Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

του Δ. Δημητριάδη

Σε πρόσφατο άρθρο της Μαρίας Σουάνη στον Εργατικό Aγώνα δόθηκε αναλυτικά η σημασία της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΗ και της ηλεκτρικής ενέργειας και η παράδοσή της στο πολυεθνικό κεφάλαιο. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ είναι δέσμευση τεράστιων εθνικών φυσικών, παραγωγικών και οικονομικών πόρων, οι οποίοι διοχετεύονται στα μονοπώλια και στις πολυεθνικές για να βγάλουν κέρδη, από κεφάλαια που το κράτος επένδυσε, εκμεταλλευόμενο υπεραξίες που παρήγαγε ο ελληνικός λαός...

... Μαζί με την παραχώρησή τους στις πολυεθνικές (είτε μέσω της μικρής ΔΕΗ, είτε μέσω του ΤΑΙΠΕΔ και του στρατηγικού επενδυτή) παραδίδονται και τα ποτάμια ακριβώς γιατί το σύνολο των λειτουργιών τους (άρδευση, ύδρευση, αντιπλημμυρική προστασία, κλπ) ρυθμίζονται από την εκμετάλλευσή τους. Μαζί με την Πλατανόβρυση και το Θησαυρό, δίνεται ολόκληρος ο Νέστος. Μαζί με το φράγμα στις Βαρβάρες της Χαλκιδικής οι νέες πλειοψηφίες των μετόχων της εναπομείνασας ΔΕΗ κι ο στρατηγικός επενδυτής θα διαχειρίζονται την υδροδότηση της Θεσσαλονίκης». Παράλληλα γίνεται μνεία και στις τεράστιες επιπτώσεις που θα σημάνει η ενέργεια αυτή όχι μόνο και όχι κυρίως για τους εργαζόμενους της ΔΕΗ, αλλά συνολικά για τον ελληνικό λαό και για το μέλλον και την προοπτική της χώρας.

Φαίνεται πολύ καθαρά ότι πρόκειται για μια πολύ σημαντική ενέργεια που η σημασία της ξεπερνά κατά πολύ τη ΔΕΗ και οι επιπτώσεις της στους εργαζόμενους και στην πορεία της χώρας θα είναι μεγάλες. Παρά τη δυσφημιστική και διαβρωτική προπαγάνδα από την κυβέρνηση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το σύνολο των αστικών μηχανισμών για προνομιούχους εργαζόμενους, για συντεχνίες που πληρώνονται αδρά και κατεβάζουν τους διακόπτες με αποτέλεσμα να διακινδυνεύει το κοινωνικό σύνολο, οι επαγγελματίες που πλήττονται από την κρίση και οι μικροεπιχειρήσεις, ιδιαίτερα του τουρισμού αυτή την περίοδο, δυσφήμιση και προπαγάνδα που έπιασε σε ένα βαθμό τόπο, υπήρχαν δυνατότητες για μια σχετικά ευρεία συμπαράταξη δυνάμεων και να δοθεί η αντιπαράθεση αυτή με όρους περισσότερο δυσχερείς για την κυβέρνηση και το κεφάλαιο.

Η στάση των πολιτικών δυνάμεων στο ζήτημα αυτό είναι αποκαλυπτική και απολύτως χαρακτηριστική του χαρακτήρα και των επιδιώξεων καθεμιάς και τι μπορεί να αναμένουν οι εργαζόμενοι από αυτές στη δεινή θέση στην οποία βρίσκονται. Εξάλλου δεν είναι δυνατόν να κρίνεται μια πολιτική δύναμη από την ιδέα που έχει ή που πλασάρει η ίδια για τον εαυτό της. Όλα αυτά κρίνονται στην πράξη, στη στάση τους στα μεγάλα ζητήματα, τότε που διακυβεύονται μεγάλα ταξικά και κοινωνικά συμφέροντα, τότε που πράγματι ανοίγουν σημαντικές δυνατότητες για την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό.

Η κυβέρνηση -ΝΔ και ΠΑΣΟΚ- υλοποιώντας βασική θέση του μνημονίου και απαίτηση του πολυεθνικού κεφαλαίου προχώρησε στο νομοσχέδιο για το διαμελισμό της ΔΕΗ και την ιδιωτικοποίηση της. Ήταν αποφασισμένη να προωθήσει τα σχέδια της και γι' αυτό χρησιμοποίησε όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή της.

Η «ανεξάρτητη» δικαιοσύνη έσπευσε να κηρύξει την απεργία των εργαζομένων της ΔΕΗ παράνομη και καταχρηστική πριν καλά καλά αυτή προκηρυχθεί.

