Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Με το κείμενο αυτό η Κίνηση Κομμουνιστών - Εργατικός Αγώνας δεν επιχειρεί να δώσει ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο κομμουνιστικό πρόγραμμα. Περισσότερο στόχο έχει να τοποθετηθεί σε μία σειρά ζητήματα που βρίσκονται σήμερα στη δημόσια συζήτηση και αυτό επιχειρεί να το κάνει από τη σκοπιά της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας, τη στιγμή που αυξάνονται οι προσπάθειες αμφισβήτησης της.

Το κείμενο αποτελείται από δύο τμήματα. Το πρώτο περιλαμβάνει ένα πλαίσιο πολιτικών θέσεων και εκτιμήσεων για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και γενικότερα και μία αναφορά στον ιμπεριαλισμό και στη θέση της Ελλάδας στα πλαίσια του. Στο δεύτερο περιλαμβάνονται θεωρητικές θέσεις από τους κλασικούς του μαρξισμού και το Λένιν, αναγκαίες για τη διαμόρφωση κομμουνιστικού προγράμματος. 

Ορισμένα πολιτικά ζητήματα και εκτιμήσεις

1 Η μεγάλη οικονομική κρίση του 2008 που αγκάλιασε σχεδόν ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο και τα πιο ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα έδωσε τέλος με βίαιο τρόπο στην ευφορία που έφερε η επικράτηση επί του υπαρκτού σοσιαλισμού. Έφερε στην επιφάνεια όλες τις αντιφάσεις του και τις ανέβασε σε ένα νέο, ανώτερο, επίπεδο. Η επίθεση στα οικονομικά, κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων υπήρξε πρωτοφανής και συνεχίζεται. Η προλεταριοποίηση πήρε μεγάλες διαστάσεις, τα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα συρρικνώθηκαν ακόμη περισσότερο, οι πολυεθνικές εταιρείες γιγαντώθηκαν.

12 χρόνια μετά την έναρξη της μεγάλης οικονομικής κρίσης τις οικονομίες διεθνώς χαρακτηρίζει ένας συνδυασμός φαινόμενων όπως, μεγάλη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, υποχώρηση και στασιμότητα των βασικών οικονομικών δεικτών, αναιμική ανάπτυξη με χαμηλούς ρυθμούς και ιδιαίτερα υψηλή ανεργία, ενώ οι φόβοι για ξέσπασμα ενός νέου κύκλου της κρίσης είναι έντονοι. Οι ελπίδες για ανέφελη πορεία του καπιταλισμού αποδείχθηκαν φρούδες. Η ανισόμετρη ανάπτυξη που εντάθηκε στην εποχή της κρίσης ανέδειξε νέες μεγάλες οικονομικές δυνάμεις και κέντρα που φιλοδοξούν να αποκτήσουν μερίδιο στην παγκόσμια αγορά και να ρυθμίζουν προς όφελός τους τον διεθνή καταμερισμό εργασίας το χρηματοπιστωτικό σύστημα και το πλασματικό κεφάλαιο που σε πολλές περιπτώσεις αν όχι στις περισσότερες είναι υπερπολαπλάσιο των εμπράγματων αξιών στις οποίες αναφέρεται. H ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών υποχωρεί, διατηρούν όμως την πρωτοκαθεδρία. H κρίση υποβάθμισε την Ευρωπαϊκή Ένωση και συνολικά μετακινήθηκε η δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης και η ισχύς στην Ανατολική Ασία. Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις παίρνουν εκρηκτικό χαρακτήρα, οξύνονται οι συγκρούσεις και οι εμπορικοί πόλεμοι, ξεσπούν ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις ή είναι πολύ πιθανές τέτοιες σε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη το επόμενο διάστημα. Ο έλεγχος των πρώτων υλών και κυρίως της ενέργειας και των δικτύων μεταφοράς της, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, δημιουργεί κινδύνους γενικότερης ανάφλεξης.

Οι πόλεμοι που διεξάγει ο ιμπεριαλισμός, η εκμετάλλευση και η φτώχεια στην οποία σπρώχνει το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη δημιουργεί ένα τεράστιο κύμα εκατομμυρίων προσφύγων πού η πολιτισμένη Ευρώπη και οι ΗΠΑ ορθώνουν τείχη για να τους απομακρύνουν, ο ρατσισμός, ο αυταρχισμός και οι φασιστικές αντιλήψεις και πρακτικές είναι στην ημερήσια διάταξη. Η συντηρητική στροφή στις κοινωνίες και τα πολιτικά συστήματα παγκόσμια είναι αναμφισβήτητη και σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αναδειχθεί ιδιαίτερα αυταρχικά και αντιδημοκρατικά καθεστώτα.

Σε παγκόσμιο επίπεδο δυναμώνει μία ισχυρή ακροδεξιά τάση. Μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ήττα του φασισμού ένα ακροδεξιό ρεύμα με ρητορική ξενοφοβίας και μίσους εμφανίστηκε κατ’ αρχήν στη Γαλλία τη δεκαετία του 80 με τον Λεπέν και αργότερα επεκτάθηκε σε ολόκληρη σχεδόν την Ευρώπη και πήρε παγκόσμια διάσταση. Αναδείχθηκαν ισχυρά ακροδεξιά κόμματα ορισμένα εκ των οποίων κυβέρνησαν ή κυβερνούν σημαντικές χώρες. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάδειξη του Τραμπ στην προεδρία τον ΗΠΑ λόγω του ηγετικού χαρακτήρα τους στον καπιταλιστικό κόσμο. Σε όλες τις περιπτώσεις οι δυνάμεις  αυτές εμφανίζονται ότι υπηρετούν τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων, ως δυνάμεις αντισυστημικές. Επί της ουσίας είναι οι πιο ακραιφνείς συστημικοί παράγοντες. Στόχος τους βαθύτερος είναι η γενικότερη αντιδραστική στροφή των πολιτικών συστημάτων και συνολικά των κοινωνιών. Στα μάτια ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων που χειμάζονται από την οικονομική κρίση παγκόσμια και την επιθετικότητα του κεφαλαίου παρουσιάζουν ως αιτία όχι το κεφαλαιοκρατικό σύστημα και τα συμφέροντα που υπηρετεί αλλά ένα εχθρό που απαρτίζεται από τα πιο καταπιεσμένα τμήματα των κοινωνιών, τους μετανάστες και τους πρόσφυγες και όσους διαφέρουν «από εμάς» θρησκευτικά, φυλετικά, πολιτικά, σεξουαλικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αμφισβήτηση διεθνών συμφωνιών και η αποχώρηση από άλλες σημαντικές συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.  Με απόφαση Τραμπ οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από τη συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, από τη συμφωνία των χωρών του Ειρηνικού, ενώ η NAFTA και η συμφωνία  τον Ηνωμένων Πολιτειών με την Ευρωπαϊκή Ένωση κηρύχθηκαν από τις ΗΠΑ υπό αναθεώρηση.

Η ανατροπή των συμφωνιών αυτών δεν σημαίνει φυσικά ακύρωση της τάσης για διεθνοποίηση των οικονομικών σχέσεων και της αγοράς. Η τάση διεθνοποίησης είναι αντικειμενική τάση του καπιταλισμού και επομένως δεν μπορεί να καταργηθεί, όμως κινητήρια δύναμή της είναι οι ανάγκες του κεφαλαίου και κατά συνέπεια τις περιόδους έντονης διεθνοποίησης -όπως η σημερινή «παγκοσμιοποίηση»- διαδέχεται, ανάλογα με τα συμφέροντα ισχυρών χωρών και πολυεθνικών επιχειρήσεων, ένταση των μέτρων προστατευτισμού και ενίσχυσης των εθνικών κρατών. Στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά σε έναν οικονομικό πόλεμο για μια νέα αναδιανομή των παγκόσμιων αγορών. Αυτό ακριβώς ήταν το νόημα των διακηρύξεων Τραμπ από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ που εμφανίστηκε με το πέπλο του «πατριωτισμού, ότι «το μέλλον δεν ανήκει στους οπαδούς της παγκοσμιοποίησης, το μέλλον ανήκει στους πατριώτες». Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής- επικαλούμενες τον πατριωτισμό ως αντίδοτο στις πιέσεις που δέχονται διεθνώς και στη χώρα τους από άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις-επιδιώκουν μία αναδιάταξη και τροποποίηση των συμφωνιών των ΗΠΑ με τις περισσότερες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις πιο συμφέρουσα γι’ αυτές και τα πολυεθνικά μονοπώλια τους.

Αν δεν λειτουργούσε η αντίφαση αυτή μεταξύ της τάσης διεθνοποίησης και αυτής του ανταγωνισμού τότε θα ήταν δυνατή η δημιουργία ενός ή ελάχιστων μονοπωλίων σε κάθε κλάδο παγκόσμια και οι κοινωνίες θα οδηγούνταν στον υπεριμπεριαλισμό, κάτι πρακτικά αδύνατο. 

Μια δεύτερη πλευρά είναι η μονομερής επιβολή δασμών σε προϊόντα χωρών με ισχυρές οικονομίες, της Κίνας, της Γερμανίας και άλλων με το επιχείρημα ότι εκμεταλλεύονται τις ΗΠΑ.

Η πολιτική αυτή που επιδιώκει την ενίσχυση των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών εκφράζεται και με την ένταση των εξοπλισμών, με μια γενικότερη φιλοπόλεμη στάση και επιθετικότητα. Ο Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη συνθήκη για τα πυρηνικά όπλα μέσου βεληνεκούς, η οποία υπογράφηκε το 1987 από το Ρήγκαν και το Γκορμπατσόφ, αποσύρει τις ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν και μάλιστα με τη διαφωνία των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ προχώρησε και στην επιβολή κυρώσεων στη χώρα αυτή, προσπαθεί να επεκτείνει τη γεωστρατηγική επιρροή των ΗΠΑ σε πολλές περιοχές του πλανήτη, στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, προσπαθεί να ενσωματώσει τα δυτικά Βαλκάνια στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παράλληλα με τον περιορισμό της Ρωσίας και της Κίνας. Όλα αυτά στη βάση της κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος οδηγούν στη μεγαλύτερη όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και κάθε είδους αντιθέσεων, στην αύξηση των εστιών έντασης και των τοπικών πολέμων, αλλά και στον κίνδυνο γενικότερης ανάφλεξης. Στη βάση αυτή γίνεται σήμερα ευρύτερα λόγος και από τις ηγεσίες ισχυρών καπιταλιστικών κρατών για παρακμή ή υποχώρηση της Δύσης.

2 Ο καπιταλισμός σήμερα

Ο καπιταλισμός στις μέρες μας βρίσκεται στην εποχή του ιμπεριαλισμού, ανώτατο και τελευταίο στάδιο του. Από τον καπιταλισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού με την συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και της παραγωγής διαμορφώθηκαν τα μονοπώλια που αποτελούν τη βάση του ιμπεριαλισμού, αποτελούν το χαρακτηριστικό γνώρισμα του. Στη συνέχεια αναπτύσσεται η σύζευξη των μονοπωλίων με το αστικό κράτος, διαδικασία που τη διαπίστωσε ο Λένιν από το 1917 και στην οποία έδωσε το όνομα κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός. Η διαμόρφωση του ιμπεριαλιστικού σταδίου είναι μία εξέλιξη με εντελώς αντικειμενικές αιτίες και διάφοροι παράγοντες, όπως πόλεμοι, κρίσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν γενεσιουργές αιτίες του, αλλά παράγοντες που επιτάχυναν τη διαμόρφωση του. Ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι μία αντικειμενική διαδικασία, όμως επιδρούν στην εξέλιξη της και στα χαρακτηριστικά του συστήματος οι ιστορικά διαμορφωμένες συνθήκες κάθε χώρας, δεν αποτελεί νέο στάδιο όπως πολλοί ισχυρίστηκαν, αλλά μία ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης εντός του ιμπεριαλιστικού σταδίου.

