Γράφει ο K. Aγραφιώτης

Η απόφαση της κυβέρνησης να επισπεύσει τις διαδικασίες στη βουλή για την ανάδειξη προέδρου της δημοκρατίας πυροδότησε ταχύτατες εξελίξεις, κυρίως κοινοβουλευτικές και όξυνε τις αντιπαραθέσεις των κομμάτων στο έπακρο. Φυσικά όλα αυτά περιορίζονται κατά βάση εντός του κοινοβουλίου και είναι σταθερή η επιδίωξη να κρατηθεί ο λαός στη γωνία, στον καναπέ και να παρακολουθεί τις αντιπαραθέσεις, να μετράει πιθανές ψήφους βουλευτών και να ακούει σενάρια. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η όλη διαδικασία ανάδειξης προέδρου της δημοκρατίας από τη βουλή είναι άνευ σημασίας. Θεωρούμε όμως ότι από την ώρα που ο λαός δεν είναι στο προσκήνιο, δεν ασκεί την καταλυτική επίδραση του, τα αποτελέσματα είναι λίγο ως πολύ οριοθετημένα από τις επιδιώξεις των ντόπιων μεγάλων συμφερόντων και των «συμμάχων» της χώρας.

Γίνεται φανερό ότι η κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου οδηγήθηκε αναγκαστικά στην επίσπευση της ανάδειξης προέδρου της δημοκρατίας με δεδομένο ότι η αποτυχία ανάδειξης του θα οδηγήσει σε βουλευτικές εκλογές όχι με τις καλύτερες προϋποθέσεις γι’ αυτή. Στις δεδομένες όμως συνθήκες φαίνεται ότι η επιλογή αυτή ήταν η καλύτερη δυνατή για την κυβέρνηση. Και αυτό γιατί η παραμονή στη διακυβέρνηση θα την οδηγούσε αναγκαστικά να υλοποιήσει όλα τα μέτρα που απαιτεί η τρόικα και είναι δεδομένο επίσης ότι δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση άρνησης και αντίδρασης από μέρους της. Αυτό με τη σειρά του θα διαμόρφωνε νέο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας στην ήδη άσχημη για την κυβέρνηση κατάσταση που επικρατεί στο λαό με αποτέλεσμα να εξανεμιστούν οι πιθανότητες να εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας και στις επόμενες βουλευτικές εκλογές να χάσει με μεγάλη διαφορά. Να προκύψει δηλαδή για τη ΝΔ εκλογικό αποτέλεσμα το οποίο με μεγάλες δυσκολίες θα μπορούσε να διαχειριστεί.

Οι παράγοντες των Βρυξελλών και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δεν είχαν λόγο να μη δώσουν την δίμηνη παράταση που έδωσαν και την επίσπευση εκλογής προέδρου της δημοκρατίας, διευκολύνοντας κατά αυτό τον τρόπο την κυβέρνηση, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ, αν κερδίσει τις εκλογές, θα είναι αναγκασμένος αμέσως να κληθεί να υπογράψει αυτός τη συμφωνία με την τρόικα για τα νέα μέτρα, γνωρίζοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση οι Βρυξέλλες θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέτρο εναντίον του. Από την ώρα που έχει διακηρύξει σε όλους τους τόνους ότι θα κινηθεί αυστηρά εντός του ευρώ και της ΕΕ και σε συμφωνία με τους δανειστές και ότι θα υλοποιήσει όλες τις υποχρεώσεις της χώρας, δεν του μένουν άλλα περιθώρια επιλογών. Αυτή θεωρούμε ότι είναι η εξήγηση των τελευταίων εξελίξεων.

Η ΝΔ επιδιώκει αφενός μεν να εξαντλήσει όσες δυνατότητες έχει για να εκλέξει πρόεδρο της δημοκρατίας, οι οποίες όμως είναι περιορισμένες και αφετέρου μεταθέτοντας τη λήψη των ακραίων αντιλαϊκών μέτρων στην πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ ευελπιστεί σε μια κατά το δυνατόν μικρότερη ήττα στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές και πιο διαχειρίσιμη κατάσταση. Σε αυτή την πορεία και ως τις 29/1 και αργότερα αν δεν εκλεγεί πρόεδρος, ως τις βουλευτικές εκλογές, το πολιτικό κλίμα θα πάρει φωτιά. Πολλά έχουν να δουν τα μάτια μας και να ακούσουν τα αυτιά μας. Κινδυνολογία, ψέματα, παραπλάνηση και ωμός εκβιασμός του λαού από την κυβέρνηση και τους μηχανισμούς της προεξάρχοντος του πρωθυπουργού και των συνεργατών του. Τι Grexit, τι καταστροφές λόγω εξόδου από το ευρώ και την ΕΕ, τι ότι θα χαθούν 5 χρόνων θυσίες του λαού, ιδιαίτερα τώρα που η χώρα βγαίνει από την κρίση. Ακόμη και την επίθεση των «αγορών» που οδήγησε στην κατακόρυφη πτώση του χρηματιστηρίου αξιοποιεί η κυβέρνηση. Ακόμη και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει στρατηγική αποδέσμευσης από την ΕΕ ακούσαμε από τον πρωθυπουργό.

