστικών στρωμάτων της κοινωνίας που «αμφισβητούσαν βαθιά τις δομές του κράτους και της οικονομίας» και να τα μετουσιώσει στη Διακήρυξη της 3ης Σεπτέμβρη που «ήταν σωστή, δίκαιη και επαναστατική και παράλληλα εφαρμόσιμη, εφικτή και καταλυτική».

Θεωρούμε ότι το πρόβλημα για το λαό δεν βρίσκεται στη θετική αξιολόγηση των ικανοτήτων του Α. Παπανδρέου και κανενός ηγέτη. Πράγματι, ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ικανότατος ηγέτης, χαρισματική προσωπικότητα. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στην πολιτική που ακολούθησε, με ποια πολιτική δράση και με ποια συνθήματα έδρασε πριν πάρει την κυβέρνηση και πώς πολιτεύτηκε μετά το 1981 όταν ήρθε στο τιμόνι της χώρας. Ο λαός σε αυτή τη βάση θα τον κρίνει, τα υπόλοιπα είναι κυρίως ζητήματα ιστορικών, επιστημόνων και ειδικών. Πόσο ωφελήθηκε ο λαός από την πρώτη οκταετία του, ποια είναι τα πεπραγμένα της δεύτερης περιόδου της πρωθυπουργίας του και ακόμη περισσότερο ποιες είναι οι ιστορικές ευθύνες του για το τελικό κατάντημα του ΠΑΣΟΚ, του κόμματος που έφερε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ελλάδα, τα μνημόνια και τη συντριβή του λαού.

Πριν το 1981, ο Ανδρέας Παπανδρέου πρόβαλε το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», κλείσιμο των βάσεων. Μετά το 1981, υπέγραψε την παραμονή των βάσεων και τη βάφτισε «αποχώρηση», διαιώνισε την ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και μετέτρεψε την αποδέσμευση από την ΕΟΚ σε παραμονή με ΜΟΠ, αρχικά, και πλήρη συμμόρφωση και υποταγή στο διευθυντήριο των Βρυξελλών, στην πορεία. Από τη θέση “να πληρώσουν οι μεγαλοκαρχαρίες για τη χρεοκοπία των προβληματικών επιχειρήσεων και να περάσουν αυτές στα χέρια του κράτους να εξυγιανθούν και να αναπτυχθούν”, όταν έγινε κυβέρνηση όχι μόνο δεν πλήρωσαν οι μεγαλοσχήμονες ιδιοκτήτες τους, αλλά αποζημιώθηκαν και από πάνω. Ο ελληνικός λαός, μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, πλήρωσε για την εξυγίανσή τους και οι τεράστιες περιουσίες των ιδιοκτητών τους φούσκωσαν τις ελβετικές τράπεζες. Από το «ο λαός κυρίαρχος» και την επιτακτική ανάγκη βελτίωσης της ζωής του, πήγαμε στο σταθεροποιητικό πρόγραμμα λιτότητας του 1985 και από την ανάπτυξη της δημοκρατίας στην κινητοποίηση των ΜΑΤ….

Όλα αυτά έχουν την εξήγησή τους. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε επιλέξει το πεδίο μέσα στο οποίο θα κινούνταν οι κυβερνήσεις του και αυτό ήταν η αντιμετώπιση της κρίσης του συστήματος σε βάρος του λαού μέσα από την υπονόμευση και τη διάλυση του εργατικού και λαϊκού κινήματος και είναι γεγονός ότι αυτό το διαχειρίστηκε με τον καλύτερο τρόπο. Τώρα αν ονομαστεί λαϊκιστής, ή λαοπλάνος, ή ψεύτης που αναφέρει το άρθρο μικρή σημασία έχει. Σίγουρα όμως ήταν πολιτικός οπορτουνιστής, ταγμένος στην υπεράσπιση της κεφαλαιοκρατίας και της κυρίαρχης τάξης. Χρησιμοποιούσε σοσιαλιστικές -ακόμη και επαναστατικές θέσεις πριν το 1981- και υπήρξε ο καλύτερος υπερασπιστής των συμφερόντων της ελληνικής ολιγαρχίας και του ιμπεριαλισμού αργότερα. Έκανε ό,τι δεν μπορούσαν να κάνουν τότε η ΝΔ και οι υπόλοιπες αστικές πολιτικές δυνάμεις.

Αντίστοιχη είναι η πορεία του Αλ. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή της. Από το “σκίσιμο των μνημονίων”, πέρασε στην αποδοχή και την πλήρη εφαρμογή τους, ψήφισε δύο νέα μνημόνια ιδιαίτερα επώδυνα για τον ελληνικό λαό. Από τα νταούλια που θα βαρούσε και θα χόρευαν οι αγορές, πέρασε στο σκύψιμο του κεφαλιού στη Μέρκελ και το Σόιμπλε, όπως ακριβώς έκανε τρία χρόνια πριν ο Α. Σαμαράς. Από τα 751 € κατώτερο μισθό, πήγε στα 300 €, στο κόψιμο του ΕΚΑΣ και στη διαιώνιση του ΕΝΦΙΑ που θα καταργούσε. Προχώρησε στην επέκταση της συμφωνίας για τη βάση της Σούδας από 1 χρόνο στο αόριστο μέλλον, στην εκχώρηση νέων μεγάλων διευκολύνσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και το ΝΑΤΟ και στη συμμαχία με το Ισραήλ και το καθεστώς της Αιγύπτου, ό,τι πιο αντιδραστικό υπάρχει στην περιοχή. Αυτός είναι ο “σοσιαλισμός” τον οποίο θα έφερνε πιο κοντά θα τον έκανε εφικτό, όπως ισχυρίζεται. Ο σοσιαλισμός, κατά τον αρθρογράφο, είναι τα μνημόνια και η επιτροπεία ως το 2060.