Ο ιμπεριαλισμός ως στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του, τον ανταγωνισμό, την αγορά, την εργασία-εμπόρευμα, την απόσπαση υπεραξίας κλπ. Ο ανταγωνισμός οξύνεται πολύ περισσότερο στο ιμπεριαλιστικό στάδιο και τροποποιείται, η ασύμμετρη ανάπτυξη δυναμώνει, όπως και το μωσαϊκό που χαρακτηρίζει γενικά τον καπιταλισμό. Η επικράτηση των μονοπωλίων συμβαδίζει με την ύπαρξη μη μονοπωλιακών επιχειρήσεων, μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων, είναι βέβαιο ότι οι σχέσεις μεταξύ μονοπωλίων και μικρότερων επιχειρήσεων έχουν τροποποιηθεί, τα μονοπώλια υποτάσσουν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τις μη μονοπωλιακές επιχειρήσεις.

Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο διαμορφώνεται με τη συγχώνευση τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου το χρηματιστικό κεφάλαιο που κυριαρχεί, αποκτά εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίων σε σχέση με την εξαγωγή εμπορευμάτων. Οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι επεμβάσεις και οι πόλεμοι για την επιρροή και το μοίρασμα των αγορών δυναμώνουν τα δεσμά της εξάρτησης των μικρότερων χωρών πρωτίστως, αλλά όχι μόνο, από την πλευρά των ΗΠΑ. Ένας πολύ μικρός αριθμός πολύ ανεπτυγμένων χωρών εκμεταλλεύεται το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου. Ο ανισότιμος χαρακτήρας του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και των οικονομικών σχέσεων βαθαίνει, η γνώση, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός και συνολικά οι τομείς αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης γίνονται εμπόρευμα. Οι διεθνείς ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις οδηγούν στην αύξηση των εξοπλισμών, εντείνουν τον εθνικισμό, αναπαράγουν τη βία και την αστάθεια διεθνώς. Η επέκταση της φτώχειας, η αύξηση της ανεργίας, οι στρατιές των μεταναστών και η περιθωριοποίηση πολύ μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού παγκόσμια είναι ενδεικτικές. Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία καλλιεργούνται σε μεγάλο βαθμό, δυναμώνει η πολιτική αντίδραση με κύρια χαρακτηριστικά την κρατική βία, τον περιορισμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών.

Ο παρασιτισμός και η σήψη του παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις, ενισχύεται η τοκογλυφική και αντιπαραγωγική δράση του πολυεθνικού κεφαλαίου, τα παντοδύναμα funds που εκμεταλλεύονται οικονομίες και χώρες ολόκληρες.

Η τάση του καπιταλισμού προς τον παρασιτισμό και την σήψη αμφισβητείται ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Διατυπώνονται ενστάσεις σχετικά με το ότι δεν είναι δυνατόν έναν αιώνα ο καπιταλισμός να σαπίζει και ακόμη να μη σάπισε ή να σαπίζει και παράλληλα να αναπτύσσεται ταχύτατα, να περνά σε νέο στάδιο ξεπερνώντας τις αντιφάσεις και την κρίση του. Κάθε μονοπώλιο, τονίζει ο Λένιν, γεννάει αναπόφευκτα την τάση προς τη στασιμότητα και το σάπισμα. Στο βαθμό που καθορίζονται έστω και προσωρινά μονοπωλιακές τιμές, στον ίδιο βαθμό εξαφανίζονται ως ένα ορισμένο σημείο τα κίνητρα για την τεχνική και συνεπώς για κάθε άλλη πρόοδο και κίνηση προς τα μπρος. Στον ίδιο βαθμό παρουσιάζεται σε συνέχεια και η οικονομική δυνατότητα να συγκρατηθεί τεχνητά η πρόοδος. Στις συνθήκες του καπιταλισμού το μονοπώλιο δεν μπορεί ποτέ να εξαλείψει εντελώς και για πάρα πολύ καιρό το συναγωνισμό από την παγκόσμια αγορά. Φυσικά η δυνατότητα να ελαττωθούν τα έξοδα παραγωγής και να αυξηθούν τα κέρδη με την εισαγωγή τεχνικών βελτιώσεων δρα προς όφελος των μεταβολών. Η τάση όμως προς τη στασιμότητα και το σάπισμα που χαρακτηρίζει το μονοπώλιο εξακολουθεί με τη σειρά της να δρα και σε διάφορους κλάδους της βιομηχανίας, σε διάφορες χώρες αποκτά για ορισμένα χρονικά διαστήματα υπεροχή. Τα διακριτικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού μας αναγκάζουν να τον χαρακτηρίσουμε σαν παρασιτικό καπιταλισμό ή καπιταλισμό που σαπίζει. Όλο και πιο εξόφθαλμα εκδηλώνεται μία από τις τάσεις  του ιμπεριαλισμού η δημιουργία του κράτους εισοδηματία, του κράτους τοκογλύφου που όλο και περισσότερο ζει από την εξαγωγή κεφαλαίου, από το κόψιμο «κουπονιών». Θα ήταν λάθος να νομίζει κανείς ότι αυτή η τάση προς το σάπισμα αποκλείει τη γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού…. Σαν σύνολο ο καπιταλισμός αναπτύσσεται ασύγκριτα πιο γρήγορα από προηγούμενα, αυτή όμως η ανάπτυξη όχι μόνο γίνεται πιο ανισόμετρη, αλλά η ανισομετρία εκδηλώνεται επίσης στο σάπισμα ειδικά των χωρών που είναι πιο ισχυρές σε κεφάλαια. (Λένιν: Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, Άπαντα, τόμος 27, σελίδες 403 και 429).

Με δυο λόγια ο καπιταλισμός στην εποχή του ιμπεριαλισμού σαπίζει, ισχυρά τμήματα του κεφαλαίου, ιδιαίτερα στις πιο αναπτυγμένες χώρες, γίνονται όλο και περισσότερο αντιπαραγωγικά και σταδιακά τα φαινόμενα αυτά αυξάνουν. Παράλληλα όμως αναπτύσσεται σε πρωτοφανή επίπεδα η επιστήμη και οι τεχνολογικές εφαρμογές της, η εισαγωγή τους στην παραγωγή οδηγεί σε μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η βασική αντίθεση όμως που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό, από τη μία πλευρά ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής και από την άλλη η ατομική ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της, οξύνει το σύνολο των αντιθέσεων του σε εκρηκτικό σημείο.

Ο πλούτος αναπτύσσεται σε πρωτοφανές επίπεδο, αλλά η αστική τάξη είναι αναγκασμένη να μειώνει τους μισθούς και να αυξάνει την ανεργία, αυξάνοντας τον εφεδρικό στρατό εκτινάσσεται η μερική και η περιστασιακή απασχόληση ενώ οι εργασιακές σχέσεις έχουν γίνει κυριολεκτικά λάστιχο. Ο πλούτος που υπάρχει παγκόσμια φτάνει δύο φορές για να τραφεί ο πλανήτης ολόκληρος και παρόλα αυτά δισεκατομμύρια ανθρώπων πεινούν. Συνολικά το φάσμα των οικονομικών ανισοτήτων μεγαλώνει όχι μόνο στις χώρες της Αφρικής ή της Ασίας αλλά και στην ίδια την καρδιά του ιμπεριαλισμού. 820 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πεινούν, 180 εκατομμύρια πάνω από το 2009 και ανάμεσά τους ένας στους οκτώ Αμερικανούς, ένα στα επτά παιδιά στις χώρες του ΟΟΣΑ ζουν στη φτώχεια και το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 1 στα 5 παιδιά στις ΗΠΑ. Αντίθετα στον πόλο του πλούτου οι δισεκατομμυριούχοι πολλαπλασιάζονται, οι τέσσερις πλουσιότεροι εξ αυτών έχουν περιουσία μεγαλύτερη από 50 δισεκατομμύρια καθένας. Το πλουσιότερο 8,3% του παγκόσμιου πληθυσμού ελέγχει το 83,3 του πλούτου ενώ το 68% των φτωχότερων ελέγχει μόλις το 3%. Το συνολικό παγκόσμιο χρέος από 269% του παγκόσμιου ΑΕΠ έφτασε το 2018 στα 318%, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις προσπάθειες και τη λιτότητα, το χρέος από 61,5% το 2008 έφτασε μετά από 10 χρόνια στο 80%.

Αναπτύσσεται ραγδαία η οικολογική κρίση, η κατασπατάληση των φυσικών πόρων και η υπερεκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών, η καταστροφή των δασών και του εδάφους στερεί φυσικούς πόρους από τις επόμενες γενιές, οξύνονται τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής.

Παράλληλα οξύνεται το σύνολο των δημοκρατικών προβλημάτων, τα δημοκρατικά δικαιώματα και οι ελευθερίες, εντείνεται η αστυνομοκρατία και η καταπίεση καθώς και η καταπίεση των εθνικών μειονοτήτων, αναπτύσσονται τα αντιδραστικά κινήματα και η φασιστική απειλή, οξύνεται ο αυταρχισμός και η τρομοκρατία στις επιχειρήσεις και στους χώρους εργασίας.

Τις τελευταίες δεκαετίες η επιστήμη έχει γίνει άμεσα παραγωγική δύναμη και έχει μπει στην υπηρεσία του κεφαλαίου, οι τεχνολογικές εφαρμογές της αξιοποιήθηκαν στην παραγωγή αυξάνοντας κατά πολύ την παραγωγικότητα του κεφαλαίου. Η εξέλιξη αυτή όμως έχει σημαντικές συνέπειες στο κεφάλαιο, στην κερδοφορία και την προοπτική του. Η αξιοποίηση εξελιγμένων τεχνολογιών αυξάνει το σταθερό κεφάλαιο και παράλληλα απαιτεί λιγότερη εργασία για την παραγωγή αντίστοιχων προϊόντων, απαιτούνται δηλαδή πολύ περισσότερα κεφάλαια για να αποσπάσει το κεφάλαιο την ίδια υπεραξία. Μείωση όμως της υπεραξίας σημαίνει μείωση του ποσοστού κέρδους και στο βαθμό που οι τεχνολογίες αξιοποιούνται ευρύτερα στην παραγωγή σημαίνει πολύ περισσότερο κεφάλαιο για τα ίδια κέρδη. Η τάση αυτή που ο Μαρξ ονόμασε τάση μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους οδηγεί σε κυκλικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Έτσι όσο πιο επιστημονικός και παραγωγικός γίνεται ο καπιταλισμός τόσο περισσότερο είναι εκτεθειμένος στις κρίσεις υπερπαραγωγής.

Η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών, η αξιοποίηση των τεχνολογιών της επικοινωνίας και των δικτύων, η αξιοποίηση της τρισδιάστατης εκτύπωσης και της αυτοματοποίησης οδηγούν σταθερά στη μείωση της εργασίας που ενσωματώνεται στο προϊόν. Η δημιουργία του πλούτου ολοένα και λιγότερο εξαρτάται από την ποσότητα εργασίας που καταβλήθηκε και ολοένα περισσότερο από τους υλικούς παράγοντες που αξιοποιήθηκαν. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μειώνεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή των προϊόντων υπονομεύοντας το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα, αφού μειώνεται η αποσπώμενη από τους καπιταλιστές υπεραξία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το κεφάλαιο δουλεύει για την ίδια του τη διάλυση σαν μορφή που κυριαρχεί στην παραγωγή. (Κ. Μαρξ: Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας τόμος Β σελίδα 534). Έτσι όμως κλονίζεται ο ίδιος ο νόμος της αξίας σύμφωνα με τον οποίο η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή τους.  Η κλοπή ξένου εργάσιμου χρόνου όπου βασίζεται ο σημερινός πλούτος, παρουσιάζεται σαν «μίζερη» βάση μπροστά σε αυτή τη νέα βάση που δημιούργησε και ανέπτυξε η ίδια η μεγάλη βιομηχανία. Από τη στιγμή που η εργασία σαν άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή πλούτου, παύει αναγκαστικά ο χρόνος εργασίας να είναι μέτρο του πλούτου και άρα η ανταλλακτική αξία μέτρο της αξίας χρήσης. Έτσι καταρρέει η παραγωγή πού βασίζεται στην ανταλλακτική αξία. (Κ. Μαρξ: Βασικές Γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας τόμος Β σελίδα 538).