Στο χορό αυτό μπήκαν τα φιλικά προς την κυβέρνηση μέσα μαζικής ενημέρωσης και πήραν τη σκυτάλη της κινδυνολογίας και την προσπάθεια αλλαγής του πολιτικού κλίματος και των λαϊκών διαθέσεων. Είναι χαρακτηριστικό το πρωτοσέλιδο του Βήματος ότι «ο φόβος φέρνει ανατροπές για πρόεδρο και κάλπες. Κλείνει η ψαλίδα ΝΔ- ΣΥΡΙΖΑ», εκτίμηση την οποία προσπαθεί να τη βασίσει στα δεδομένα κάποιας δημοσκόπησης. Βέβαια στην δεύτερη σελίδα αυτοδιαψεύδεται από το άρθρο του Στ. Ψυχάρη, ο οποίος γράφει ότι το σενάριο των 180 δεν μοιάζει να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι το πιθανότερο σενάριο είναι η μη εκλογή προέδρου και η διάλυση της βουλής και η προκήρυξη εκλογών για αρχές Φλεβάρη. Στη συνέχεια ο Στ. Ψυχάρης επιμένοντας στη γραμμή του Βήματος καιρό τώρα και με δεδομένες όπως αναφέρει τις επώδυνες αποφάσεις για τη νέα κυβέρνηση, την αποδοχή των νέων μέτρων και την αντιμετώπιση της κρίσης γράφει: «Παίζεται στα παρασκήνια ένα παιχνίδι που μπορεί να διαλύσει τη χώρα. Το καθήκον των δύο αρχηγών των δύο μεγάλων κομμάτων είναι προφανές. Πρέπει τουλάχιστον, έστω και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, να προσυμφωνήσουν για τους χειρισμούς που πρέπει να γίνουν. Ο νοών νοείτω».

Πιο χαρακτηριστική και εντελώς απαράδεκτη είναι η ωμή παρέμβαση των ιμπεριαλιστών των Βρυξελλών στα εσωτερικά της χώρας με στόχο να επηρεάζουν το λαό προκειμένου να στηρίξει και να εκλέξει τους «δικούς» τους ανθρώπους. Η εικόνα που αναδεικνύεται, όσον αφορά τη χώρα, μόνο σε προτεκτοράτο ταιριάζει. Αντί τα αστικά κόμματα και κυρίως η ΝΔ να αποκρούσουν την πρόκληση αυτή, την αποδέχονται και σιωπούν θεωρώντας την ως «μάνα εξ ουρανού». Τίποτε το αφύσικο ως εδώ. Αυτή ήταν πάντα η ΝΔ όπως και οι πρόγονοί της. Πειθαρχημένοι απέναντι στους συμμάχους και προστάτες τους για το συμφέρον της τάξης τους φυσικά και πότε για το συμφέρον της χώρας και του λαού, όπως διατείνονται.

Ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει τις υποχωρήσεις, καθημερινά προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια και την ανοχή του Βερολίνου και των Βρυξελλών. Μιλάει η ηγεσία του δύο γλώσσες. Η μια στο εξωτερικό, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο, στο Τέξας και στο Σίτυ του Λονδίνου, αυτή που οι ισχυροί «σύμμαχοι» θέλουν να ακούσουν και αυτή όπως φαίνεται που εκφράζει τις πραγματικές προθέσεις του. Και μια στο εσωτερικό της χώρας με γενικόλογα συνθήματα και τοποθετήσεις, ώστε να μπορεί να ενσωματώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Αξιοποιεί την προσπάθεια εκβιασμού και εκφοβισμού των ψηφοφόρων από την κυβέρνηση και τον φόβο μήπως μια νέα κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου πάρει ακραία αντιλαϊκά μέτρα σε βάρος των εργαζομένων, σε συνδυασμό με ορισμένες ελπίδες ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα χαλαρώσει την αντιλαϊκή πολιτική. Παράλληλα ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλει το εκβιαστικό δίλημμα για όσο το δυνατόν ευρύτερη κοινοβουλευτική αυτοδυναμία του. Γράφει η κυριακάτικη Αυγή στο κύριο άρθρο της: «κατά τη διανυομένη προεκλογική περίοδο είναι πιθανόν να εκδηλωθούν υπονομευτικές συμπεριφορές από παράγοντες που συγκροτούν το κλειστό σύστημα εξουσίας στη χώρα μας. Αντίβαρο σε αυτές τις μεθοδεύσεις είναι μια ευρεία κοινοβουλευτική αυτοδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ…».