Η προπαγάνδα εναντίον της απεργίας και η αναφορά στους κινδύνους και τις υποτιθέμενες συμφορές που περιμένουν το λαό αν δεν υλοποιούνταν τα μέτρα για τη ΔΕΗ ή αν δεν σταματούσε άμεσα η απεργία ξεπέρασαν κάθε όριο. Ακόμη και ο πρωθυπουργός δεν παρέλειψε να πάρει μέρος σ’ αυτή την προπαγανδιστική εκστρατεία εκτοξεύοντας απειλές με στόχο την κατατρομοκράτηση του κόσμου.

Η κυβέρνηση αρνήθηκε να συγκαλέσει την ολομέλεια της βουλής για να συζητηθεί η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης για δημοψήφισμα και προτίμησε να αξιολογήσει τις προτάσεις των κομμάτων το θερινό τμήμα της βουλής και φυσικά να αποφανθεί ότι δεν μπορούν να συναθροιστούν αυτές και άρα να μην προκύψει ο μαγικός αριθμός των 120 βουλευτών. Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα τεράστιο κυβερνητικό αυταρχισμό που θυμίζει τις χειρότερες μέρες της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη χώρα, χωρίς φυσικά να υπάρχουν ενδείξεις ότι πλέον «τα είδαμε όλα».

Οι εργαζόμενοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι ο πραγματικός παραλήπτης των απειλών και του αυταρχισμού της κυβέρνησης δεν είναι οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ κυρίως. Είναι ολόκληρος ο εργαζόμενος λαός, κάθε κοινωνικό στρώμα ή κλάδος που πλήττεται και περνάει απ' το νου του να αντιδράσει. Αυτός που αντιδρά σήμερα, αυτός που θα αντιδράσει αύριο, ο βαθιά δυσαρεστημένος από τη ζωή και προοπτική του που αναζητά διέξοδο και τρόπο αντίδρασης. Επιδιώκεται να εμπεδωθεί στη συνείδηση των εργαζομένων ότι οι αγώνες είναι μάταιοι, είναι χαμένη υπόθεση και όχι μόνο χαμένα μεροκάματα. Σε τελική ανάλυση να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι η κυβέρνηση είναι παντοδύναμη και αποφασισμένη και δεν πρόκειται να υποχωρήσει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και σε αυτόν τον αγώνα κινήθηκε στα γνωστά, στην πεπατημένη. Αρνήθηκε κατηγορηματικά να δώσει την αναμέτρηση αυτή εκεί που υπήρχε πιθανότητα να κερδίσει, μέσα στους εργαζόμενους και το λαό και την περιόρισε μέσα στα πλαίσια του κοινοβουλίου και των κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Δηλαδή εκεί που ήταν καταδικασμένη στην αποτυχία. Η βουλή είναι το προνομιακό πεδίο της κυρίαρχης τάξης και των πολιτικών δυνάμεων της. Στη βουλή μπορούν να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για συμπόρευση του ΣΥΡΙΖΑ με δυνάμεις της κεντροαριστεράς και με ανεξάρτητους βουλευτές στο θέμα της ΔΕΗ σήμερα, σε γενικότερα πιθανόν ζητήματα αύριο στις επόμενες εκλογές και στο σχηματισμό κυβέρνησης. Έτσι διαχειρίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ τα κοινωνικά προβλήματα. Όχι ως πεδία ανάπτυξης της ταξικής πάλης με όλες τις δυνατότητες που αυτή περικλείει, αλλά βοηθητικά στην κοινοβουλευτική ενίσχυση του. Το είδαμε στην περίπτωση της ΕΡΤ, των εκπαιδευτικών, των εργαζομένων στα πανεπιστήμια και σε ολόκληρη την πορεία, ιδιαίτερα μετά τον Ιούνιο του 2012. Αυτή την τακτική επιβάλλει η γραμμή συμβιβασμού που ακολουθεί με την άρχουσα τάξη της χώρας και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς πρώτα και κύρια τους ευρωενωσιακούς.