Η διαδικασία υποκατάστασης της άμεσης εργασίας από τη μηχανή είναι μία αντιφατική διαδικασία εντός του καπιταλισμού. Η αστική τάξη δεν θέλει να αυτοκαταργηθεί γι’ αυτό μαζί με τη χρήση τεχνολογικών εφαρμογών θα αυξάνει παράλληλα και την εκμετάλλευση των εργαζομένων, την απόσπαση υπεραξίας, θα παρεμποδίζει τη χρήση της επιστήμης εκεί που κάτι τέτοιο συμφέρει το κεφάλαιο, θα χρησιμοποιεί τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τις πατέντες για να κλείνει στο συρτάρι τις τεχνολογικές ανακαλύψεις. Η χρήση των τεχνολογιών και ο αυτοματισμός θα ολοκληρωθεί, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, στη σοσιαλιστική κοινωνία. Η αστική τάξη δεν θα αυτοκτονήσει, θα την προλάβει η επανάσταση των εργατών και θα την ανατρέψει.

Η παραγωγή με όλα αυτά τα επιστημονικά μέσα δίνει τη δυνατότητα μείωσης το αναγκαίου χρόνου εργασίας πολύ και αύξησης του ελεύθερου χρόνου για αυτό ακριβώς είναι η υλική βάση για τον κομμουνισμό, είναι η υλική δυνατότητα για να εφαρμοστεί η αρχή από τον καθέναν σύμφωνα με τις δυνατότητες του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Ολόκληρος ο ελεύθερος χρόνος θα αφιερωθεί στην καλλιέργεια των ανθρώπων, την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, και το βασίλειο της ανάγκης θα δώσει τη θέση του στο βασίλειο της ελευθερίας, αφού το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει στην πραγματικότητα εκεί που παύει η εργασία να υπαγορεύεται από ανάγκη και εξωτερική σκοπιμότητα. Βρίσκεται πέρα από τη σφαίρα της καθαυτό υλικής παραγωγής. (Το Κεφάλαιο, τόμος Β, σελίδα 1007).

3 Η μεγάλη καπιταλιστική κρίση που έπληξε την Ελλάδα με αμείλικτο τρόπο είναι απότοκος της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και εκδηλώθηκε ως κρίση χρέους. Το χρέος είναι η κορυφή του παγόβουνου της ελληνικής κρίσης. Οι κυριότερες αιτίες της έντασης αυτής πρέπει να αναζητηθούν στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού καπιταλισμού. Συνδέεται καταρχήν με τον εξαρτημένο χαρακτήρα της χώρας από το πολυεθνικό κεφάλαιο και ιδιαίτερα το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα εμφανή τρόπο στην ανισότιμη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα μετά την ένταξη της στην ΟΝΕ και το ευρώ και την προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στον ευρωενωσιακό καταμερισμό εργασίας. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυξήθηκε δραματικά το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος, η αξιοποίηση δηλαδή του πλασματικού κεφαλαίου στη βάση προσδοκώμενων κερδών τα οποία θα δημιουργούνταν στο μέλλον. Ολόκληρη η χώρα ζούσε πάνω σε μία φούσκα ευφορίας και πλασματικής ανάπτυξης η οποία έσκασε όταν πιέστηκε από τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις και την κρίση. Το ελληνικό δημόσιο χρέος από 20% του ΑΕΠ το 1980, χρονιά ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ, εκτοξεύτηκε στο 80% το 1990 και στο 99% του 1993. Η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια με 129% χρέος και μετά από 9 χρόνια μνημονίων που επέβαλε το πολυεθνικό κεφάλαιο από κοινού φυσικά με τον εγχώριο σύμμαχο του, την ελληνική αστική τάξη, αυτό βρίσκεται στο 182% του ΑΕΠ. Τα μεγάλα πλεονάσματα της Γερμανίας και των χωρών του ιμπεριαλιστικού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτυπώνουν τα ελλείμματα και την εκτόξευση του ελληνικού χρέους και αυτού των υπολοίπων χωρών ευρωπαϊκού «νότου».

Συνδέεται επίσης με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στη χώρα και ιδιαίτερα τις σχέσεις του κράτους και των μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Αυτές εκδηλώνονται με την τεράστια φοροδιαφυγή, τις φοροαπαλλαγές και γενικότερα τις επιλογές υπέρ του κεφαλαίου με πιο χαρακτηριστική την πλήρη απαλλαγή του εφοπλιστικού κεφαλαίου από τη φορολογία, με τις κολοσσιαίες στρατιωτικές δαπάνες, τα σκάνδαλα και την καταλήστευση των κρατικών ταμείων.

Συνδέεται με τη δραματική συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, κυρίως της βιομηχανικής και της αγροτικής παραγωγής και με την κάμψη των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης. Ισχυροί κλάδοι της βιομηχανίας ( κλωστοϋφαντουργία, ναυπηγεία, πολεμική βιομηχανία κ.α.) και οι πιο δυναμικές καλλιέργειες της χώρας κυριολεκτικά καταστράφηκαν υπέρ της στροφής της οικονομίας στις υπηρεσίες.

Από την ισχυρή Ελλάδα της εποχής Σημίτη, που μπήκε στον ιμπεριαλιστικό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης φτάσαμε στην Ελλάδα των μνημονίων, της φτωχοποίησης και της χρεοκοπίας. Αυτή είναι η ιμπεριαλιστική Ελλάδα στην οποία αναφέρονται δεξιοί, κεντρώοι και αριστεροί.

4 Στην κρίση αυτή οι κυρίαρχες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις απάντησαν με μέτρα βαθιάς ανασυγκρότησης συνολικά της χώρας, της οικονομίας και της πολιτικής. Προπαγανδιστικά προβλήθηκε η αναγκαιότητα τους για να αντιμετωπιστεί το υπέρογκο χρέος και να προληφθεί η ανοιχτή χρεοκοπία της χώρας, επί της ουσίας όμως στόχος ήταν η διαμόρφωση των προϋποθέσεων ανάπτυξης και αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά σε ένα μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Έπρεπε να απαλλαγεί το κεφάλαιο από όλα τα βάρη που του επέβαλαν οι εργατικές και λαϊκές κατακτήσεις πολλών δεκαετιών και να βαθύνει πιο πολύ το καθεστώς της εξάρτησης της χώρας. Τα μνημονιακά μέτρα που επιβλήθηκαν ισχύουν και θα συνεχίσουν να ισχύουν για πολλές δεκαετίες. Η αναδιάρθρωση αυτή επιβλήθηκε με ένα εξαιρετικά βίαιο και επώδυνο για τους εργαζόμενους τρόπο. Αυτή τη στρατηγική επιδιώκει να ολοκληρώσει σήμερα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

5 Οι επιπτώσεις της κρίσης.

Τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε μία γιγαντιαία ανακατανομή του παραγόμενου πλούτου σε βάρος της εργατικής τάξης και του λαού γενικότερα και προς όφελος του πολυεθνικού κεφαλαίου και ιδιαίτερα των τραπεζών.

Πρώτο και μεγαλύτερο θύμα αυτής της επίθεσης είναι η εργατική τάξη και γενικότερα ο κόσμος της μισθωτής εργασίας. Οι μισθοί και γενικότερα οι αποδοχές είχαν απώλειες κατά μέσο όρο τουλάχιστον 30%, οι μισθοί των 400- 500 ευρώ γενικεύτηκαν, η ελαστική απασχόληση απογειώθηκε. Η μεγάλη υποτίμηση της εργασίας και η μείωση του εργατικού κόστους έρχεται να αντιμετωπίσει την μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους.

Οι όροι πώλησης της εργατικής δύναμης γνώρισαν βίαιη ανατροπή. Όλες οι διατάξεις και οι νόμοι που ρύθμιζαν το καθεστώς αυτό καταργήθηκαν ή τροποποιήθηκαν ριζικά, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, απελευθερωθήκαν οι απολύσεις, θεσμοθετήθηκε η ελαστική και μερική απασχόληση.

Οι τομείς αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης υγεία, παιδεία, πολιτισμός και αθλητισμός, η πρόνοια και η ψυχαγωγία παραδόθηκαν στο μεγάλο κεφάλαιο, εμπορευματοποιήθηκαν και πλέον έγιναν πανάκριβες για τους εργαζόμενους.

Η καταστροφή ενδιάμεσων μικροαστικών κυρίως και μεσοαστικών στρωμάτων πήρε μεγάλες διαστάσεις, αλλάζει την κοινωνική δομή και τη διαστρωμάτωση στη χώρα. Οι αγρότες γνώρισαν μεγάλη συρρίκνωση και εντάθηκε η ταξική διαφοροποίηση στις γραμμές τους. Με βίαιο τρόπο συρρικνώθηκαν τα μικροαστικά στρώματα της πόλης παλιά και νέα, οδηγήθηκαν κατά βάση στην ανεργία και στην προλεταριοποίηση.

Τροποποιούνται οι ανάγκες του κεφαλαίου με συνέπεια να αναδιαρθρώνεται η αστική κρατική μηχανή ώστε να υπηρετήσει αποτελεσματικά τους νέους σχεδιασμούς του. Αναφερόμαστε ενδεικτικά στις μεγάλες αλλαγές στους δήμους και τις περιφέρειες, τη μεγάλη μείωση των δημοσίων υπαλλήλων και την κατάργηση υπηρεσιών και οργανισμών, κυρίως όσων σχετίζονταν με τις κοινωνικές δαπάνες, στη λειτουργία του δημοσίου με όρους αγοράς και το πέρασμα λειτουργιών του κράτους στις ιδιωτικές επιχειρήσεις, στην ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών. Το πολιτικό σύστημα που δέχθηκε μεγάλα πλήγματα στην εποχή της κρίσης, οι αστικοί κομματικοί σχηματισμοί που επίσης δέχθηκαν συντριπτικά πλήγματα διαμόρφωσαν την ανάγκη ριζικών αναδιατάξεων, ώστε να αντιστοιχηθούν με τις ανάγκες της λειτουργίας και της αναπαραγωγής του συστήματος. 

Η βαθιά λαϊκή απογοήτευση και δυσαρέσκεια παραμένει σε μεγάλο βαθμό, η παθητική στάση και η ιδιώτευση ευρύτερων λαϊκών τμημάτων δεν έχει ξεπεραστεί. Στη βάση αυτή και ενώ δεν παρατηρείται σημαντική ενεργητική αποδοχή της αστικής πολιτικής οι πρόσφατες εκλογές έδειξαν ότι το πολιτικό σύστημα αρχίζει να σταθεροποιείται και τα κόμματα του νέου δικομματισμού εδραιώνουν τη θέση τους σε υψηλότερα ποσοστά.

Η κρίση, όπως συμβαίνει πάντα, επιτάχυνε τη συγκέντρωση και τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και οδηγεί σε σοβαρές αναδιατάξεις στα πλαίσια της αστικής τάξης και στους ηγετικούς κλάδους και επιχειρήσεις. Σημειώθηκαν πλήθος εξαγορές, συγχωνεύσεις και συνεργασίες, απελευθερώθηκαν τα κλειστά επαγγέλματα. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση είναι οι συνενώσεις και η δημιουργία τεσσάρων μεγάλων τραπεζών, ενώ η αποκρατικοποίηση των μεγάλων δημοσίων επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΛΠΕ κλπ και φιλέτων της δημόσιας περιουσίας – πχ Ελληνικό - εδραίωσε σε κυρίαρχες θέσεις σημαντικά μονοπωλιακά συγκροτήματα, ενδυναμώθηκε η παρουσία και η κυριαρχία του πολυεθνικού κεφαλαίου και των ελληνικών κεφαλαίων που συνεργάζεται.

Ως συνέπεια της κρίσης και της ανάγκης η χώρα να μην χρεοκοπήσει ανοιχτά, η αστική τάξη ολοκληρωτικά και με ιδιαίτερα επώδυνους όρους πρόσδεσε ακόμη πιο στενά τη χώρα στο ευρωενωσιακό μονοπωλιακό κεφάλαιο το οποίο οπωσδήποτε αποκόμισε σημαντικά οφέλη από τα δάνεια που χορήγησαν οι κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίαςμε την πρόθυμη συνεισφορά όλων των κυβερνήσεων δεξιών και «αριστερών». Σήμερα η εξάρτηση της χώρας βρίσκεται σε πρωτοφανή επίπεδα με ευθύνη φυσικά της αστικής τάξης και των κομμάτων που την υπηρετούν. Ο αγώνας εναντίον του ιμπεριαλισμού για την ανεξαρτησία της χώρας αποκτά μεγαλύτερη σημασία και δίνει νέες δυνατότητες για τη συσπείρωση της εργατικής τάξης και του λαού.

