του Μίκη Θεοδωράκη

Κάμποσες δεκαετίες πριν, τότε που πολιτισμός δεν ήταν το lifestyle και οι καυγάδες κάποιων αυτοαποκαλούμενων «σταρς», η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από –«ανιαρά» για τους σημερινούς «σταρς»- θέματα Τέχνης. Ήταν μια συζήτηση γεμάτη επιχειρήματα και τεκμηριώσεις.

Μια τέτοια περί Τέχνης συζήτηση μάς θύμισε το άρθρο «Γύρω στον Επιτάφιο» που βρήκαμε στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (αρ. φυλ. 73-74, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1961). Ο Μίκης Θεοδωράκης αντιπαραθέτει επιχειρήματα σε όσους «επαΐοντες» σνόμπαραν τη μελοποίηση του «Επιτάφιου» για τα «μπουζουκλίδικα τερτίπια» που εκείνος χρησιμοποίησε και σκανδάλισε τη «λεπτή καλλιτεχνική αίσθηση» των κριτικών της εποχής.

 

Γύρω     στον «Επιτάφιο»

Ό «Επιτάφιος» που διηύθυνα εγώ με εκτελεστές τον Μπιθικότση, το Χιώτη και τα λαϊκά όργανα, δέχτηκε συγκεντρωμένα πυρά. Βέβαια, τα διάφορα κείμενα που χτυπούσαν την έκδοση αυτή του «Επιτάφιου» παρουσιάζουν πολλές διαφορές μεταξύ τους, τόσο στο ύφος και στα επιχειρήματα που αναπτύσσουν, όσο και στις διαφαινόμενες προθέσεις εκείνων πού τα έγραψαν. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά προσπαθούν έμμεσα να με «μειώσουν», και με αντιπαραθέτουν στον Μάνο Χατζηδάκη, φίλο μου αγαπημένο που εκτιμώ και θαυμάζω.

Τη στιγμή αυτή, τόσο ο Μάνος Χατζηδάκης, όσο, νομίζω, κ’ εγώ έχουμε πάρει πια το δρόμο μας, τη σειρά μας. Και ξέχωρα απ’ την όποια καλλιτεχνική αξία μας, ξέρουμε πολύ καλά κ’ οι δυο μας ότι σήμερα είμαστε οι δυο μοναδικοί 'Έλληνες συνθέτες, που κερδίζουμε το ψωμί μας αποκλειστικά και μόνο απ’ τις συνθέσεις μας, απ’ τη μουσική μας. Κι αυτό είναι, πιστέψτε με, πολύ σημαντικό για την ψυχική υγεία μας τουλάχιστον. Χθες ακόμα ό Μ. X. ήρθε εδώ στο Παρίσι και έκανε πρόβες στη μουσική πού έγραψε για ένα θέατρο στα Grands - Boulevards. Δυο βήματα πιο κει, στην Place Clichy γίνονταν οι πρόβες της δικής μου μουσικής, που χορεύει η Λουντμίλλα Τσερίνα. Ξέρουμε λοιπόν πολύ καλά σοί δυο μας τι έχουμε κάνει ως τώρα. Και στο σημείο όπου βρισκόμαστε, είναι μάταιο να προσπαθεί κανείς να μειώσει τον ένα αντιπαρατάσσοντάς τον στον άλλο.

Περ’ απ’ αυτό, θα ήθελα πολύ να μιλήσω επί της ουσίας, ν’ απαντήσω σ’ επιχειρήματα. ’Αλλά οι περισσότεροι επικριτές μου δεν παρουσίασαν επιχειρήματα. Μόνο καταδικαστικές αποφάσεις, παρμένες κεκλεισμένων των θυρών. Μια και στήνομαι λοιπόν στον τοίχο ας «απολογηθώ»:

Τα τραγούδια του «Επιτάφιου» απ’ το 1 ως το 8 έχουν όλα την ίδια γραμμή, το ίδιο στυλ, τον ίδιο χαρακτήρα. Άλλωστε γράφτηκαν μονοκοπανιάς στην ίδια μέρα, στην ίδια ώρα. Όμως μια - δυο νότες εδώ, μια φράση εκεί, θυμίζουν διακριτικά πότε έναν πυρήνα από ένα μανιάτικο μοιρολόι (No 1) ή ένα χαρακτήρα (με 2 νότες) από ένα Κρητικό ριζίτικο (No 5). Το ίδιο όπως στις συνθέσεις των «κλασσικών» της λαϊκής μας μουσικής (Τσιτσάνη — Μητσάκη — Χιώτη) πού μέσα στο ίδιο το «λαϊκό» στυλ (στο όποιο ανήκει και ο «Επιτάφιος») διακρίνουμε άλλοτε την εκκλησιαστική μελωδία («Συννεφιασμένη Κυριακή», «'Όταν μπαίνεις στην ταβέρνα» και το No 8 του «’Επιτάφιου») άλλοτε νησιώτικο τραγούδι («Ζέππος», το No 6 του «Επιτάφιου») κλπ. κλπ.

Αυτές οι επιδράσεις, αυτά τα «δάνεια», αποδεικνύουν ίσα - ίσα την ελληνικότητα της λαϊκής μελωδίας, γιατί την δένουν, την κάνουν ένα κλαδί πούναι οργανικά δεμένο με τον κορμό — την δημοτική, την ελληνική μουσική.

Αυτά για τον μελωδικό χαρακτήρα. Όσον αφορά τούς ρυθμούς: Πρώτον, γιατί αυτή η αποστροφή προς το ζεϊμπέκικο; Ποιος αληθινός μουσικός (δημιουργός ή ό,τι άλλο) μπορεί να μείνει αδιάφορος μπροστά σ’ αυτή την παράξενη (τουλάχιστον!) σύζευξη τού ζυγού με το περιττό, τού δύο με το τρία, πού χαρακτηρίζει εξ άλλου τόσους και τόσους ελληνικούς χορούς (7/8, 5/8, 9/8);

Ας αντιπαραβάλουμε τον καλαματιανό 7/8 με τον ζεϊμπέκικο 9/8. Ό πρώτος υποδιαιρείται ως εξής: 3 + 2 + 2. Ο δεύτερος 2 + 2 + 2 + 3. Αυτή η αντίστροφη αναλογία δεν σας λέει τίποτε; Εμένα, το μουσικό δημιουργό, με γοητεύει. Κ’ έπειτα αυτή η αυστηρότητα, αυτή η εκπληκτική ομοιογένεια στο ζύγισμα των φράσεων, που πρέπει να πέσουν με μαθητική ακρίβεια, σ’ αυτό το τμήμα του μέτρου και όχι σε άλλο, αποκαλύπτουν μίαν απέραντη λαϊκή μουσική σοφία κ’ ένα οξύ και σίγουρο μουσικό ένστικτο, σμιλεμένα και τα δύο, ποιος ξέρει από ποιους νόμους, αφομοιωμένους εντούτοις σε εκπληκτικό βαθμό από τους λαϊκούς μουσικούς μας.

Μού είπαν ότι ο χασάπικος υπήρξε παλιός βυζαντινός χορός. Δεν το ξέρω. Όμως θαυμάζω αυτή την απέριττη αυστηρότητα του ρυθμού όπως υπερθαυμάζω τον χασάπικο χορό, που είναι ένα από τα αριστουργήματα της νεοελληνικής τέχνης.

Οι ρυθμοί αυτοί, δίχως να το έχω συνειδητοποιήσει, γεννήθηκαν μαζί με τις μελωδίες τού «Επιτάφιου». Ίσως σ’ αυτό να βοήθησε ο δεκαπεντασύλλαβος στίχος που ανταποκρίνεται απολύτως στο ρυθμό του Ζεϊμπέκικου.

Αυτός ο ρυθμός (τα 9/8) υπάρχει φυσικά και στην έκδοση της Fidelity («Βασίλεψες αστέρι μου») και απορώ πώς δεν έγινε αντιληπτός.