Θεωρούμε όμως ότι και το ΚΚΕ κινήθηκε στα αναμενόμενα. Αυτή τη φορά απάντησε στην πρωτοβουλία του ΣΥΡΙΖΑ για να τεθεί το θέμα της ΔΕΗ στο κοινοβούλιο και να αποφασιστεί ή όχι δημοψήφισμα. Απέφυγε την παλαιότερη τακτική του να απαξιεί να δώσει καν απάντηση, αλλά φρόντισε, στο ελάχιστο που έθετε ο ΣΥΡΙΖΑ για απόρριψη του σχεδίου νόμου για τη μικρή ΔΕΗ να προτείνει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την κατάργηση όλων των αντιλαϊκών νόμων που αφορούν την ηλεκτρική ενέργεια από το 1990 και ύστερα, την εθνικοποίηση δηλαδή συνολικά της ενέργειας. Θεωρούσε ότι έτσι βραχυκύκλωνε το ΣΥΡΙΖΑ και του έβγαινε από αριστερά. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Εάν θέτεις πολύ μεγαλύτερους στόχους δεν σημαίνει ότι και η τακτική που επιλέγεις είναι πιο ταξική και πιο αποτελεσματική. Δεν κρίνεται η ταξικότητα από το βάθος των στόχων μόνο, εξάλλου το σοσιαλισμό και την εργατική λαϊκή -εξουσία την έχει καθημερινό ψωμοτύρι, αλλά από το πόσο η τακτική κινητοποιεί πλατιά τους εργαζόμενους σε αντιπαράθεση με την άρχουσα τάξη με γραμμή ακύρωσης των αποφάσεων και της στρατηγικής της, κόντρα στο μεγαλύτερο και στο μικρότερο κακό.

Σήμερα το ΚΚΕ έχει χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων απέναντι στο ρεφορμισμό και το συμβιβασμό με το κεφαλαίου την πολιτική του. Κινείται σε μια γραμμή πλειοδοσίας απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ κάτω από το φόβο της αφομοίωσης του, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα αντισταθεί και θα δυναμώσει. Αιτία γι' αυτό δεν είναι οι πιο περιορισμένες σε σχέση με παλαιότερα δυνάμεις που διαθέτει, απέναντι στο 27% του ΣΥΡΙΖΑ, εξάλλου μέσα στην εργατική τάξη και στους αγώνες της όλα αυτά μετρούν αλλιώς. Δεν είναι το εκλογικό ποσοστό που παίζει τον κυρίαρχο ρόλο. Είναι η αντίληψη και οι θέσεις του σχετικά με την τακτική και τους στόχους που τίθενται και ειδικότερα στην περίπτωση μας ο τρόπος αντιμετώπισης του ΣΥΡΙΖΑ. Το αποτέλεσμα είναι ότι παρά το γεγονός πως θέτει πιο ριζοσπαστικές- αντικαπιταλιστικές προτάσεις, χάνει το στόχο και παίζει το παιχνίδι στο γήπεδο του κοινοβουλευτισμού, στο γήπεδο της αστικής πολιτικής, την ώρα που έπρεπε να μεταφέρει συνολικά τη δράση του μέσα στην εργατική τάξη και το λαό.

Δεν αποτελεί πρόβλημα η υποστήριξη στη βουλή μιας πρότασης για δημοψήφισμα για τη μικρή ΔΕΗ. Αυτό είναι το πολύ άμεσο, έχει πιθανότητα επιτυχίας, όση έχει και δημιουργεί μια συσπείρωση δυνάμεων γύρω από αυτό το στόχο στο πολιτικό επίπεδο. Το τεράστιο πρόβλημα είναι η παντελής έλλειψη δράσης για τη ΔΕΗ και για την ενέργεια γενικότερα μέσα στους εργαζόμενους, εκεί δηλαδή που έπρεπε να είναι η καρδιά της δράσης. Εδώ αποδεικνύεται ότι το ΚΚΕ, όχι μόνο δεν είναι πρωτοπορία, αλλά ακολουθεί και ετεροκαθορίζεται. Στο ζήτημα αυτό, όπως και σε άλλα πριν, η πρωτοβουλία έπρεπε να αναληφθεί από το ίδιο το ΚΚΕ και να έχει ακριβώς αυτά τα χαρακτηριστικά. Ανάπτυξη ενιαίου μετώπου στο κοινωνικό και στο πολιτικό επίπεδο με κορμό τους εργαζόμενους της ΔΕΗ, μπορεί ακόμη και κόντρα σε τμήματα της ηγεσίας τους που ήθελαν να οδηγήσουν τον αγώνα στο συμβιβασμό από την πρώτη στιγμή, την εργατική τάξη γενικότερα και ιδιαίτερα τα πιο πρωτοπόρα και ταξικά προσανατολισμένα τμήματα της, γενικότερα τους εργαζόμενους που πλήττονται και κινητοποιούνται έπρεπε να επιδιωχθεί η συμπαράταξη στο μέτωπο αυτό ενός μεγάλου αριθμού επαγγελματιών, αγροτών, νεολαίας, γυναικών κ.λπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό που συνέβαινε στη δυτική Μακεδονία είναι ενδεικτικό. Μέσα σε αυτό το μέτωπο προφανώς θα εντάσσονταν πολιτικές δυνάμεις, κόμματα και κινήσεις που συμφωνούσαν με την ακύρωση της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας, με τον αγώνα για την ανατροπή της επιστράτευσης, συνολικότερα για ζητήματα απόκρουσης των ιδιωτικοποιήσεων στην ενέργεια και μαζί ζητήματα του μνημονίου και ένα πλαίσιο εργατικών διεκδικήσεων. Επικουρικά ήταν δυνατή μια πρωτοβουλία στη βουλή για το δημοψήφισμα σχετικά με τη μικρή ΔΕΗ.