6 H κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με το 3ο μνημόνιο που ψήφισε από κοινού με τα άλλα αστικά κόμματα και τη γενικότερη πολιτική της άφησε μία εξαιρετικά δύσκολη για τον ελληνικό λαό κατάσταση. Τα ισοπεδωτικά μνημονιακά μέτρα θα ισχύουν για πολλά χρόνια, το δημόσιο χρέος ξεπέρασε το 180% του ΑΕΠ, περίπου 340 δισεκατομμύρια ευρώ, τα πλεονάσματα ετησίως ως το 2060 θα υπερβαίνουν το 2%, οι μισθοί, οι συντάξεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνταξιούχων θα είναι στα όρια της επιβίωσης και η ανεργία και η μερική και περιστασιακή απασχόληση σε πρωτοφανή επίπεδα.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας που ανέδειξαν οι εκλογές του Μάη του 2019 κινείται στην ίδια στρατηγική, ομνύει πίστη στους συμμάχους και στις δεσμεύσεις της χώρας με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και παράλληλα πρέπει να επισημανθούν ορισμένα αξιοσημείωτα στοιχεία. Το σύνολο των νομοθετικών μέτρων και της πολιτικής της έχει προσανατολισμό και επιδιώκει την πιο βαθειά συντηρητικοποίηση της πολιτικής ζωής και κυρίως της κοινωνίας. Επιδιώκει μία συνολικότερη νίκη σε βάρος των αριστερών ιδεών, σε βάρος της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας, σε βάρος των ανθρωπιστικών αξιών. Προτάγματα της είναι ο νόμος και η τάξη που επιβάλλονται από τις δυνάμεις καταστολής σε όλη τη χώρα και σε κάθε ευκαιρία, η αστυνομοκρατία είναι πανταχού παρούσα, η ιδιωτικοποίηση των κρατικών λειτουργιών και των κρατικών επιχειρήσεων, παντού ιδιωτικοποιήσεις και ΣΔΙΤ. Επιδιώκει προσέλκυση επενδύσεων σε βάρος του περιβάλλοντος και κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων και νόμων.

Η πρωτοφανής επέκταση της αμερικανοκρατίας που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προώθησε, στις μέρες της Νέας Δημοκρατίας επεκτείνεται και γενικεύεται. Η όξυνση των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο παίρνει εκρηκτικό χαρακτήρα. H ανεύρεση και η προοπτική εξόρυξης υδρογονανθράκων στην περιοχή κέντρισε το ενδιαφέρον των πολυεθνικών της ενέργειας που αναμείχθηκαν ενεργά, αφού τα συμφέροντα φαίνεται ότι είναι πολύ μεγάλα. Παράλληλα ο επιδιωκόμενος απόλυτος έλεγχος της Ανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής από τις ΗΠΑ και τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ο περιορισμός ως και η απομάκρυνση από την περιοχή της Ρωσίας διαμορφώνουν πολεμικό κλίμα.

Στο πλαίσιο αυτό οι ελληνοτουρκικές αντιθέσεις γνωρίζουν ιδιαίτερα μεγάλη όξυνση. Η Τουρκία προβάλλει με προκλητικό τρόπο μια αναθεωρητική πολιτική επιδιώκοντας ρόλο κυρίαρχης περιφερειακής δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα επιλέγει την ολοκληρωτική ένταξη της στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς και διαμορφώνει κατ’ απαίτηση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης άξονες με Ισραήλ, Αίγυπτο και Κύπρο που έχουν εκ των πραγμάτων αντιπαραθετικό χαρακτήρα με την Τουρκία. Μόνη λύση υπέρ των λαών είναι οι απευθείας συνομιλίες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έξω από την αμερικανονατοϊκή επικυριαρχία για εξεύρεση λύσης που θα σέβεται τα κυριαρχικά δικαιώματα και των δύο χωρών και θα είναι αμοιβαία επωφελής. Κάτι τέτοιο είναι έξω από την πολιτική των αστικών τάξεων Ελλάδας και Τουρκίας, οι λαοί όμως των δύο χωρών και τα αντιπολεμικά κινήματα εκεί πρέπει να στρέψουν τον αγώνα τους.

7 Η πανδημία και οι επιπτώσεις της

Η πανδημία του νέου κορωνoϊού που έπληξε τις κοινωνίες παγκόσμια, δεν είχε την ίδια ένταση σε όλες τις χώρες, αφού οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης είχαν ιδιαίτερα μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, ούτε τα πλήγματα ήταν ομοιόμορφα κατανεμημένα. Ιδιαίτερα  ισχυρά πλήγματα δέχτηκαν τα φτωχότερα στρώματα,  οι έγχρωμοι και οι μετανάστες για να επαληθευθεί η παροιμία “όπου φτωχός και η μοίρα του”.

Η ελληνική κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή τρομοκρατημένη από τη μεγάλη ανεπάρκεια του δημόσιου Συστήματος Υγείας για να αντιμετωπίσει μαζικά περιστατικά με τις εντελώς ανεπαρκείς ΜΕΘ απάντησε θέτοντας σε καραντίνα συνολικά τον ελληνικό λαό για δύο μήνες και μαζί κάθε κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα. Το αποτέλεσμα μέχρι στιγμής είναι ο περιορισμένος σχετικά αριθμός κρουσμάτων και θανάτων από την πανδημία που η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως απόδειξη της διαχείρισης εκ μέρους της και επιχειρεί να το εκμεταλλευτεί για ν’ αυξήσει το κύρος και την επιρροή της. Η άρση της καραντίνας κάτω από τις αφόρητες πιέσεις των επιχειρηματιών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους για την υγεία του λαού.

Τα υγειονομικά συστήματα σε όλο τον κόσμο αποδείχθηκαν από ανεπαρκή ως σαθρά για να αντιμετωπίσουν την επιδημία, και η κρατική μηχανή όλων των χωρών ανεπαρκέστατη. Πολλοί χρεώνουν την ευθύνη στο νεοφιλελευθερισμό και στο δόγμα του ότι “για όλα τα προβλήματα ευθύνεται το κράτος ενώ τις λύσεις τις δίνει η αγορά και η ιδιωτική πρωτοβουλία” εννοώντας ότι μία άλλου τύπου διαχείριση, κεϋνσιανού χαρακτήρα, μπορεί να δώσει τη λύση κλείνοντας το μάτι στη σοσιαλδημοκρατία και τη ρεφορμιστική αριστερά. Όμως μεταξύ νεοφιλελευθερισμού και κευνσιανισμού ποτέ δεν υπήρξαν σινικά τείχη. Ο νεοφιλελευθερισμός άνοιξε τον πακτωλό των κρατικών ταμείων στις τράπεζες και στο κεφάλαιο στην πρόσφατη κρίση και τώρα, ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις και τα νεοφιλελεύθερου τύπου μέτρα δεν έλειψαν από την κεϋνσιανή διαχείριση. Και οι δύο εκδοχές απηχούν τις ανάγκες του κεφαλαίου σε κάθε φάση και δεν πρόκειται καθόλου για ιδεολογικές διαφορές και κοινωνικές ευαισθησίες. Η αιτία βρίσκεται στο ίδιο το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, ότι οι τεράστιες παραγωγικές δυνάμεις δεν υπηρετούν τον άνθρωπο, αλλά τη συσσώρευση νέου πλούτου στο κεφάλαιο και την αύξηση της δυστυχίας του λαού. Ο καπιταλισμός στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης του αδυνατεί πλέον να ελέγξει τις δυνάμεις που δημιούργησε στα πλαίσια του, η ανάγκη σοσιαλιστικής οργάνωσης των κοινωνιών είναι προφανής. 

Η πανδημία φαίνεται να επιταχύνει την ανακοπή της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Ο πόλεμος και η διπλωματία της μάσκας μεταξύ των μεγάλων χωρών που έζησαν οι λαοί, οι ανταγωνισμοί για το ποια πολυεθνική και ποια χώρα θα ελέγξει τις πατέντες των εμβολίων και κυρίως οι ΗΠΑ, τα περί κινέζικου ιού, ή ιού της Γουχάν που εκτοξεύουν οι Ηνωμένες Πολιτείες δείχνουν ανάγλυφα τη μεγάλη ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που συν τω χρόνω θα μεγαλώνει. Η ανισομετρία αυτή εντείνει τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις.  

Η πανδημία οδήγησε σε πολύπλευρη κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε κρίση υπαρξιακή. Μετά την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος με το γνωστό αντιδραστικό τρόπο, την αδιαφορία για τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου στην κρίση του 2010 και την μεγαλύτερη εξάρτηση τους από τη Γερμανία, μετά το Brexit και την τεράστια απογοήτευση των λαών, η πανδημία έδωσε  τη χαριστική βολή στην εικόνα της, ως ένωσης της αλληλεγγύης και της ανάπτυξης. Οι αντιθέσεις του ιμπεριαλιστικού κέντρου και των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών του «ευρωπαϊκού νότου»  και κυρίως η δυσαρέσκεια και η οργή των λαών είναι τεράστια. Το δημόσιο χρέος των αναπτυγμένων χωρών διογκώνεται και στην Ελλάδα αναμένεται να ξεπεράσει το 200%.

Η μεγάλη οικονομική ύφεση που ακολουθεί την πανδημία θα εκφραστεί με μεγάλη μείωση του ΑΕΠ, το πιθανότερο είναι με διψήφιο αριθμό, με την εκτίναξη της ανεργίας κατά εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους στη χώρα, την ισοπέδωση των εργασιακών σχέσεων και των εργατικών δικαιωμάτων, με μεγαλύτερη μείωση μισθών και ημερομισθίων, με τη χρεοκοπία δεκάδων χιλιάδων μικρών επιχειρήσεων χωρίς να αποκλείεται και η χρεοκοπία μεγάλων και με την εκτίναξη της φτώχειας. Το επιχείρημα ότι λόγω του εξωγενούς χαρακτήρα της κρίσης αυτή θα δώσει μία μεγάλη οικονομική ύφεση το 2020 και μία μεγάλη ανάπτυξη το 2021 και εκεί λήγει, είναι πολύ αισιόδοξο για την Ελλάδα και για την ΕΕ. Η πιθανότητα η κρίση αυτή να παροξύνει τα μεγάλα προβλήματα και τις ανισορροπίες του καπιταλισμού παγκόσμια σε πολύ μεγάλο βαθμό και με δεδομένο ότι ουσιαστική ανάκαμψη από την κρίση του 2010 δεν υπάρχει μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη κρίση πολύ μεγάλων διαστάσεων. Οι συνθήκες διαβίωσης του λαού θα χειροτερέψουν απότομα και θα θυμίζουν την περίοδο του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου και η δυνατότητα μεγάλης ριζοσπαστικοποίησης του λαού και ανατρεπτικών αγώνων είναι μεγάλη. Το ζητούμενο είναι αν θα βρει αγωνιστική ανατρεπτική διέξοδο ή θα επαναληφθεί η τύχη του κινήματος το 2010-2012.

8 Ορισμένες πλευρές της ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας

Η εργατική τάξη

Η οικονομική κρίση και τα μνημόνια επιτάχυνε την επέκταση των γραμμών της εργατικής τάξης μέσω της προλεταριοποίησης μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και του χωριού και την είσοδο γυναικών στην παραγωγή. Ενώ το 1990 η εργατική τάξη υπολογίζονταν κοντά στο 55% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού σήμερα πλησιάζει το 65% και αν συνυπολογιστούν τα μικροαστικά στρώματα από την προσεγγίζουν είναι αρκετά περισσότερο. Οι άνεργοι που το μεγαλύτερο μέρος τους ανήκει στην εργατική τάξη ή θα ενταχθούν σε αυτή ανέρχονται στο 20% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού περίπου. Το δημογραφικό πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο και το όξυνε περαιτέρω η μετανάστευση σχεδόν 500 χιλιάδων νέων στο εξωτερικό την περίοδο της κρίσης. Στο εσωτερικό της εργατικής τάξης έχουν υποχωρήσει οι αγωνιστικές διαθέσεις σε ευρέα τμήματα της, το ποσοστό των συνδικαλισμένων εργατών είναι μικρότερο από 15% και στον ιδιωτικό τομέα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μονοψήφιος αριθμός.