Όλα αυτά τα σχέδια για την εκλογή προέδρου της δημοκρατίας και για τις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές θα υλοποιηθούν τόσο ευκολότερα όσο η λαϊκή παρέμβαση είναι ανύπαρκτη η είναι πολύ άτονη και δυσανάλογη με το μέγεθος της επίθεσης και των απειλών, όσο οι κινητοποιήσεις του λαού δεν έχουν την κατάλληλη στόχευση.

Ο εργαζόμενος λαός πρέπει με τη δράση του να μη δώσει ούτε μια μέρα παράταση του βίου της κυβέρνησης. Όσο το δυνατόν γρηγορότερα φύγει η κυβέρνηση αυτή τόσο το καλύτερο. Πρέπει όμως να έχει καθαρό ότι μια νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και ανάδειξη του με αυτοδυναμία και ο σχηματισμός κυβέρνησης του, δεν μπορεί να δώσει λύση στα προβλήματα του. Εξάλλου ούτε και η ηγεσία του στοχεύει σε μεγάλες αλλαγές, παρά μόνο σε μια ανακούφιση της πιο ακραίας φτώχειας. Δεν διστάζει όμως να προπαγανδίζει ότι πιθανή νίκη του στις εκλογές θα αλλάξει την Ελλάδα και θα είναι η αρχή της αλλαγής στην Ευρώπη.

Η βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, η αποκατάσταση των εισοδημάτων, της αξιοπρέπειας και της προοπτικής τους απαιτούν άλλο συσχετισμό δύναμης, άλλες δυνάμεις στην εξουσία και απόφαση για σύγκρουση και ακύρωση όλων των αιτιών που κρατούν δέσμιο το λαό και τη χώρα στη σημερινή κατάσταση. Οι αλλαγές αυτές δεν πρόκειται να προέλθουν από κινήσεις και «αγώνες» στους θεσμούς και τη βουλή, αλλά θα είναι προϊόν της παρέμβασης της εργατικής τάξης στις καθημερινές εξελίξεις, της ανάπτυξης των αγώνων και του κινήματος σε κατεύθυνση αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή με προοπτική το σοσιαλισμό.

Μπορεί αυτή τη στιγμή οι προϋποθέσεις αυτές να μην υπάρχουν, στις σημερινές συνθήκες, όμως, της μεγάλης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης, με δεδομένες τις δυσκολίες της αστικής τάξης όχι μόνο στη χώρα μας αλλά σε ολόκληρη την ΕΕ και κατά συνέπεια τις δυνατότητες που υπάρχουν για το λαό, τα δεδομένα αυτά μπορούν να αντιστραφούν, οι συσχετισμοί να αλλάζουν και είναι δυνατόν στην ημερήσια διάταξη να τεθούν άλλα καθήκοντα για την εργατική τάξη και το λαό ή τουλάχιστον από τη σύγκρουση αυτή το κίνημα να βγει πολύ ισχυρότερο και με καλύτερες προϋποθέσεις. Αρκεί οι πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη και τον σοσιαλισμό να ξαναδούν την τακτική τους, να οργανώσουν κίνημα ανατροπής και όχι συντήρησης των κομματικών ποσοστών ή της υπάρχουσας κατάστασης. Αρκεί να πετάξουν τις λανθασμένες ιδεολογικές θέσεις και ιδεολογικό φορτίο που κουβαλούν, οι οποίες καθηλώνουν και αποπροσανατολίζουν το λαό. Αρκεί να διαμορφώσουν άμεσα ένα ισχυρό κίνημα σύγκρουσης με την ευρωενωσιακή πολιτική και το μονοπωλιακό κεφάλαιο της χώρας που θα διεκδικεί την κατάργηση των μνημονίων και του οικονομικού και πολιτικού περιβάλλοντος που διαμόρφωσαν οι αποφάσεις των κυβερνήσεων και οι μνημονιακές πολιτικές, κίνημα σωτηρίας του λαού, θα θέσει ως κεντρικό στόχο του την ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής πάλης για έξοδο από την ΕΕ για το ευρώ και θα κρατά ανοιχτή την προοπτική του σοσιαλισμού.