Το δεύτερο σημαντικό σημείο του άρθρου είναι η εκτίμηση της διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη ως “επαναστατικής” καθώς υποτίθεται ότι άνοιξε το δρόμο της απαλλαγής από το μετεμφυλιακό σκοτάδι και το χωροφύλακα (είναι εδώ ολοζώντανα το λόγια του Κουτσόγιωργα για το φως και το σκότος), άνοιξε το δρόμο της απελευθέρωσης από την εξάρτηση και την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Κατά τον αρθρογράφο, η διακήρυξη έβαλε τα αιτήματα της κομμουνιστικής αριστεράς για κοινωνική δικαιοσύνη και σοσιαλισμό στο επίκεντρο και τους έδωσε ρεαλιστικό χαρακτήρα στα μάτια του λαού που μέχρι τότε τα έβλεπε γραμμένα στους ματωμένους τοίχους.

Ομολογουμένως χρειάζεται περισσότερο θράσος ένας τέτοιος ισχυρισμός. Από ποτέ το περιεχόμενο του αγώνα των κομμουνιστών είναι μόνο η απαλλαγή από το χωροφύλακα και ακόμη η απαλλαγή από την εξάρτηση; Θεωρούσαμε και θεωρούμε ότι ο αγώνας των κομμουνιστών στόχευε και στοχεύει στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό, να περάσουν τα μέσα παραγωγής και ο πλούτος στα χέρια του και να τον διαχειριστούν όλοι προς το συμφέρον όλων, είναι η απελευθέρωση των εργαζομένων δηλαδή και όχι μόνο να αποκατασταθεί η αστική δημοκρατία.

Ομολογουμένως θέλει μεγάλο θράσος να διατυπώνεται ο ισχυρισμός περί κατάκτησης της εθνικής κυριαρχίας όταν η τρόικα και οι υπάλληλοι της ελέγχουν και καθορίζουν στη χώρα τα πάντα, από τα πιο μικρά ως τα μεγαλύτερα, πώς θα καταρτιστεί ο κρατικός προϋπολογισμός και πώς θα εκτελεστεί, ποιες ακριβώς δαπάνες θα γίνουν, τι μειώσεις θα γίνουν τους μισθούς των εργαζομένων και πόσοι θα προσληφθούν και ακόμη περισσότερο πόσοι θα απολυθούν, όταν και το πιο ασήμαντο μέτρο που θα ληφθεί δεν είναι υπόθεση του βουλής και της κυβέρνησης, αλλά της τρόικας και των υπαλλήλων της, όταν αναγκάζουν την κυβέρνηση να ακυρώσει νεοψηφισμένους νόμους και να καταργήσει τα δικαιώματα και τις κατακτήσεις πολλών δεκαετιών των εργαζομένων. Αυτές οι συνθήκες δεν συνιστούν εθνική κυριαρχία, αλλά δίνουν μια εικόνα προτεκτοράτου.

Ακόμη πιο απαράδεκτη είναι η αντίληψη περί εφικτού όσον αφορά την άμεση κατάκτηση του σοσιαλισμού. Αρκεί, κατά τον αρθρογράφο, να παρουσιαστεί ο επιδέξιος ηγέτης, να κάνει το κόμμα του μεγάλο σε λίγο χρόνο, να κερδίσει τις εκλογές και βάλαμε πλώρη για το σοσιαλισμό κατά το αλήστου μνήμης σύνθημα «στις 17 εκλογές και στις 18 σοσιαλισμό». Τις συνέπειες αυτής της λογικής ο ελληνικός λαός τις πλήρωσε πολύμορφα τις τελευταίες δεκαετίες δύο φορές, την πρώτη με τον Α. Παπανδρέου και τη δεύτερη με τον Αλ. Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κοινωνική αλλαγή προϋποθέτει σκληρούς αγώνες, ισχυρό εργατικό κίνημα, προϋποθέτει οριστική νίκη σε βάρος της κυρίαρχης τάξης και των μηχανισμών της, την κατάκτηση της λαϊκής πλειοψηφίας, την επιβολή της λαϊκής εξουσίας και διακυβέρνησης. Είναι υπόθεση του λαού και των αναγκών του και όχι του φωτισμένου ηγέτη που θα του αναθέσει ο λαός το έργο αυτό μέσω των εκλογών. Είναι η ολοκληρωτική κατάργηση των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων και η οικοδόμηση ανθρώπινης κοινωνίας.

Για να δώσει στους ισχυρισμούς του περισσότερο κύρος, ο Αλ. Τσίπρας αναφέρεται στο Γκράμσι, μόνο που ο μεγάλος Ιταλός δεν είπε ποτέ κάτι τέτοιο, δεν είχε τέτοιες αυταπάτες, αλλά πέθανε στη φυλακή για τις ιδέες και τη δράση του για τη σοσιαλιστική κοινωνία και το φωτεινότερο μέλλον των λαών.

Ούτε αριστερές θέσεις είναι αυτές, ούτε αριστερή πολιτική, αλλά βαθιά αντιλαϊκή υπέρ των συμφερόντων και των προνομίων των λίγων και της υποταγής και παράδοσης της χώρας στους αμερικανούς και ευρωπαίους επικυρίαρχους. Είναι οι ιδέες και η πολιτική των μνημονίων που ενστερνίστηκαν και από κοινού εφαρμόζουν ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ και τα άλλα αστικά κόμματα. Είναι μια ακόμα προσπάθεια για την απόσπαση της λαϊκής ψήφου ώστε να συνεχιστεί η ίδια πολιτική.

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