Η συγκέντρωση των εργαζομένων σε μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις εντείνεται. Το 2016 538 επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους, δηλαδή το 0,2% του συνόλου απασχολούσαν το 25,6% των εργαζομένων και 3790 επιχειρήσεις με πάνω από 50 εργαζόμενους, δηλαδή το 1,63% του συνόλου, απασχολούσε το 44,7% των μισθωτών. Ένα στοιχείο επιπλέον 62 πολυεθνικοί όμιλοι το 2013 απασχολούσαν το 25% των μισθωτών. Η εργατική τάξη σήμερα αποτελεί τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, διαμορφώνει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά, είναι ιδιαίτερα πολύμορφη, αυξηθήκαν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της. Παρά τις ενδοταξικές αυτές αντιθέσεις όμως η κοινή αντίθεση όλων των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο και την πρωτοφανή εκμετάλλευση που υφίσταται και με βάση την πολύχρονη συσσωρευμένη πείρα τους δημιουργεί τις αντικειμενικές προϋποθέσεις να ενισχυθεί η ενότητα των γραμμών της εργατικής τάξης και μέσα από τους αγώνες της και την κατάλληλη επίδραση της μαρξιστικής θεωρίας να διαμορφώσει ισχυρή ταξική συνείδηση και να παίξει πρωτοπόρο ρόλο στις εξελίξεις.

Τα μικρά και μεσαία ενδιάμεσα στρώματα

Τα παλαιά μικροαστικά και μεσοαστικά στρώματα της πόλης συρρικνώθηκαν, ενώ η ταξική πόλωση στις γραμμές τους μεγαλώνει. Εντείνεται η διαδικασία καταστροφής τους και παράλληλα ξαναδημιουργούνται σε μικρότερο βαθμό. Τα τμήματα της μισθωτής εργασίας που εντάσσονται στο μικροαστικό χώρο λόγω του ρόλου τους στην παραγωγή αυξάνονται σταθερά και υπολογίζονται στο 8% του ΟΕΠ ίσως και περισσότερο. Αξιοποιούνται σε κατώτερους διευθυντικούς ρόλους στην παραγωγή και αυτό τα διαφοροποιεί από την εργατική τάξη, αλλά η επιθετική πολιτική του κεφαλαίου απέναντί τους οξύνει την αντίθεση τους με την αστική τάξη και διαμορφώνει προϋποθέσεις συνάντησης τους με την εργατική τάξη. Εξ αυτού του λόγου, επειδή η συμμαχία αστικής τάξης και των στρωμάτων αυτών έχει κλονιστεί και η διαμόρφωση των όρων της είναι ιδιαίτερα περίπλοκη και από κάθε άποψη δύσκολη, η αστική τάξη ανησυχεί, γι’ αυτό και ο λόγος περί της απώλειας της μεσαίας τάξης τα τελευταία χρόνια. Οι αγρότες έχουν συρρικνωθεί δραματικά και συρρικνώνονται με γρήγορους ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, κάτω από το 10% πλέον, ενώ η πόλωση στις γραμμές τους εντείνεται. Ένα λεπτό στρώμα προσεγγίζει και εντάσσεται στην αστική τάξη, ένα σημαντικό τμήμα τους έχουν ενδιάμεση θέση, ενώ οι υπόλοιποι είναι πολυαπασχολούμενοι και μικροαγρότες.

Η αστική τάξη

Στην αστική τάξη πρέπει να λογίζονται οι κάτοχοι των μεγάλων μέσων παραγωγής, τα υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη της παραγωγής, ανώτερα στελέχη της κρατικής μηχανής, τα ανώτερα στελέχη των κατασταλτικών μηχανισμών. Μαζί με αυτούς, χωρίς να εντάσσονται στην αστική τάξη, πρέπει πρακτικά να συνυπολογιστεί και ένα πολύ λεπτό τμήμα μισθωτών, η εργατική αριστοκρατία, που συμμάχησαν με την αστική τάξη και απομυζούν ένα μέρος της αποσπώμενης υπεραξίας. Όλοι μαζί αυτοί ξεπερνούν το 5% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.

9 Η θέση της Ελλάδας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα-Ο χαρακτήρας της επανάστασης

Η Ελλάδα είναι χώρα με μέσο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της, με σημαντική συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, με σχετικά αναπτυγμένο κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από τα σημαντικά προβλήματα εξάρτησης της από το πολυεθνικό κεφάλαιο και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Οικονομικά και πολιτικά κυρίως εξαρτάται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδιαίτερα τις μεγάλες δυνάμεις της και στρατιωτικά και πολιτικά από τις Ηνωμένες πολιτείες Αμερικής που διαθέτουν σημαντικές στρατιωτικές βάσεις στο έδαφος της χώρας, συνδέεται με τις Ηνωμένες πολιτείες και το ΝΑΤΟ με πλήθος συμφωνιών και συμβάσεων που αποτελούν και το νομικό πλέγμα της εξάρτησης, ενώ στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας συμμετέχουν σε επιθετικά σχέδια των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ σε διάφορες χώρες.

Η εποχή μας, εποχή των μονοπωλίων ή αλλιώς του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, είναι εποχή των επαναστάσεων και των πολέμων, εποχή περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το χαρακτήρα της εποχής που διανύουμε, το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού στη χώρα, την ανάπτυξη των βασικών προϋποθέσεων του και το πλαίσιο των προβλημάτων και των αντιθέσεων που τον χαρακτηρίζουν, τη μεγάλη όξυνση της βασικής αντίθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, αλλά και τα μεγάλα προβλήματα της εξάρτησης της χώρας και γενικότερα το σύνολο των αντιθέσεων που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία η εργατική τάξη και οι σύμμαχοι της θα ανατρέψουν το αστικό καθεστώς και θα δημιουργήσουν τη δική τους εξουσία. Η εργατική τάξη στο σύνολο της έχει συμφέρον να στρατευτεί σε αυτόν τον αγώνα γιατί πέρα από τις διαφορές και τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της η αντίθεση της απέναντι στο κεφάλαιο και την εξουσία του που αποτελεί το κυριότερο εμπόδιο να βελτιώσει τη ζωή της είναι ισχυρότατη. Μαζί με την εργατική τάξη συμφέρον έχουν τα μικροαστικά στρώματα, ιδιαίτερα εκείνα που ξεκληρίζονται ή κινδυνεύουν με αφανισμό από την εξέλιξη του καπιταλισμού και τον τεράστιο ανταγωνισμό που προσεγγίζουν και θα ενταχθούν στην πορεία στην εργατική τάξη. Στον αγώνα αυτό ανάλογα με τις συνθήκες μπορεί να κερδηθούν και τμήματα των μεσαίων στρωμάτων ή να μην κινηθούν εναντίον της εργατικής τάξης. Είναι προφανές ότι την καθοριστική σημασία για την επανάσταση στη χώρα έχουν οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της και ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, παρότι σημαντικός, έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Ο αγώνας αυτός της εργατικής τάξης της χώρας θα συντελέσει ουσιαστικά στην αλλαγή του συσχετισμού δύναμης διεθνώς και αυτό είναι έκφραση του προλεταριακού διεθνισμού που χαρακτηρίζει την εργατική τάξη και τους αγώνες της παγκόσμια.

Ορισμένα ζητήματα με βάση τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία χρήσιμα για τη διαμόρφωση κομμουνιστικού προγράμματος

10  Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του κομμουνισμού

Ο κομμουνισμός, τόνιζε ο Μαρξ, δεν είναι για μας μία κατάσταση πραγμάτων που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, ένα ιδεώδες που σε αυτό θα πρέπει να προσαρμοστεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση που καταργεί τη σημερινή κατάσταση πραγμάτων. Οι όροι αυτής της κίνησης προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που τώρα υπάρχουν. Επιπλέον η μάζα των εργατών που είναι μόνο εργάτες,  μαζική εργατική δύναμη αποκομμένη από το κεφάλαιο ή από κάθε είδος ικανοποίηση έστω και περιορισμένη, προϋποθέτει την παγκόσμια αγορά όπως επίσης την προϋποθέτει και η απώλεια, η όχι πρόσκαιρη, αυτής της εργασίας σαν σίγουρη πηγή ζωής, απώλεια που προκύπτει από το συναγωνισμό. Το προλεταριάτο ιστορικά μπορεί έτσι να υπάρξει μονάχα παγκόσμια, όπως και ο κομμουνισμός, η δραστηριότητα του προλεταριάτου μπορεί να έχει μονάχα μία παγκόσμια ιστορική ύπαρξη. Πρόκειται για ύπαρξη ατόμων που συνδέονται άμεσα με την παγκόσμια ιστορία. (Μάρξ: Γερμανική ιδεολογία, τόμος Α, σελίδες 81-82). Ο κομμουνισμός είναι δηλαδή μία εξέλιξη που εξαρτάται από τα δεδομένα που έχουν διαμορφωθεί μέσα στην κοινωνία, εξέλιξη που καταργεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και οι δυνατότητες του έχουν ήδη αναπτυχθεί στα σπλάχνα της κοινωνίας. Δεν είναι ένα ιδανικό, μία ιδεατή κατάσταση που την συνέλαβαν κάποιοι, την ετοίμασαν και επιχειρούν να την εφαρμόσουν πάνω στην κοινωνία.

Η δεύτερη σημαντική επισήμανση είναι ότι ο κομμουνισμός δεν εξαρτάται από την υποκειμενική θέληση των ανθρώπων, αντίθετα έχει καθορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις. Εντελώς αναγκαία προϋπόθεση είναι οι παραγωγικές δυνάμεις να έχουν αναπτυχθεί ιδιαίτερα, η μεγάλη μάζα της κοινωνίας να είναι πλέον χωρίς ιδιοκτησία και να βρίσκεται σε μεγάλη αντίφαση με έναν κόσμο πλούτου και πολιτισμού, που είναι υπαρκτός και η ίδια δεν μπορεί να απολαύσει αυτά τα αγαθά. Αν οι προϋποθέσεις αυτές δεν υπάρχουν τότε υπάρχει ο κίνδυνος να γενικευτούν οι στερήσεις και με τη φτώχεια θα άρχιζαν πάλι όλες οι παλιές βρωμιές, σημειώνει στο ίδιο έργο ο Μαρξ. Μία δεύτερη προϋπόθεση που σχετίζεται με την παραπάνω είναι η ανάπτυξη των σχέσεων επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι προϋποθέσεις αυτές, η μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η ανάπτυξη των σχέσεων επικοινωνίας νοούνται μόνο ως ανάπτυξη σε παγκόσμιο επίπεδο, σε παγκόσμια κλίμακα. Η καθολική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων παγκόσμια μπορεί να οδηγήσει σε παγκόσμια επικοινωνία. Τότε αναπτύσσεται ο καπιταλισμός παγκόσμια, κάθε έθνος εξαρτάται από τα άλλα και δημιουργούνται όλες τις προϋποθέσεις της επανάστασης παγκόσμια. Τότε οι εργάτες και το εργατικό κίνημα αποκτούν παγκόσμιο χαρακτήρα. (Μάρξ: Γερμανική ιδεολογία, τόμος Α, σελίδες 81). Σε διαφορετική περίπτωση ο κομμουνισμός μπορεί να υπάρξει μόνο ως ένα τοπικό γεγονός που έμελλε να καταργηθεί στην περίπτωση που οι δυνάμεις παραγωγής και επικοινωνίας αναπτυχθούν παγκόσμια.

