Ένα ποίημα του Πέτρου Ιωαννίδη

 

 

 

 Αδερφέ,

εχτές το βράδυ είδα όνειρο.

Ονειρεύτηκα έναν κόσμο όπου

οι άνθρωποι περπατάγανε επάνω στ’ αστέρια

γεμάτοι από έρωτα κι αγάπη

ο ένας για τον άλλο.

Ονειρεύτηκα έναν κόσμο

στον οποίο τη λέξη «πόλεμος»

οι λαοί την είχαν καταργήσει από

τα λεξικά όλων των γλωσσών του κόσμου.

Είδα όνειρο αδερφέ.

Κανείς δεν ήξερε τι σημαίνει «μίσος».

Δεν μας χωράει αυτός ο κόσμος αδερφέ.

Στον κόσμο που ονειρεύτηκα

οι άνθρωποι πεθαίνανε μόνο στα βαθιά τους γεράματα.

Ο κόσμος που ονειρεύτηκα δεν είχε ασθένειες,

κανείς δεν πέθαινε σε δυστυχήματα.

Στον κόσμο που ονειρεύτηκα

κανείς δε δίσταζε να εκφράσει συναίσθημα

με το φόβο μήπως παρεξηγηθεί από τους γύρω του.

Είδα όνειρο αδερφέ.

Είδα γονείς με τα παιδιά τους

να τρέχουν σε παιδικές χαρές,

είδα ερωτευμένους να αγκαλιάζονται

και να ανταλλάσουν κόκκινα τριαντάφυλλα,

είδα παππούδες να φιλάνε τα εγγόνια τους

γεμάτοι περηφάνια.

Στον κόσμο που ονειρεύτηκα οι νέοι

δεν είχαν ανασφάλειες,

ο καθένας ξεδίπλωνε το

χάρισμα που του είχε χαρίσει η φύση

χωρίς να φοβάται την αξιολόγηση των άλλων.

Είδα κι άλλα, πολλά

τόσα που δεν χωράνε να γραφτούν

σε όλες τις εγκυκλοπαίδειες του κόσμου.

Κάποια στιγμή αδερφέ,

ξύπνησα.

Όλα είχαν χαθεί.

Βγήκα και περπάτησα στους δρόμους αυτής της γης.

Όλα είχαν αλλάξει.

Μονάχα δυστυχία αντίκρισα.

Είδα γέρους να κοιμούνται καταχείμωνα στο δρόμο,

μωρά παρατημένα σε κάδους σκουπιδιών.

Είδα ανθρώπους να αγοράζουν τον έρωτα σε πεζοδρόμια,

νέους να παίρνουν ναρκωτικά σε ντίσκο.

Εργάτες να απολύονται μονάχα επειδή ζητήσανε

ανθρώπινες συνθήκες εργασίας.

Είδα ανθρώπους φοβισμένους,

κανείς δεν αντίκριζε τον άλλο στα μάτια.

Όλοι τρέχανε

αναζητώντας τη μοναξιά των τεσσάρων τοίχων

που αποκαλούμε σπίτια.

Είδα νέους, γυναίκες, παιδιά

να βομβαρδίζονται από αεροπλάνα.

Δεν μας χωράει αυτός ο κόσμος αδερφέ.