Είναι αλήθεια πως στα άλλα τραγούδια αυτά τα 9/8 υπήρχαν υποσυνειδήτως. Δηλαδή υπήρχαν δίχως να το ξέρω σαφώς κ’ εγώ ο ίδιος και έσπαγα έπη χρόνια το κεφάλι μου να βρω τα σωστά μέτρα. Οι περιπτώσεις του No 7 και τού No 8 είναι χαρακτηριστικές. Βάζοντας τις μελωδίες αυτές μέσα σ’ ένα ενιαίο μέτρο 2/8, πάντοτε κάτι περίσσευε. Είναι πολύ απλό γι’ αυτό μπορώ να σας το εξηγήσω. Η κάθε μελωδική φράση μου έπαιρνε 4 μέτρα από 2/8. Δηλαδή 2/8 + 2/8 + 2/8 4- 2/8, όμως η κατάληξη πούπεφτε στα τελευταία 2/8 ήταν σύντομη, μικρή, δεν είχε «αέρα». Αναγκαζόμουν, λοιπόν, να προσθέσω ένα πέμπτο μέτρο 2/8 για να μεγαλώσω την κατάληξη. Είχα δηλαδή για κάθε φράση το σχήμα 2/8 + 2/8 + 2/8 + [2/8 + 2/8]. Όμως τώρα αυτή η κατάληξη ήταν φανερά μεγαλύτερη απ’ όσο έπρεπε. Περίσσευε. Και ξαφνικά βρήκα τη λύση: η αλήθεια βρισκόταν ανάμεσα στο 2 και στο 4, δηλαδή στο 3. Ό αληθινός ρυθμός έπρεπε να είναι 2/8 + 2/8 + 2/8 + 3/8. Δηλαδή ζεϊμπέκικος. Ή μελωδία μου — επηρεασμένη απ’ τη λαϊκή μας μουσική — έφερνε μέσα της οργανικά και τον λαϊκό ρυθμό. Αυτή είναι η αλήθεια.

Είπα παραπάνω ότι ξαφνικά βρήκα τη λύση. Προσθέτω ότι την βρήκα με την βοήθεια του Χιώτη και χαίρουμαι να ομολογήσω δημόσια ότι σ’ αυτό το καινούργιο για μένα είδος υπήρξα και είμαι ακόμα ένας μαθητής.

Έρχομαι τώρα στα μπουζούκια. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο, πολυσύνθετο και δύσκολο πρόβλημα. Δύσκολο γιατί είναι και καλλιτεχνικό - μουσικό, άλλα και κοινωνικό. Εγώ ο ίδιος έχω πάρει απέναντι του κατά καιρούς στάσεις διαμετρικά αντίθετες. Υπήρξα εχθρός τους. Υπήρξα φίλος τους. Προσπάθησα να τα εξηγήσω, να τα δικαιολογήσω, συγκεκριμένα σε τρία άρθρα μου στη «Νέα Εποχή» (νομίζω στα 1950 - 51). Ενώ αργότερα απέρριψα την επιρροή τους. (Ελληνική Μουσική έτος μηδέν «Κριτική» 1958). Αυτό σημαίνει αφ’ ενός μεν ότι το θέμα τούτο με καίει, με βασανίζει, αφ’ ετέρου δε ότι δεν έχω καταλήξει σ’ ένα οριστικό συμπέρασμα. Είναι πιθανόν αύριο, κάτω από νέα δεδομένα να τα αποκηρύξω με τον ίδιο φανατισμό, με τον όποιο σήμερα τα υποστηρίζω. Δεν ντρέπομαι καθόλου που ομολογώ όλες αυτές τις αντινομίες, τις αντιφάσεις, γιατί ξέρω ότι κάθε στιγμή προσπαθώ με σκέψη τολμηρή, τίμια και απαλλαγμένη από κομπλέξ, προκαταλήψεις και δογματισμούς να προχωρήσω στην ουσία των πραγμάτων. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει καθόλου ότι έχω πάντοτε δίκιο. Κάθε άλλο. Αλλά, ας μου συχωρεθεί η σιγουριά μου, νομίζω ότι βρίσκω τη στάση μου αυτή πιο σεμνή, πιο πηγαία, πιο ανθρώπινη από μια γνωστή στάση πού με μια μονοκοντυλιά — δίχως ενδοιασμούς και προβληματισμούς — διέγραψε μια για πάντα και από κάθε άποψη ένα μουσικό είδος — μουσικό σύμπαν — που είτε το θέλουμε, είτε όχι, έχει μια ζωή, — υπήρξε, υπάρχει, στο παρελθόν, στο παρόν και πιθανώς και στο μέλλον.