Ιδιαίτερη σημασία έχει να τονίσουμε τη θέση του Μαρξ ότι   ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν εξαφανίζεται ποτέ πριν αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και ποτέ δεν παίρνουν τη θέση του ανώτερες σχέσεις παραγωγής πριν εκκολαφθούν μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας οι υλικοί όροι της ύπαρξης τους. Κατά συνέπεια η ανθρωπότητα αναθέτει στον εαυτό της μόνο καθήκοντα τα οποία μπορεί να εκπληρώσει, γιατί αν παρατηρήσουμε προσεκτικότερα θα διαπιστώσουμε ότι και το ίδιο το καθήκον ξεπηδά πάντα μόνο όπου έχουν διαμορφωθεί κιόλας οι υλικοί όροι για την εκπλήρωση του ή τουλάχιστον βρίσκονται στη διαδικασία διαμόρφωσης τους. (Κ. Μαρξ: Πρόλογος στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, σελίδα 20).

Με τις προϋποθέσεις αυτές η επανάσταση και ο κομμουνισμός μπορούν να επικρατήσουν και οπωσδήποτε αυτό θα γίνει σε παγκόσμια κλίμακα.

Το ξέσπασμα της επανάστασης, η νίκη επί της αστικής τάξης και η διαμόρφωση της εργατικής εξουσίας δεν απαιτούν όμως το σύνολο των παραπάνω προϋποθέσεων. Η έκρηξη της επανάστασης προϋποθέτει την όξυνση των αντιφάσεων του καπιταλισμού σε τέτοιο βαθμό που η αστική εξουσία κλονίζεται και ανατρέπεται και αυτό συντελείται σε μία ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, πού αυτές έρχονται σε αντίφαση προς τις σχέσεις παραγωγής και από μορφές ανάπτυξης οι σχέσεις παραγωγής γίνονται πλέον δεσμά τους. Τότε επέρχεται μία εποχή κοινωνικής επανάστασης. (Κ. Μαρξ: Πρόλογος στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, σελίδα 20).

Η έκρηξη της επανάστασης ακόμα και η επικράτηση της και η τελική νίκη του κομμουνισμού είναι δύο διαφορετικά πράγματα που έχουν διαφορετικές προϋποθέσεις. Σημειώσαμε πριν ότι η νίκη του κομμουνισμού μόνο παγκόσμια μπορεί να εννοηθεί και όχι τοπικά, αντίθετα όπως απέδειξε η ιστορία η επικράτηση της επανάστασης μπορεί να γίνει τοπικά αν υπάρχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι θα οδηγήσει οπωσδήποτε στην τελική νίκη του κομμουνισμού. Τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις της επανάστασης θεμελίωσε ο Λένιν με τη διατύπωση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης και τη θεωρία του αδύναμου κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, του κρίκου εκείνου στον οποίον η όξυνση των αντιφάσεων φτάνει σε τέτοιο βαθμό που η αστική εξουσία ανατρέπεται.

Αυτές είναι μερικές βασικές θέσεις που διατύπωσαν οι κλασικοί του μαρξισμού και πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας και αποτελούν έναν υπαινιγμό σχετικά με ορισμένες μόνο αιτίες της αποτυχίας της απόπειρας σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ο αιώνα, ένα απλό υπαινιγμό χωρίς φιλοδοξία να έχουν κάποιο πληρέστερο χαρακτήρα και δεν υπονοούν ότι ήταν προδιαγεγραμμένη η εξέλιξή τους. Ακόμη είναι ένα κριτήριο σχετικά με τις ολόπλευρα διαμορφωμένες αντικειμενικές δυνατότητες για τον κομμουνισμό στις μέρες μας που καμιά σχέση οι δυνατότητες αυτές δεν έχουν με εκείνες στην εποχή της επανάστασης στη Ρωσία, αλλά και σχεδόν στο σύνολο των χωρών που η εργατική τάξη νίκησε.

Διατυπώνεται ο ισχυρισμός στο χώρο της αριστεράς, άλλοτε ανοιχτά και άλλοτε πιο συγκαλυμμένα, ότι η επανάσταση και η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μία από τις δυνατότητες εξέλιξης της κοινωνίας, ότι μία κοινωνία μπορεί να εξελιχθεί σε διάφορες κατευθύνσεις και τελικά να μην επικρατήσει ο κομμουνισμός. Οι κοινωνικοί νόμοι, βεβαίως, δεν είναι φυσικοί νόμοι, αιτιοκρατικοί. Η δράση των νόμων στην κοινωνική ζωή εκδηλώνεται με τη μορφή τάσεων, δηλαδή οι νόμοι προσδιορίζουν την κυρία κατεύθυνση ανάπτυξης της κοινωνίας, χωρίς να περικλείουν και να προκαθορίζουν το πλήθος των τυχαίων γεγονότων και των αποκλίσεων. Ακριβώς μέσω αυτών των τυχαίων γεγονότων και των αποκλίσεων η αναγκαιότητα επιβάλλεται ως νόμος. Οι κοινωνικοί νόμοι υλοποιούνται αποκλειστικά μέσω της δράσης των ανθρώπων, οι οποίοι δημιουργούν την ιστορία τους μέσα στις υλικές και πνευματικές συνθήκες που κληρονόμησαν από τις προγενέστερες γενιές και τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Οι άνθρωποι όμως βασισμένοι στην αντικειμενικά υπαρκτή νομοτέλεια βρίσκουν στην υπάρχουσα πραγματικότητα τις δυνάμεις για τον μετασχηματισμό της.

Στην εποχή μας στην καπιταλιστική κοινωνία οι αντιθέσεις έχουν φτάσει σε εξαιρετικό σημείο, η φτώχεια καλπάζει σε ολόκληρο τον πλανήτη και στον ανεπτυγμένο κόσμο, η ανεργία εξαπλώνεται, οι πόλεμοι και η πιθανότητα ολοκληρωτικής καταστροφής είναι παρόντες, η τεράστια οικολογική καταστροφή που απειλεί πλέον σοβαρά τον πλανήτη χωρίς το κεφάλαιο  να είναι διατεθειμένο να πάρει κανένα μέτρο, όλα αυτά φανερώνουν τα ιστορικά όρια του καπιταλιστικού συστήματος. Φυσικά ο καπιταλισμός δεν πρόκειται να αποχωρήσει από τη ιστορική σκηνή μόνος του, θα ηττηθεί από την εργατική τάξη. Το σύνολο των συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης από μόνο του δεν δημιουργεί βεβαίως επαναστατική συνείδηση, δημιουργεί όμως μία τάση αντίθεσης στην εκμετάλλευση, στην εργοδοσία, στο κράτος και στους νόμους του και εν τέλει στο ίδιο το σύστημα και με τη συνένωση του εργατικού κινήματος με το μαρξισμό θα είναι η δύναμη που θα νικήσει τον καπιταλισμό. Ιστορικά η εξέλιξη δεν μπορεί να καθηλωθεί ή να πάρει άλλο δρόμο για μεγάλο χρονικό διάστημα και ακόμη περισσότερο για πάντα. Η αστική τάξη δεν σφυρηλάτησε μόνο τα όπλα πού θα της φέρουν το θάνατο. Δημιούργησε και τους ανθρώπους που θα τα χειριστούν, τους σύγχρονους προλετάριους, αναφέρει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Η σοσιαλιστική επανάσταση και η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας έχουν νομοτελειακό χαρακτήρα.

Ο Λένιν σημείωνε με έμφαση τη δράση αυτών των παραγόντων που παρεμποδίζουν κάποιες φορές την εξέλιξη αυτή και κυρίως τον παράγοντα ανθρώπινη δράση και τον συνέδεε με την επικράτηση του ρεφορμισμού στο εργατικό κίνημα πού παρεμποδίζει την εξέλιξη προς τον κομμουνισμό για κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά που σε τελική ανάλυση θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις και θα επικρατήσει.

Οι αντίθετες απόψεις εντός του εργατικού κινήματος είναι τάση προς τον αγνωστικισμό, εφόδιο για την ήττα. Όσα πιο πάνω αναφέραμε τονίζουν με σαφήνεια τα καθήκοντα των κομμουνιστών να μελετούν τις συνθήκες όπως διαμορφώνονται και με τη χρήση της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας να δημιουργούν τους όρους δράσης και νίκης της εργατικής τάξης.

11 Η αναγκαιότητα της επανάστασης

Αυτά όσο αφορά τις αντικειμενικές προϋποθέσεις. Τίθεται όμως ένα ζήτημα που αφορά την ίδια την αναγκαιότητα της επανάστασης, εκφράζονται αντιρρήσεις υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι μπορεί χωρίς επανάσταση να οδηγηθεί μία κοινωνία στο σοσιαλισμό. (Ο σοσιαλισμός αναφέρεται ως το κατώτερο στάδιο της κομμουνιστικής κοινωνίας και όχι ως ξεχωριστός κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός.) Το έργο της διαμόρφωσης της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι έργο πράγματι κοσμοϊστορικό, περνά μέσα από αφάνταστες δυσκολίες, από συμπληγάδες. Δεν φτάνει να αντικατασταθεί η αστική κυβέρνηση από μία κυβέρνηση εργατών, απαιτείται να τσακιστεί συνολικά η κρατική μηχανή και στη θέση της να διαμορφωθεί η επαναστατική εξουσία, να διαλυθεί το σύνολο των κρατικών μηχανισμών, να μετασχηματιστεί η οικονομία και να διαμορφωθούν συνολικά οι νέες κοινωνικές σχέσεις.

Πρέπει να καταργηθεί καταρχήν ολοκληρωτικά η εκμετάλλευση, να αντικατασταθεί μία εκμεταλλευτική κοινωνία από μία κοινωνία που εκφράζει τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας και στην πορεία της κοινωνίας συνολικά. Να ανατραπεί μία τάξη, με τεράστια δύναμη στα χέρια της με παγκόσμιες συμμαχίες που έχει συνείδηση των συμφερόντων, άρα και της ανάγκης ενότητας και κοινής δράσης της από μία τάξη κατακερματισμένη που πρέπει να αποκτήσει συνείδηση των άμεσων συμφερόντων της και κυρίως των γενικότερων και να δράσει ενιαία και αποφασιστικά. Αυτό απαιτεί καταρχήν διαμόρφωση κομμουνιστικής συνείδησης σε μαζική κλίμακα. Ο Μαρξ με εμφατικό τρόπο τόνιζε: Τόσο για την παραγωγή σε μαζική κλίμακα αυτής της κομμουνιστικής συνείδησης, όσο και για την επιτυχία αυτής της υπόθεσης, είναι αναγκαία η αλλαγή των ανθρώπων σε μαζική κλίμακα, μία αλλαγή που μπορεί να γίνει μονάχα με ένα πρακτικό κίνημα, με μία επανάσταση. Αυτή η επανάσταση είναι επομένως αναγκαία, όχι μόνο επειδή η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να ανατραπεί με κανένα άλλο τρόπο, αλλά επίσης η τάξη που την ανατρέπει μόνο με μία επανάσταση μπορεί να πετύχει να απαλλαγεί από την προαιώνια «κόπρο του Αυγείου» και να γίνει ικανή να θεμελιώσει εξαρχής την κοινωνία. (Κ Μαρξ: Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος 1, σελίδα 86).

Ώστε η επανάσταση δεν στοχεύει απλά στη νίκη επί της αντίπαλης τάξης, αλλά επίσης και κυρίως στην απαλλαγή της εργατικής τάξης από ότι στρεβλό έχουν συσσωρεύσει αιώνες και κυρίως η εποχή του καπιταλισμού στις αντιλήψεις και τη συμπεριφορά της, στην απαλλαγή από την «κόπρο του Αυγείου», στην αυτοκάθαρση της, να αλλάξει ριζικά τους ίδιους τους ανθρώπους για να αλλάξουν αυτοί ριζικά την κοινωνία. Χωρίς επανάσταση αυτή η διαδικασία είναι ακατόρθωτη. Ο Μαρξ αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσκολίες του έργου της εργατικής τάξης και τους κινδύνους και σε αντιδιαστολή με τις «αστικές επαναστάσεις  που βαδίζουν ορμητικά από επιτυχία σε επιτυχία, αλλά ζουν λίγο καιρό» τόνιζε: Οι προλεταριακές επαναστάσεις …κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε τόσο την ίδια τους την πορεία, ξαναγυρίζουν σε εκείνο που φαίνεται ότι έχει πραγματοποιηθεί για να το αρχίσουν από την αρχή, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις μισοτελειωμένες δουλειές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα. (Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, σελίδα 17, «Σύγχρονη Εποχή» 1987).