Φυσικά, με όλη αυτή τη λογική το ΚΚΕ έχει πάρει διαζύγιο και θεωρεί ότι θέτοντας ως άμεσο στόχο σε κάθε περίπτωση το σοσιαλισμό γίνεται περισσότερο αριστερό και ριζοσπαστικό απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, ότι έτσι γίνεται πιο αποτελεσματικό. Είναι ενδεικτικό ένα απόσπασμα από την ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα στη βουλή στην προαναφερθείσα συνεδρίαση: «Βεβαίως, έλεγε, υπάρχει και η ταξική πάλη. Η ταξική πάλη δεν μπορεί να ανατρέψει τη στρατηγική του κεφαλαίου. Μπορεί να αποσπάσει ορισμένες κατακτήσεις, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει. Με αυτήν την έννοια η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ έχει γίνει και ας μην κοροϊδεύουμε το λαό ότι μπορεί να σταματήσουμε αυτή τη διαδικασία και να την αφήσουμε ως εκεί, στη μέση του δρόμου». Αν δεν είναι η ταξική πάλη αυτή που θα ανατρέψει τους σχεδιασμούς των κυβερνήσεων του κεφαλαίου   τότε τι είναι; Απαξιώνοντας μ’ αυτό το απαράδεκτο και αντιδραστικό τρόπο τους εργατικούς αγώνες και την ταξική πάλη πού οδηγούνται τα πράγματα; Δεν φανταζόμαστε βέβαια ότι εννοεί τη βουλή και τους θεσμούς, αλλά κινείται στη λογική ότι ο αγώνας για το σοσιαλισμό και την λαϊκή εργατική εξουσία είναι η λύση και όχι η ανάπτυξη   δράσης και αγώνων από την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους. Πώς όμως θα έρθει ο σοσιαλισμός όταν θεωρούμε ότι η αστική τάξη είναι παντοδύναμη, ότι οι αποφάσεις των κυβερνήσεων οπωσδήποτε θα υλοποιηθούν και κανένα κίνημα δεν μπορεί τους σχεδιασμούς αυτούς να τους εμποδίσει; Οι αντιλήψεις αυτές είναι καταστροφικές και είναι υπεύθυνες σε μεγάλο βαθμό για την παθητική στάση και την αποστράτευση των εργαζομένων. Η λογική «αγωνιζόμαστε για το σοσιαλισμό» ως άμεσο στόχο και όχι φυσικά ιστορικά και περιμένουμε την κατάλληλη ευκαιρία για να δράσουμε αποδείχθηκε μέχρι σήμερα καταστροφική και θα αποδειχθεί και στο μέλλον.

Θεωρούμε ότι η υπόθεση της ΔΕΗ, όπως και πολλά άλλα μεγάλα προβλήματα και μέτωπα πριν, έφεραν με γυμνό τρόπο στα μάτια των εργαζομένων αφενός μεν τα κόμματα και την πολιτική τους και τις σχέσεις τους με τα πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων και αφετέρου τι μπορούν να περιμένουν οι εργαζόμενοι στο μέλλον από αυτά. Εδώ δεν χρειάζονται ωραιοποιήσεις ούτε να αποφεύγει κανείς να αντικρίσει την πραγματικότητα όπως ακριβώς είναι, άλλα κάτω από συναισθηματισμούς. Τα προβλήματα είναι τεράστια και η αντιμετώπισή τους επείγει και με τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις, κυβέρνηση, διεκδικητές της κυβέρνησης και κόμματα που αναφέρονται στους εργαζόμενους και την εργατική τάξη προοπτική δεν φαίνεται ότι υπάρχει. Είναι αναγκαίες ρηξικέλευθες αποφάσεις και αποτελεσματική και καινοτόμα δράση.

IMAGE Οι εν δυνάμει δολοφόνοι
Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020
Γράφει ο Κώστας Γρηγοριάδης. Ο 27χρονος Βασίλης Μάγγος δεν ζει πια ανάμεσά μας. Ο ενεργός πολιτικά και κοινωνικά συμπολίτης μας, είχε ξυλοκοπηθεί άγρια, έξω από το δικαστικό μέγαρο του Βόλου, στις 14-6-2020 από δυνάμεις των ΜΑΤ και ΟΠΚΕ. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