Και διατυπώνω μίαν ερώτηση σαφή, στην όποια θάπρεπε να δοθεί μια εξίσου σαφής απάντηση:

Οι επικριτές των μπουζουκιών δεν παραδέχονται καμιάν απολύτως από τις 10-20 γνωστότερες λαϊκές μελωδίες; Κι αν όχι, για ποιόν λόγο; Και για να περιορίσουμε και διασαφηνίσουμε τον κύκλο: Πιστεύουν ή όχι ότι οι έξη λαϊκές μελωδίες που πήρε ο Χατζηδάκης κ’ έκανε τις 6 λαϊκές ζωγραφιές είναι ή όχι μελωδικά αριστουργήματα;

Όταν πιστεύω, όπως το πιστεύω, ότι η λαϊκή μας μουσική έχει μελωδικά αριστουργήματα, κι όταν επιχειρώ να εμπνευστώ απ’ αυτά και να μπω κ’ εγώ, έστω μαθητικά, στη σειρά αυτών των λαϊκών συνθετών, ακολουθώ μια λογική, που με πάει κατευθείαν σέ λύσεις πούχουν εσωτερική συνέπεια. Διαμαρτύρομαι έντονα, λοιπόν, γι’ αυτή την τερατώδη εικόνα που επιχείρησαν να δώσουν σχετικά με ό,τι αφορά την ευθύνη και τη σοβαρότητα, με την οποία ένας συνειδητός δημιουργός αντιμετωπίζει την ίδια του τη δημιουργία. Πρόκειται για μια τραγική - κωμική παρεξήγηση που έχουν πολλοί στην Ελλάδα για τους νέους της γενιάς μου. Ξεκινούν ίσως από άλλα πρότυπα. Αυτό όμως δεν μας ενδιαφέρει καθόλου, και καλά θα κάνουν, να θέλουν να σταθούν κοντά μας, να βάλουν κάτω την ψυχραιμία τους και τη λογική τους και να αναγνωρίσουν — όπως ο υπόλοιπος κόσμος δικός μας και ξένος — ότι κάτι έχει μεταβληθεί, κάτι έχει αλλάξει. Κάτω απ’ αυτό και μόνο το πρίσμα οι αφορισμοί τού σημειώματος του Β. Αρκαδινού λ.χ., γίνονται απίθανοι, αδύνατοι! Γιατί ευθύς μόλις παραδεχτούμε, ότι ο Α συνθέτης δημιούργησε ένα έργο που τείνει να «ανανεώσει το λαϊκό μας τραγούδι» (υπότιτλος που έμεινε φευ ξεκρέμαστος) η ορθή, λογική, τίμια και ψύχραιμη στάση μας απέναντί του, θα μας οδηγήσει σέ μιαν άνευ προηγουμένου επιφύλαξη προκειμένου να θέσουμε εν αμφιβόλω την περαιτέρω στάση του (στην περίπτωσή μας σαν οδηγού ορχήστρας) απέναντι στην ίδια του τη δημιουργία. Θα λέγαμε, δηλαδή, όπως ο τελευταίος απλός άνθρωπος: «Δεν συμφωνώ καθόλου προσωπικά μ’ αυτό που κάνει. Αλλά όμως γιατί το κάνει; Αφού μας αποδεικνύει ότι είναι ικανός δημιουργός, αφού ξέρουμε ότι έχει την Α ιστορία, το Β έργο, τη Γ παρουσία, τι τον οδήγησε, τι τον ανάγκασε να ακολουθήσει αυτό το δρόμο και όχι άλλον στην ερμηνεία τού έργου του; Μήπως είναι αυτό; Μήπως είναι εκείνο; Μα να είναι αυτό έχει δίκιο, ενώ να είναι το άλλο έχει άδικο. Και τού το λέμε, έχομε όλο το δικαίωμα, τού υποδεικνύουμε ακόμα». Όμως έτσι ανεξέταστα, φανατικά, μονοκοπανιάς: Δεν ξέρει τι τού γίνεται!

Δεν το σχολιάζω. Προχωρώ.

Λέμε ότι δεν κάνει το ράσο τον παπά. Το ίδιο και το μπουζούκι δεν κάνει a priori τον ρεμπέτη. Όπως σε όλα τα έργα τέχνης, η ποιότητα του ίδιου του έργου, του περιεχομένου, είναι το μόνο αξιόλογο και σοβαρό κριτήριο. Μπορεί νάναι Συμφωνία, Κοντσέρτο ή Σονάτα και να μην υπάρχει ίχνος έμπνευσης, μουσικής και μπορεί νάναι συρτός, μπάλος, ή ζεϊμπέκικο και νάναι γεμάτο μουσική, γεμάτο έμπνευση. Αν βάζαμε όλα τα πρώτα σέ μια κατηγορία κι όλα τα δεύτερα σε μιαν άλλη, υποδεέστερη, τότε θα κάναμε μουσικό ρατσισμό!