12 Οι προϋποθέσεις της επανάστασης

Η επανάσταση είναι γεγονός που δεν εξαρτάται από τη θέληση κάποιων ανθρώπων, κάποιου κόμματος ακόμη και κάποιας τάξης, έχει αντικειμενικές προϋποθέσεις που η απουσία τους την καθιστούν απαγορευτική. Ο Λένιν στο θέμα αυτό έδωσε σαφή και ολοκληρωμένη απάντηση: Η επανάσταση είναι αδύνατον να γίνει χωρίς επαναστατική κατάσταση, μα κάθε επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί σε επανάσταση, γράφει και στη συνέχεια παραθέτει τρία βασικά γνωρίσματα της επαναστατικής κατάστασης. 1 η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να διατηρήσουν σε αναλλοίωτη μορφή την κυριαρχία τους. Η μία είτε η άλλη κρίση των κορυφών, κρίση της πολιτικής της κυρίαρχης τάξης που δημιουργεί ρωγμή, από όπου εισχωρεί η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός των καταπιεζόμενων τάξεων. Συνήθως για να ξεσπάσει η επανάσταση δεν είναι αρκετό τα κάτω στρώματα να μη θέλουν μα χρειάζεται ακόμη και οι κορυφές να μην μπορούν να ζήσουν όπως παλιά.  2 επιδείνωση μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη της ανέχειας και της αθλιότητας των καταπιεζόμενων τάξεων και 3 σημαντικό ανέβασμα για τους παραπάνω λόγους της δραστηριότητας των μαζών, που σε ειρηνική εποχή αφήνουν να τις ληστεύουν ήσυχα, ενώ σε καιρούς θύελλας τραβιούνται τόσο από όλες τις συνθήκες της κρίσης, όσο και από τις ίδιες τις κορυφές σε αυτοτελή ιστορική δράση.

Δεν φτάνει λοιπόν η δραστηριότητα των μαζών, ενδεχομένως και η αποφασιστικότητα τους και επιπλέον η επιδείνωση της ανέχειας τους. Είναι αναγκαίο η κυρίαρχη τάξη να μην μπορεί να διατηρήσει την κυριαρχία της και ακόμη να μην μπορεί να ζει όπως παλιότερα. Δεν φτάνει η μία ή οι δύο προϋποθέσεις αλλά απαιτούνται και οι τρεις και κυρίως αν η κυρίαρχη τάξη αδυνατεί να διατηρήσει την κυριαρχία της. Σε τέτοια περίπτωση έχουμε την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης και όπως προκύπτει από την ιστορική πείρα κάτω από την πίεση των αναγκών της εργατικής τάξης, αφού τα κρατικά όργανα κλονίζονται και δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του πληθυσμού, αλλά και την ανάγκη προστασίας της η εργατική τάξη και οι σύμμαχοι της δημιουργούν ανεξάρτητους θεσμούςπου σταδιακά εξελίσσονται σε ένα είδος οργάνων εργατικής εξουσίας. Δίπλα στο κοινοβούλιο και την κυβέρνηση αναδεικνύονται τα σοβιέτ, η δεύτερη εξουσία η εργατική, δίπλα σε αυτήν της αστικής τάξης.

Ιστορικές περίοδοι φτώχειας και μεγάλης κινητικότητας των μαζών υπήρξαν σε αρκετές περιπτώσεις στην ιστορία των χωρών χωρίς όμως να διαμορφωθεί επαναστατική κατάσταση. Στη μεγάλη πρόσφατη οικονομική κρίση στη χώρα μας και με την επιβολή των μνημονίων για μία μεγάλη χρονική περίοδο υπήρξε μεγάλη εργατική και λαϊκή δραστηριότητα. Πολλοί ξεκινώντας από αυτό μίλησαν για επαναστατική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, η αστική τάξη όμως διατήρησε την κυριαρχία της, διατήρησε αυτούσιους τους μηχανισμούς και τις δυνατότητες της, οι κατασταλτικοί μηχανισμοί, ο σκληρός πυρήνας του κράτους ούτε μία στιγμή δεν κλονίστηκαν, ώστε να ισχυριστεί κάποιος ότι κινδύνευε η αστική κυριαρχία. Ήταν μία βαθιά πολιτική κρίση των αστικών κομμάτων και του πολιτικού συστήματος η οποία δεν οδήγησε σε κλονισμό της αστικής κυριαρχίας. Είναι όμως βάσιμες και ισχυρές οι απόψεις ότι αυτή η κρίση περιείχε μία πολύ σημαντική δυναμική που σε κατάλληλες συνθήκες και με την κατάλληλη δράση του εργατικού κινήματος με επικεφαλής τους κομμουνιστές μπορούσε να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις, να αγκαλιάσει συνολικότερα την κοινωνία και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει να έπαιρνε επαναστατικά χαρακτηριστικά και ενδεχομένως να απειλούνταν η αστική κυριαρχία. Οι δυνατότητες αυτές δεν αξιοποιήθηκαν και οι ευθύνες του Κομμουνιστικού Κόμματος και της αριστεράς είναι μεγάλες.

Η επανάσταση έχει και μία άλλη προϋπόθεση δεν φτάνει η επαναστατική κατάσταση,  αλλά απαιτείται να συνενωθούν οι αντικειμενικές αλλαγές, η επαναστατική κατάσταση, με τις υποκειμενικές αλλαγές και συγκεκριμένα με την ικανότητα της επαναστατικής τάξης να αναλάβει επαναστατική μαζική δράση, αρκετά ισχυρή, ώστε να τσακίσει την παλιά κυβέρνηση που ποτέ, ακόμη και σε εποχή κρίσεων, δεν πέφτει αν δεν την ρίξουν. (Λένιν: Η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς, Άπαντα, τόμος 26, σελίδα 220).

Αν δεν υπάρχει το σύνολο των προϋποθέσεων δεν μπορεί να ξεσπάσει επανάσταση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επανάσταση ξεσπά όταν ο λαός συνειδητοποιήσει ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να δώσει λύσεις στα προβλήματα του, ακόμη και στα προβλήματα που λύνει το ίδιο το αστικό καθεστώς π.χ. το πρόβλημα της γης στους αγρότες ή οι ευθύνες μιας πολεμικής ήττας και αυτό έχει συνειδητοποιηθεί ευρύτερα από την εργατική τάξη και το λαό και η εργατική τάξη κατορθώσει να αναδειχθεί σε «εθνική» δύναμη.

Υπάρχει η τάση μαζικές και παρατεταμένες λαϊκές αντιδράσεις με ευκολία να βαφτίζονται επαναστάσεις. Τη δεκαετία που πέρασε υπήρξαν σε αρκετές χώρες, κυρίως στον αραβικό κόσμο, μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις πολύ μαχητικές και πολλοί μίλησαν για αραβικές επαναστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση επανάσταση. Δεν υπήρχε περίπτωση να απειληθεί η κυριαρχία της αστικής τάξης από κάποια άλλη τάξη και προφανώς από την εργατική. Ένας λαός καταπιεσμένος από μύρια προβλήματα κινητοποιήθηκε στην Αίγυπτο εναντίον του πραξικοπήματος που ανέτρεψε την εκλεγμένη κυβέρνηση των αδελφών μουσουλμάνων. Τι είδους επανάσταση ήταν αυτή; Ποια τάξη επαναστάτησε εναντίον της αστικής τάξης και με ποιους στόχους, αφού επανάσταση είναι η απόπειρα μιας τάξης να αφαιρέσει την εξουσία από την άρχουσα τάξη;

Στη σύγκρουση για την εξουσία η αστική τάξη δεν πρόκειται να συγκινηθεί από δημοκρατικές ευαισθησίες, από σεβασμό στην πλειοψηφία ή για την αποφυγή της σύγκρουσης και των συνεπειών της. Ιστορικά δεν είχε ποτέ τέτοιες ευαισθησίες, παρέδωσε την εξουσία όταν νικήθηκε και ανατράπηκε αφού προέβαλε λυσσασμένη αντίσταση και με κάθε μέσο. Η επαναστατική ανατροπή δεν πρόκειται να προέλθει από τη δράση στους αστικούς θεσμούς και με δημοκρατικές διαδικασίες, ούτε από νίκη σε γενικές εκλογές. Θεσμοί και εκλογές είναι για να υπηρετούν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι η εργατική τάξη και τα κόμματα που την εκφράζουν δεν αξιοποιούν τους αστικούς θεσμούς και τις εκλογικές διαδικασίες με στόχο την διεκδίκηση λύσεων για το λαό, για την πιο πλατιά επικοινωνία με τους εργαζόμενους και την ενίσχυση της επιρροής τους.

Με αυτό το δεδομένο η εργατική τάξη και το επαναστατικό κίνημα και ιδιαίτερα η κομμουνιστική πρωτοπορία του πρέπει να είναι ολόπλευρα προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει κάθε είδους συνθήκες και να νικήσει.

13 Η πιθανότητα δημιουργίας κυβέρνησης εργατικού λαϊκού προσανατολισμού

Οι εξελίξεις πριν από την επαναστατική κατάσταση και κατά τη διάρκεια της μπορεί να είναι ιδιαίτερα πολύμορφες και για αυτό δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν με ακρίβεια και να περιγραφούν μέθοδοι και διαδικασίες κατάληψης της εξουσίας. Μόνο πολύ γενικές θέσεις και εκδοχές με βάση την ιστορική πείρα μπορούν να διατυπωθούν, ενώ είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται να υπάρξει μία απλή επανάληψη των επαναστατικών γεγονότων του προηγούμενου αιώνα.

Η ανάπτυξη της ταξικής πάλης, το δυνάμωμα των επαναστατικών δυνάμεων και αντίστοιχα η μεγάλη φθορά της αστικής τάξης και των φορέων της μπορεί να οδηγήσουν σε δημιουργία εργατικής κυβέρνησης πριν την έκρηξη της επανάστασης. Το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς μελέτησε το θέμα της προσέγγισης στην επαναστατική διαδικασία και τοποθετήθηκε για το ζήτημα αυτό ως εξής: Η εργατική κυβέρνηση ενδεχόμενα και η εργατοαγροτική κυβέρνηση πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα. Αλλά σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα η εργατική κυβέρνηση αποκτά σημασία στις χώρες όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφαλής, και ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη το σχηματισμό εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη. Σε αυτές τις χώρες το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια όλης της τακτικής του ενιαίου μετώπου. (Τρίτη διεθνής Τα τέσσερα πρώτα συνέδρια, σελίδα 396).

Μία τέτοια κυβέρνηση έχει σημασία από ποιους απαρτίζεται και με ποιες διαδικασίες αναδεικνύεται. Αν συγκροτείται όχι με βάση τη βουλή και τους κοινοβουλευτικούς συνδυασμούς, αλλά στη βάση των συσχετισμών που διαμορφώνει η ταξική πάλη και οι εξελίξεις στις πολιτικές δυνάμεις. Είναι διαφορετικό όταν αυτό συμβαίνει στη βάση του κοινοβουλίου και της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης οπότε και τα εχέγγυα για τη στάση της είναι λιγότερα. Είναι επίσης δυνατό να σχηματιστεί κυβέρνηση από κομμουνιστές από κοινού με εργατικά κόμματα όχι κομμουνιστικά που τότε πρέπει οι εγγυήσεις που θα υπάρξουν πρέπει να είναι ιδιαίτερα ισχυρές.

Σε κάθε περίπτωση το κυριότερο ζήτημα είναι για ποιο σκοπό και με ποιο στόχο συγκροτείται η κυβέρνηση. Οι κομμουνιστές δεν θα συμμετάσχουν σε μία κυβέρνηση που θα διαχειριστεί, έστω σε προοδευτική κατεύθυνση τις κρατικές υποθέσεις και θα ανακουφίσει το λαό, θα υποστηρίξουν όμως όλα τα θετικά μέτρα που θα πάρει. Θα υποστηρίζουν σθεναρά την κυβέρνηση εκείνη που θα επιδιώξει να πάρει το σύνολο της εξουσίας, να ελέγξει τον κρατικό μηχανισμό και ιδιαίτερα το σκληρό πυρήνα του και να προωθήσει πρόγραμμα επαναστατικών μετασχηματισμών. Σε αυτή την περίπτωση φυσικά είναι δεδομένη η αντίσταση της αστικής τάξης και η ανοιχτή σύγκρουση. Η επιδίωξη μιας τέτοιας κυβέρνησης δεν είναι αναγκαιότητα για τους κομμουνιστές, δεν είναι νομοτέλεια, υπάρχει όμως πιθανότητα στην πορεία των ταξικών αγώνων να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις της.

