Γράφει ο Κ. Αγραφιώτης

Στις 25 Γενάρη διενεργούνται βουλευτικές εκλογές, οι οποίες έχουν ευρύτερη σημασία. Είναι πιθανόν να καθορίσουν γενικότερα τις τάσεις και τις εξελίξεις για σημαντικό διάστημα.

Ο Εργατικός Αγώνας έδωσε με ανακοίνωσή τις εκτιμήσεις του για τη σημασία και την επίδραση τους. Δεν θα πούμε εδώ κάτι περισσότερο. Θέλουμε να σημειώσουμε μόνο ότι με βάση το σύνολο των δημοσκοπήσεων και την καθημερινή επικοινωνία με τους εργαζόμενους, αν δεν συμβεί κάποιο μεγάλο γεγονός που θα αλλάξει άρδην τις διαθέσεις και τη συμπεριφορά του λαού, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι πρώτο κόμμα, δύσκολα όμως με τέτοιο ποσοστό που να του εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Η ηγεσία του επίσης ξεκαθάρισε ότι επιδιώκει την αυτοδυναμία με όλες τις δυνάμεις του, αλλά θα απευθυνθεί και σε άλλα κόμματα- ΑΝΕΛ, ΚΚΕ, …- για κοινή δράση μετεκλογικά και πιθανόν για συμμετοχή στην «Κυβέρνηση της Αριστεράς».

Επίσης από κάθε πλευρά τονίζεται ότι το ΚΚΕ πιέζεται σε μεγάλο βαθμό, έχει απώλεια ψήφων και κινδυνεύει να συρρικνωθεί. Να σημειώσουμε επίσης ότι δεν αποκλείεται να μείνουν άκαρπες οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης και να οδηγηθεί η χώρα σε δεύτερη εκλογική αναμέτρηση. Τότε ο κίνδυνος μεγάλων απωλειών των δυνάμεων της αριστεράς και ιδιαίτερα του ΚΚΕ θα είναι πολύ μεγαλύτερος. Σε μια τέτοια περίπτωση είναι εύκολο να αντιληφθούμε τις συνέπειες για την εργατική τάξη και το ίδιο το κόμμα. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθούμε ότι τυχόν λάθος επιλογές και θέσεις στην προεκλογική περίοδο και λάθος τακτική θα έχουν σοβαρές συνέπειες.

Με βάση τα παραπάνω, ο ΣΥΡΙΖΑ θα απευθυνθεί στις πολιτικές δυνάμεις που προηγουμένως αναφέραμε για συνεργασία. Τίθεται αμέσως το ερώτημα: Ποια θέση είναι αυτή που εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στη σημερινή συγκυρία και κατά συνέπεια, με ποιες θέσεις πρέπει να προσέλθουν οι πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη στη συζήτηση αυτή; Στο ερώτημα αυτό θα προσπαθήσουμε να δώσουμε απάντηση.

Καταρχήν, τα πολιτικά κόμματα πρέπει να ανταποκριθούν στην πρόσκληση και όχι μόνον του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όποιου κόμματος πάρει διερευνητική εντολή και απευθύνει πρόσκληση. Αυτό φυσικά θα πρέπει να γίνει για λόγους ουσιαστικούς και όχι για λόγους επικοινωνιακούς. Το γράφουμε αυτό γιατί έχουμε πικρή και επώδυνη εμπειρία.

Το επόμενο ζήτημα είναι με ποια κριτήρια θα εξεταστεί η κατάσταση και θα διατυπωθούν οι θέσεις και το πλαίσιο συγκεκριμένα. Είναι λάθος ένα πολιτικό κόμμα να προσέλθει με ένα πλαίσιο που συγκροτείται από στρατηγικούς στόχους. Μια τέτοια ενέργεια μπορεί εύκολα να ερμηνευτεί και όχι άδικα ως «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε», ότι δεν μας ενδιαφέρει η ουσία, το αύριο του λαού, αλλά μόνο να κερδηθούν οι εντυπώσεις. Πρέπει να είναι σαφές επίσης ότι οι θέσεις που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαγγείλει με το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης καθώς και η γενικότερη πολιτική του, η στάση του απέναντι στην αστική τάξη, την ΕΕ και τις ΗΠΑ, οι δεσμεύσεις που φαίνεται να έχει αναλάβει, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμφωνία συνεργασίας μαζί του. Είναι πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης με κάποια μέτρα ανακούφισης της ακραίας φτώχειας και αυτό υπό την προϋπόθεση ότι θα τύχει της έγκρισης των Γερμανών και της ΕΕ. Δεν μπορεί επίσης το πλαίσιο αυτό να είναι ολοκληρωμένο πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων με κατεύθυνση βαθιές ανατροπές προς το σοσιαλισμό.