Όντας φανατικός αντιρατσιστής και έχοντας συνειδητοποιήσει από πού προέρχεται ο «Επιτάφιος» οδηγήθηκα υπεύθυνα και σοβαρά (θα πρέπει δυστυχώς να κάνω κατάχρηση αυτών των λέξεων) στο λαϊκό περίβλημα και συνοδεία, δηλαδή στο μπουζούκι.

Αυτό αν θέλετε υπήρξε και μια ανάγκη, αλλά και ένα πείραμα. Δηλαδή είναι ακόμη ένα πρόβλημα, που νομίζω, ότι θα βρει την απάντησή του με τον καιρό. Η σκέψη μου είναι η εξής: Μπορούμε να πάρουμε ό,τι καλό υπάρχει στο όργανο αυτό, το μπουζούκι, ό,τι καλό υπάρχει στους ρυθμούς, στους μελωδικούς τρόπους, στο στυλ της λαϊκής μουσικής και δίνοντάς του ένα καινούργιο περιεχόμενο (στην περίπτωσή μου η ποίηση του Ρίτσου, του Γκάτσου και του Λειβαδίτη) να δώσουμε μια νέα ώθηση στο λαϊκό τραγούδι; Βρισκόμαστε στα πρώτα μας βήματα, με αμφιβολίες, με ελπίδες, με φόβους. Τι ζητάμε; Λίγη κατανόηση και λίγη πίστωση χρόνου. Πολλοί άλλοι μάς κατανοούν.— Δε μιλώ για όσους αγάπησαν αμέσως τον Μπιθικότση,— και είναι αμέτρητοι! Μιλώ γι' αυτούς που σοκαρίστηκαν, που ενοχλήθηκαν.— Μας κατανοούν και μας χαρίζουν την εμπιστοσύνη τους.

Όντας λοιπόν ο «Επιτάφιος», ο μπιθικότσικος, ένα πείραμα, για μένα, αυτό σημαίνει ότι δεν πρόκειται να σταθώ εκεί πέρα, αλλά να προχωρήσω προς άλλη κατεύθυνση τώρα που είμαι πλουτισμένος με μια τόσο πλούσια και διδακτική εμπειρία.

Πράγμα που έκανα ήδη, πριν φύγω απ' την Αθήνα. Επιχείρησα έτσι μια νέα μορφή συνοδείας που να συνδυάζει τα τυπικά γνωρίσματα του μπουζουκιού μαζί με ένα νέο χρώμα: τα έγχορδα της συμφωνικής ορχήστρας. Μια καινούργια ποιότητα τόσο σε χρώμα, όσο και σε ουσιαστική μελωδική συνοδεία νομίζω ότι επιτεύχθηκε στη νέα έκδοση αυτή του «Επιτάφιου», που έκανα με την Columbia και με τραγουδίστρια τη Μαίρη Λίντα.

Όμως, αν ήθελα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τον «Επιτάφιο», θα μπορούσα να γράψω δεκάδες, εκατοντάδες ίσως νέες ενορχηστρώσεις, κυνηγώντας πάντοτε μια νέα ιδανική μορφή, που να μη προδίνει το λαϊκό τραγούδι, αλλά που να του δίνει κάθε φορά μια καινούργια, πρωτότυπη γεύση.

Κι αν, όμως, υπάρξουν και εκατό τέτοιες «εκδόσεις», ο «Επιτάφιος» δεν παύει να μένει ένας και μόνο. Το λέω αυτό, κυρίως, γιατί το να υποστηρίζουμε τη μια έκδοση ενάντια στην άλλη είναι βέβαια δικαίωμά μας, όμως το να λέμε ότι το ίδιο έργο είναι σχεδόν διαφορετικό απ' τη μια εκτέλεση στην άλλη, τότε παίζουμε το παιχνίδι της εταιρίας Fidelity, που θέλοντας να με εκδικηθεί, γιατί προτίμησα να συνεργαστώ με την Columbia, έκανε τη γνωστή ρεκλάμα, — την τόσο γελοία αφ' εαυτής — δίνοντας ειδικά βάρη εκεί που δεν υπάρχουν.

Ό Χατζηδάκης είναι τόσο ένδοξος, τόσο φτασμένος και ικανοποιημένος, ώστε να μην έχει ανάγκη από ξένες δάφνες, γι' αυτό, μιας και είναι επιστήθιος φίλος μου μπορώ να μιλήσω, νομίζω, ανοιχτά.

Και κατ' αρχήν για τη σύνθεση της ορχήστρας.

Όταν τελικά αποφασίστηκε να τραγουδήσει τον «Επιτάφιο» η Μούσχουρη, ήταν αυτονόητο ότι η σύσταση της ορχήστρας, που θα τη συνόδευε, θάπρεπε ν’ ακολουθήσει το ειδικό χρώμα της φωνής της. Και φυσικά αποκλειότανε η καθαρά λαϊκή, όπως λέμε, ορχήστρα. Πάνω σ' αυτό το θέμα δεν υπήρξε καμμιά αντίρρηση. Ούτε καν συζήτηση. Πολύ περισσότερο απόρριψη!

Η διδασκαλία του «Επιτάφιου» στη Μούσχουρη έγινε υπομονετικά απ' τον ίδιο τον συνθέτη! Και νομίζω πως αυτό υπήρξε η βάση της εργασίας στην έκδοση της Fidelity. Το λέω αυτό με βαρειά καρδιά — όμως εδώ τα πράγματα πάνε να πάρουνε μιαν απίθανη παραμόρφωση, γιατί όλοι όσοι για τον Α ή Β λόγο δεν συμφωνούν μαζί μου — με τον χαρακτήρα μου, τις ιδέες μου, τη μουσική μου κλπ. —- βρίσκουν πρόσχημα την έκδοση της Fidelity για να χύσουν το δηλητήριό τους. Δε μιλώ φυσικά για όσους, με καλή πίστη, πέφτουν μέσα στο παιχνίδι της εταιρίας αυτής, που λόγω ακριβώς του Χατζηδάκη διαθέτει μια σημαντική επιρροή μέσα στο ραδιόφωνο και σε ορισμένους δραστήριους κύκλους.

Η πραγματικότητα πάντως είναι μία: ότι ο Χατζηδάκης σεβάστηκε κατά γράμμα το δικό μου το πνεύμα, τη δική μου αντίληψη για τον «Επιτάφιο». Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ρόλος του κάθε καλού ερμηνευτή. Να ακολουθεί δηλαδή πιστά — όσο γίνεται πιο πιστά — την αντίληψη του συνθέτη. Αυτά τουλάχιστον για τα πέντε τραγούδια που διηύθυνε παρουσία μου. Γιατί για τα υπόλοιπα τρία οι σχέσεις μου με την Fidelity δεν μου επέτρεψαν να παραβρεθώ στη φωνοληψία κ' έτσι δεν ξέρω το αποτέλεσμα και ούτε και είμαι υπεύθυνος.

Είναι γελοίο, το ξέρω, να επιμένω πάνω σ’ ένα παρόμοιο ζήτημα. Όμως είμαι αναγκασμένος να το κάνω — με αηδία ομολογώ — μιας και απ' τους πολυάριθμους φίλους μου, συνεργάτες και γνώστες της πραγματικότητας κανείς δεν βγήκε ως τα τώρα — ακόμα και ο ίδιος ο Χατζηδάκης — να βάλει τα πράγματά στη θέση τους:

Υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην 'Αθήνα τουλάχιστον τρεις μαγνητικές ταινίες, όπου τραγουδώ εγώ ο ίδιος τον «Επιτάφιο» (από χρόνια πριν) και όπου μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει, ότι η Μούσχουρη και εν γένει η φωνοληψία στη Fidelity ακολουθεί φράση με φράση και αναπνοή με αναπνοή, την ερμηνεία μου.

Συγκρίνοντάς την όμως και με την έκδοση της Columbia θα διαπιστώσει ότι επίσης και σ’ αυτήν, ο Μπιθικότσης ακολουθεί την πρωταρχική μου εκτέλεση το ίδιο, φράση με φράση και αναπνοή με αναπνοή.