Οι θέσεις με τις οποίες θα προσέλθει η εργατική τάξη στις συζητήσεις αυτές πρέπει να παίρνουν υπόψη:

  • Τι πραγματικά συμφέρει την εργατική τάξη στις συγκεκριμένες συνθήκες, όσον αφορά τα άμεσα και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Ποια πολιτική και με ποια μέτρα μπορεί να σταματήσει η καταστροφή και να αναστραφεί η πορεία υπέρ των εργαζομένων.
  • Ποια στάση πρέπει να κρατήσει η χώρα απέναντι στην ΕΕ, στην επιθετικότητα του ιμπεριαλισμού και την εξάρτηση της χώρας.
  • Πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν μεγάλα προβλήματα, χωρίς τη λύση των οποίων διέξοδος από την κρίση και τη χρεοκοπία δεν υπάρχει. Παράδειγμα εδώ είναι η αντιμετώπιση του κρατικού χρέους.

 Φυσικά πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μιλάμε για κυβερνητική λύση που προκύπτει από εκλογές, στις συγκεκριμένες συνθήκες και συσχετισμούς, καθώς επίσης ότι το χρονικό βάθος υλοποίησής τους είναι στην καλύτερη περίπτωση η τετραετία.

Με όλα τα προηγούμενα θεωρούμε ότι το πλαίσιο αυτών των αιτημάτων μπορεί να περιλαμβάνει:

  • Άμεση παύση όλων των αντιλαϊκών μέτρων, κατάργηση των μνημονίων και –με βάση συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα- κατάργηση του συνόλου του επαχθούς οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού πλαισίου που επιβλήθηκε. Κατάργηση των 450 μνημονιακών νόμων.
  • Άμεση εφαρμογή πολιτικής που οδηγεί στη σωτηρία του λαού από τη φτώχεια και την ανεργία. Αύξηση μισθών και συντάξεων και συνολικά αποκατάσταση όλων των εισοδημάτων στη βάση συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος όχι φυσικά μακροπρόθεσμου, στα προ του 2009 επίπεδα. Μέτρα εναντίον της ανεργίας και για την προστασία των ανέργων. Στόχος το επίδομα ανεργίας σταδιακά σε ένα όχι μεγάλο χρονικό διάστημα να πάει στο 80% του βασικού μισθού. Αποκατάσταση του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και γενικά των ελεύθερων διαπραγματεύσεωνστο πλαίσιο των οποίων καταργείται οποιοσδήποτε μηχανισμός παρέμβασης του κράτους προς όφελος των εργοδοτών. Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και όλων των χαρατσιών, σημαντική μείωση της φορολογίας και προετοιμασία άμεσα κοινωνικά δίκαιου φορολογικού συστήματος. Χρηματοδότηση της κοινωνικής ασφάλισης και αποκατάσταση του χαρακτήρα της. Αντίστοιχα μέτρα πρέπει να συμφωνηθούν για την υγεία και παιδεία.

 Είναι φανερό ότι τα παραπάνω μέτρα δεν είναι αποδεκτά από την ΕΕ. Παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ και εφαρμογή αυτής της πολιτικής δεν μπορεί να εννοηθεί. Τίθεται λοιπόν στη συζήτηση και συμφωνείται ότι:

  • Η χώρα θα αποχωρήσει από το ευρώ όταν θα εμποδιστεί η εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος και θα συμφωνηθεί η θέση για αποχώρηση από την ίδια την ΕΕ.
  • Η παύση πληρωμών και η μονομερής διαγραφή του χρέους.
  • Πρέπει να συμφωνηθούν συγκεκριμένα μέτρα που αφορούν στα ζητήματα της εθνικής ανεξαρτησίας. Ενδεικτικά σημειώνουμε: να μην υπάρχει κανένας Έλληνας στρατιώτης εκτός των συνόρων της χώρας, οι ένοπλες δυνάμεις δεν πρέπει να έχουν κανένα άλλο καθήκον και υποχρέωση από την διαφύλαξη τη εθνικής κυριαρχίας και ακεραιότητας. Ριζική αλλαγή του προσανατολισμού των αμυντικών δαπανών στη βάση του νέου χρόνου των ενόπλων δυνάμεων. Θα συμφωνηθεί η ανάγκη η Ελλάδα να αποχωρήσει από το ΝΑΤΟ σε χρόνο που θα επιλεγεί.
  • Η εθνικοποίηση των τραπεζών και ο φιλολαϊκός προσανατολισμός του ρόλου τους. Η κατάργηση του ΤΑΙΠΕΔ και των ιδιωτικοποιήσεων που έγιναν. Καμία νέα ιδιωτικοποίηση. Με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα που θα διαμορφωθεί οι πρώην ΔΕΚΟ να περάσουν στο δημόσιο.
  • Ανάληψη σημαντικών πρωτοβουλιών και μέτρων για την αποκατάσταση των δημοκρατικών δικαιωμάτων του λαού και της νεολαίας. Εκδημοκρατισμός του συνδικαλιστικού κινήματος, κόψιμο του ομφάλιου λώρου που σήμερα τον συνδέει με την εκάστοτε κυβέρνηση, αποκατάσταση και διεύρυνση των συνδικαλιστικών ελευθεριών, κατάργηση κάθε δικαιώματος έμμεσου ή άμεσου ανταπεργίας (λοκ άουτ) των εργοδοτών κλπ.Η κατοχύρωση της ελεύθερης συνδικαλιστικής δράσης στις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς,η κατοχύρωση του δικαιώματος της απεργίας χωρίς εμπόδια και γενικότερα των εργατικών και λαϊκών κινητοποιήσεων. Η συνταγματική αναθεώρηση, αν τελικά γίνει, δεν πρέπει να καταργεί το χαρακτήρα του κράτους ως προεδρευόμενης δημοκρατίας και να εξαντλεί τα περιθώρια που υπάρχουν για τη θεσμοθέτηση σημαντικών διατάξεων εκδημοκρατισμού. Μέτωπο εναντίον της Χρυσής Αυγής και των φασιστικών ιδεών, εκδημοκρατισμός των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας, εκκαθάριση των φασιστικών θυλάκων που υπάρχουν στις τάξεις τους.

 Αυτό είναι σε γενικές γραμμές ένα, κατά τη γνώμη μας ικανοποιητικό πλαίσιο. Είναι βάση για συζήτηση και συμφωνία. Πίσω απ' αυτό, οι τυχόν υπερβολικές υποχωρήσεις οδηγούν στην ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στους σχεδιασμούς του κεφαλαίου. Με βάση ένα τέτοιο πλαίσιο μπορεί να υπάρξει συμφωνία, η οποία δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να οδηγήσει σε συμμετοχή στην κυβέρνηση ούτε ακόμη και σε θετική ψήφο στη βουλή, αλλά μόνο σε στάση ανοχής. Σε κάθε περίπτωση μια τέτοια συμφωνία θα είναι θετικό γεγονός, μπορεί να ανοίξει το δρόμο στην πολιτική ζωή και νέες δυνατότητες στη ριζοσπαστική και κομμουνιστική αριστερά, ιδιαίτερα αν η συμφωνία αυτή υλοποιηθεί. Και επειδή ακούγεται ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να δείξει εμπιστοσύνη στο ΣΥΡΙΖΑ για μια τέτοια συμφωνία, ότι μπορεί να συμφωνήσει και την επόμενη να μην υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα, εμείς τονίζουμε ότι δεν είναι δυνατόν με τέτοια κριτήρια να προχωρούν οι συζητήσεις και οι τυχόν συμφωνίες. Σε κάθε περίπτωση καθένας παίρνει τις ευθύνες του. Προτείνουμε, συζητάμε, και συμφωνούμε ανοιχτά μπροστά στην εργατική τάξη και το λαό, σεβόμαστε τις δεσμεύσεις μας και απαιτούμε από τον καθένα να είναι συνεπής. Σε τελική ανάλυση η εργατική τάξη κρίνει τον καθένα μας, και θα αποδώσει «τα του καίσαρος τω καίσαρι».

Είναι φανερό ότι ένα τέτοιο πλαίσιο είναι εκτός λογικής του προγράμματος και των προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θεωρούμε πιθανό ότι θα γίνει αποδεκτό. Ακόμη ότι βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με τις επιδιώξεις της αστικής τάξης και των πολιτικών δυνάμεων που την εκφράζουν. Σημασία όμως έχει ότι θα τύχει μεγάλης αποδοχής από τον εργαζόμενο λαό και θα βρει επίσης ανταπόκριση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που υπάρχουν σημαντικές αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις, καθώς και σε άλλους πολιτικούς χώρους. Γι' αυτό είναι ανάγκη για όλα αυτά να ενημερωθεί αναλυτικά ο ελληνικός λαός και να αναπτυχθεί ισχυρή καμπάνια που θα αγκαλιάσει όλη τη χώρα. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να αποκρουστεί η προσπάθεια ψηφοθηρίας σε βάρος των δυνάμεων κομμουνιστικής αναφοράς και να διαμορφωθούν προϋποθέσεις ευρύτερης λαϊκής συσπείρωσης. Η επιθετική αυτή στάση είναι τουλάχιστον η καλύτερη άμυνα. Σε διαφορετική περίπτωση οι επιπτώσεις θα είναι μεγάλες και καθένας πρέπει να πάρει τις ευθύνες του.