Λυπάμαι που δεν μπόρεσαν να διακρίνουν ότι με όλο το χάσμα που τους χωρίζει, η Μούσχουρη κι ο Μπιθικότσης (όπως και ή Μαίρη Λίντα στη νέα μας έκδοση) τραγουδούν στο βάθος με τον ίδιο τρόπο, προσπαθούν να πλησιάσουν στο ίδιο πρότυπο πού είναι στην προκειμένη περίπτωση η συγκεκριμένη ιδέα που έχω για το πώς πρέπει να τραγουδιέται η λαϊκή μας μουσική. Ποιος πλησιάζει περισσότερο σ’ αυτό το πρότυπο; Λ.χ. ή Μούσχουρη είναι άφθαστη στο «Βασίλεψες αστέρι μου», όμως ο Μπιθικότσης στο «Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες». (Όπως επίσης και η Γιοβάνα στη «Μυρτιά», που δίνει μια σχεδόν τέλεια εικόνα του πώς πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι ή σωστή ερμηνεία).

Θέλω να εξηγηθώ καλά. Δε μειώνω καθόλου την προσφορά τού Χατζηδάκη, την τόσο σημαντική και πολύτιμη, που έξαλλου με συγκινεί ιδιαίτερα και σαν χειρονομία. Δεν μπορώ όμως να παραδεχτώ αυτή την ηθελημένη παραμόρφωση, δηλαδή το περίφημο: ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ παρουσιάζει τη ΝΑΝΑ ΜΟΥΣΧΟΥΡΗ στον «ΕΠΙΤΑΦΙΟ» τού Γιάννη Ρίτσου, με μουσική κλπ. κλπ. (μικρά γραμματάκια), να περνάει από τις πληρωμένες ρεκλάμες και ραδιοφωνικές εκπομπές στις βαθυστόχαστες «μελέτες».

Είναι παράξενο κι όμως φαίνεται ότι υπάρχουν άνθρωποι, που αν και πιστά και τίμια αφοσιωμένοι στην υπόθεσι του λαού, αγνοούν τον ίδιο τον λαό. Αυτοί, που αν τους βάλεις να ζήσουνε έστω για μια βδομάδα μέσα σέ μια συνοικία, σ’ ένα εργοστάσιο, ή σ’ ένα γιαπί, θα σκάσουν από ασφυξία. Γι’ αυτό κι έχουν το θάρρος να προσβάλλουν τον ίδιο το λαό: Να του αρνούνται δηλαδή τη δύναμη, την ικανότητα στο να διαλέγει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την πνευματική του τροφή και στην περίπτωσή μας τα τραγούδια του. Ευθύς μόλις πούμε: «Μα καλά, πώς είναι δυνατόν όλος ο λαός να τραγουδάει σήμερα, όπως και χτες, τις λαϊκές μελωδίες;», η απάντησή τους, η στερεότυπη, είναι πως «τον λαό τον ποτίζουν κλπ. κλπ.». Τον ποτίζουν, ναι, με κάθε λογής ακαθαρσίες, όμως όταν ο φτωχός μείνει για μια στιγμή ενώπιος ενωπίω κι ανοίξει την καρδιά του, τότε καμμιά δύναμή δεν μπορεί να του στραγγαλίσει τον αναστεναγμό του. Κι ό αναστεναγμός του, ήταν άλλοτε κραυγές βουνήσιες κι άλλοτε μακρόσυρτα μοιρολόγια. Εσείς, όμως, και η μουσική σας παρέα, εδώ στην Αθήνα, προπαγανδίζατε θούρια βαυαρικής καταγωγής, που επειδή τύχαινε νάχουν δυο τρεις φράσεις κομμένες με το ψαλίδι από προοδευτικές εφημερίδες έπρεπε καλά και σώνει νάναι κι αυτά προοδευτικά και λαϊκά. Όμως το αληθινά προοδευτικό και το αληθινά λαϊκό βρισκόταν και έμεινε αλλού. Στα λαϊκά τραγούδια. Και η αιτία είναι απλή: γιατί υπήρχε εκεί μέσα ανάγκη — υπήρχε αλήθεια.

Όπως υπάρχει ανάγκη — υπάρχει αλήθεια και στην τελευταία και την πιο άσχημη ακόμα πενιά του Χιώτη.

Κι όταν σκέφτομαι πως ακούσατε την καταπληκτική εισαγωγή, που παίζει σαν μεγάλος ερμηνευτής στο No 8 του «Επιτάφιου», δίχως όχι να συγκινηθείτε, — θάταν ίσως πολύ, — αλλά απλώς έτσι να σταματήσετε και να αναρωτηθείτε, σκέφτομαι πως θα αντιπερνούσα τα γραφόμενά σας με ηλεκτρονική ταχύτητα, αν δεν υπήρχαν αυτοί οι χιλιάδες φίλοι αναγνώστες που θέλω με κάθε θυσία να ξεπεράσουν τα εσφαλμένα συμπεράσματά, όπου θέλετε να τους οδηγήσετε.

Έρχομαι τώρα στους στίχους του Ρίτσου. Δε νομίζω πως υπάρχει μεγαλύτερη δόξα για ένα ποιητή — ακόμα και τον πιο μεγάλο — απ’ το να τραγουδιέται απ’ το λαό. Πάνω στο θέμα αυτό, των στίχων, οι στάσεις, οι διάφορές στάσεις είναι τελείως αποκαλυπτικές. Η φωνή του Μπιθικότση και ο τρόπος που τον δίδαξα εγώ ο ίδιος να τραγουδήσει, νομίζω, ότι πάει να γίνει η συνισταμένη αυτής της φωνής του Έλληνα, ας το πω έτσι, λεβέντη. Του ξωμάχου, του φαντάρου, του φοιτητή, του εργάτη. Του καθένα μας. Μια, τέλος πάντων, απ’ αυτές τις φωνές που ακούσαμε τα σούρουπα σέ κάθε λογής τόπους, συνθήκες κ’ εποχές. Πού βρέθηκαν προς Θεού αυτά τα «σπηλαιώδη, τα μισόβραχνα, τα βαριά, τα α. . . α. . . α. . .». Μα, τέλος πάντων, όλοι αυτοί οι κύριοι σε Λύκειο Καλογραιών ανατράφηκαν; Δε βγήκαν και λίγο πιο έξω; Δεν άκουσαν Κρητικούς βοσκούς και αγωγιάτες Τριπολιτσιώτες; Δεν τραγούδησαν ποτέ τους στην ταβέρνα, στο κρατητήριο, στο κορίτσι τους; Δε ζούνε στην Ελλάδα;

Φαίνεται πως δε ζούνε στην Ελλάδα! Και η ποίηση του Ρίτσου; Υπάρχει λέξη μήπως μέσα στον Μπιθικότση, που να μην λέγεται καθαρά, σωστά και με το αληθινό συναισθηματικό της νόημα; Υπάρχει φράση, που να μην ακολουθεί πιστά, σχολαστικά το κείμενο, που να μην το χρωματίζει, που να μην κάνει σπαραχτικότερο το σπαραγμό και την απελπισία πιο απελπισμένη; Έχετε καλό αισθητήριο, έχετε καλή θέληση; Πέστε μας τότε συγκεκριμένα, χειροπιαστά πού, σε ποια λέξη, σε ποιο νόημα, προδόθηκε η ποίηση του Ρίτσου. Κι όταν ο Μπιθικότσης αρχίζει με το «Γιε μου, ποια μοίρα στόγραφε» και δεν αισθάνεστε ηλεκτρική εκκένωση από συγκίνηση, τότε απαραιτήτως δύο τινά θα πρέπει να συμβαίνουν: ή εσείς ή εγώ, πάντως ένας από τους δυο μας δεν καταλαβαίνει από μουσική. Εύχομαι να είμαι εγώ, που στο κάτω κάτω δεν έχω καμμιά υπεύθυνη, θέση, δε διαφωτίζω τους άλλους και ό,τι κι αν κάνω, κακό του κεφαλιού μου μονάχα κάνω. Εξάλλου το απόδειξα και με τον «Επιτάφιο», που όπως τα καταφέρατε τελικά να δείξετε έκανα σχεδόν κατά τύχη μια καλή μουσική, που όμως δεν αναδείχτηκε πάρα μονάχα χάρη «στη λεπτή καλλιτεχνική αίσθηση» ενός τρίτου, γιατί αν έμενε το χοντρό γούστο το δικό μου δε θάχαμε παρά μονάχα αυτό το στραγγαλισμένο τέρας, με «εκτροπές και μπουζουκλίδικα τερτίπια» για επιτάφια στολίδια.

Παρίσι 21 - X – 60                                                                                                                               ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