Οι κομμουνιστές ανάλογα με τη συγκεκριμένη περίπτωση θα καθορίσουν τη στάση τους, αν θα συμμετάσχουν ή θα στηρίξουν, σε κάθε περίπτωση όμως θεωρούν ότι μία τέτοια κυβέρνηση είναι μεταβατικού χαρακτήρα, προσωρινή, ώσπου οι συσχετισμοί να αποκρυσταλλωθούν, δεν μπορεί να έχει μακροχρόνια διάρκεια. Ή θα επιβάλει τις θέσεις της και θα ανοίξει ο δρόμος προς τη νίκη της εργατικής τάξης ή θα ανατραπεί από την αστική τάξη. Οι κομμουνιστές θα κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους μία τέτοια κυβέρνηση να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας.

Η δημιουργία μιας τέτοιας Κυβέρνησης, όπως  έχουν αποδείξει οι εξελίξεις ολόκληρο τον 20ο αιώνα, δεν είναι και το πλέον πιθανό σενάριο.

Εκείνο που είναι απολύτως σίγουρο είναι ότι η αστική τάξη θα αντισταθεί με όλες τις δυνάμεις της και θα πρέπει να ηττηθεί. Θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της και ο συσχετισμός της επιτρέπει, πιθανόν και τα όπλα. Στη σύγκρουση αυτή η νίκη της εργατικής τάξης θα οδηγήσει στη δημιουργία εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της και τότε τα πράγματα θα είναι εντελώς σαφή.

Είναι σοβαρό λάθος να απολυτοποιείται κάποια μορφή προσέγγισης στην επαναστατική διαδικασία και στη βάση αυτή να οργανώνεται η ιδεολογική και πολιτική προετοιμασία. Έχουμε περιπτώσεις εμμονής στο σχηματισμό κοινοβουλευτικής αριστερής κυβέρνησης που θα εφαρμόσει ένα μακροχρόνιο, σχετικά, πρόγραμμα φιλολαϊκών μετασχηματισμών για την ανόρθωση της οικονομίας και προοδευτικές μεταρρυθμίσεις των θεσμών. Θεωρούμε μία τέτοια τακτική επικίνδυνη, το πιο πιθανό ως το δρόμο προς την ήττα. Αντιθέτως έχουμε περιπτώσεις που απολυτοποιείται εντελώς ο εμφύλιος πόλεμος για την κατάκτηση της εξουσίας. Οι αρνητικές επιπτώσεις μιας τέτοιας τακτικής δεν θα υπάρξουν μόνο κατά την περίοδο των επαναστατικών γεγονότων, αλλά θα ασκήσουν βαθιά επίδραση στην πολιτική, τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς και στα ίδια τα χαρακτηριστικά των φορέων που την υποστηρίζουν. Η πρώτη περίπτωση ωθεί προς τις μεταρρυθμίσεις και το ρεφορμισμό, ακόμη και αν οι προθέσεις δεν είναι αυτές και η δεύτερη προς το σεχταρισμό και σε ένα είδος μπλανκισμού, χωρίς να αποκλείεται η κατάληξη να είναι ο δεξιός οπορτουνισμός.

Η νικηφόρα εργατική τάξη εγκαθιστά δικτατορία του προλεταριάτου. Όπως και στους προηγούμενους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς την εξουσία κατείχε μία τάξη μόνη της, στη φεουδαρχία οι φεουδάρχες και οι μεγαλογαιοκτήμονες, έτσι και μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση την εξουσία κατέχει ολοκληρωτικά η εργατική τάξη.

Απόψεις που δεν δέχονται τον όρο σοσιαλιστική επανάσταση με ηγέτιδα δύναμη την εργατική τάξη, αλλά κάνουν λόγο για αντικαπιταλιστική επανάσταση με ένα ασαφή αντικαπιταλισμό με φορέα το λαό, η οποία εγκαθιστά λαϊκή εξουσία και όχι δικτατορία του προλεταριάτου και εφαρμόζει προφανώς αντίστοιχο λαϊκό πρόγραμμα είναι εντελώς λανθασμένες. Τα λαϊκά στρώματα που συμμαχούν με την εργατική τάξη και πραγματοποιούν τη σοσιαλιστική επανάσταση δεν καθορίζουν, δεν μπορούν να καθορίσουν το χαρακτήρα της επανάστασης, είναι απλώς δυνάμεις που συμμαχούν μαζί της και η επαναστατική εξουσία λύνοντας τα προβλήματα της εργατικής τάξης θα απαλλάξει και τις δυνάμεις αυτές από την καταπίεση του κεφαλαίου και θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός νέου ρόλου τους στην κοινωνική εξέλιξη. Εδώ στην πραγματικότητα έχουμε ένα νεόκοπο σχήμα σταδιοποιημένης επαναστατικής διαδικασίας που αρχίζει ως αντικαπιταλιστική και μετατρέπεται σε σοσιαλιστική, σχήμα το οποίο στην εποχή μας και για τα δεδομένα της χώρας και σχεδόν όλων των χωρών είναι λανθασμένο, δεν έχει σχέση με το μαρξισμό λενινισμό. Γυρίζει την επαναστατική στρατηγική πολλές δεκαετίες πίσω.

14 Η προετοιμασία της επανάστασης

Ο χρόνος ολόκληρος μέχρι την έκρηξη της επανάστασης είναι ο χρόνος της ολόπλευρης προετοιμασίας του υποκειμενικού παράγοντα, των δυνάμεων που θα πραγματοποιήσουν την επανάσταση, της εργατικής τάξης των μικροαστικών στρωμάτων παλαιών και νέων, των κατόχων μικροεπιχειρήσεων, ιδιαίτερα αυτών που προσεγγίζουν την εργατική τάξη, των γυναικών, μεγάλων τμημάτων της νεολαίας και του λαού, των φτωχών και μεσαίων αγροτών που βρίσκονται σε διαδικασία γρήγορη συρρίκνωσης τους. Η προετοιμασία αυτή θα πραγματοποιηθεί στη βάση των αγώνων για την ικανοποίηση των ζωτικών αιτημάτων τους, οικονομικών και πολιτικών και μαζί των αιτιών που τα δημιουργούν. Στρέφεται όχι μόνο εναντίον των κυβερνήσεων και του αστικού πολιτικού κόσμου αλλά συνολικά εναντίον της αστικής τάξης και του κρατικού μηχανισμού, εναντίον της εξάρτησης και των συμμαχιών της χώρας. Είναι αγώνας οικονομικός, πολιτικός και ιδεολογικός που συνολικά φωτίζει το σύνολο των κακοδαιμονιών του λαού και δίνει με ενάργεια την προοπτική οριστικής λύσης τους.

Μέσα στους αγώνες, καταρχήν, επιδιώκεται η δραστηριοποίηση ευρύτερων τμημάτων της εργατικής τάξης και των σύμμαχων στρωμάτων της, στον αγώνα σφυρηλατείται η αγωνιστική συμπεριφορά και η βάση για τη διαμόρφωση ταξικής συνείδησης της. Με την επεξεργασία και τη διεκδίκηση αιτημάτων που συσπειρώνουν τα διάφορα τμήματά της και με την ανάδειξη της αντίθεσης συνολικά των εργατών απέναντι στην αστική τάξη και το κράτος της πού είναι η βασική πηγή των προβλημάτων τους σε σχέση με άλλες αντιθέσεις που τη διαιρούν προωθείται η ενότητα της εργατικής τάξης. Μέσα στους αγώνες με τα κατάλληλα συνθήματα, την αναγκαία τακτική και την ανάπτυξη της αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών και των υπολοίπων στρωμάτων προωθείται η κοινωνική συμμαχία..

Η ανάπτυξη των αγώνων, η κινητοποίηση ευρύτερα των εργαζομένων φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη συμμαχίας μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων, απολύτως αναγκαία που όμως δεν αρκεί, αφού η ευρεία παρουσία των εργαζομένων στους κοινωνικούς αγώνες φέρνει την αναγκαιότητα συνεννόησης και κοινής δράσης των πολιτικών δυνάμεων που τους εκφράζουν. Κοινωνική και πολιτική συμμαχία εκ των πραγμάτων πάνε μαζί, η κοινωνική συμμαχία φέρνει την αναγκαιότητα της πολιτικής συμμαχίας. Οι ανάγκες συντονισμού των αγώνων και καθοδήγησης τους δημιουργούν την ανάγκη συγκρότησης οργανωμένου κοινωνικοπολιτικού μετώπου.

15  Ο χαρακτήρας του κοινωνικοπολιτικού μετώπου

Το μέτωπο στην εκκίνηση του δεν μπορεί να είναι το μέτωπο που θα πραγματοποιήσει την επανάσταση. Σε συνθήκες καθόλου επαναστατικές το κύριο ζητούμενο είναι η διαμόρφωση του υποκειμενικού παράγοντα για την επανάσταση, άρα το μέτωπο έχει σε σημαντικό βαθμό άμεσο χαρακτήρα πού θα βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με την αστική τάξη, τις επιδιώξεις και τη στρατηγική της και θα είναι ανοιχτό, ανάλογα με τις εξελίξεις και την ενδυνάμωση του, ώστε να υπερβαίνει το χαρακτήρα και το προγραμματικό του πλαίσιο και να παίρνει επαναστατικά χαρακτηριστικά στην περίοδο της επαναστατικής κατάστασης. Θα είναι ένα μέτωπο διαρκώς εξελισσόμενο. Απόψεις που διατυπώνονται για μέτωπο στο οποίο θα παίρνουν μέρος δυνάμεις κομμουνιστικές μόνο, αυτές που αγωνίζονται για τη σοσιαλιστική επανάσταση και με θέσεις αντίστοιχες ή μέτωπο μόνο κοινωνικό που συνδικάτα, επιτροπές, σωματεία θα επιφορτισθούν το καθήκον της επαναστατικής ανατροπής είναι μεταφυσικές και εντελώς λανθασμένες. Το μέτωπο θα διαπερνάται από την αντίθεση της εργατικής τάξης με την κυρίαρχη αστική τάξη, τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, πάνω στην οποία θα συναρθρώνεται η δράση για το σύνολο των αντιθέσεων που διαπερνούν την κοινωνία, με τη σχετική βέβαια αυτοτέλεια και την αναγκαία ιεράρχησή τους, όπως η υπεράσπιση και διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, για τη δημοκρατία στους χώρους δουλειάς, ο αγώνας για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος ενάντια στην καταλήστευση και την καταστροφή του, τα δικαιώματα των γυναικών κλπ. Σημασία ιδιαίτερη έχει για τη χώρα μας ο αγώνας εναντίον του ιμπεριαλισμού, των πολέμων και της καταπίεσης των λαών, για τον ξεριζωμό και την προσφυγιά, το κίνημα εναντίον της εξάρτησης της χώρας και η διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας, η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, το ξήλωμα των βάσεων και η κατάργηση όλων των συμφωνιών της υποτέλειας. Η υπεράσπιση όλων των εθνικών προβλημάτων από τη σκοπιά φυσικά της εργατικής τάξης και ο σεβασμός στα εθνικά δικαιώματα κάθε λαού και εθνικής μειονότητας, η αλληλεγγύη με τους λαούς γειτονικών χωρών εναντίον της δράσης του ιμπεριαλισμού.

Είναι φανερό ότι οι πολιτικές δυνάμεις που θα πάρουν μέρος στο μέτωπο θα είναι δυνάμεις που θα εκφράζουν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης ή τμημάτων της και με ριζοσπαστικό τρόπο τα συμφέροντα των μικροαστικών στρωμάτων που συμμαχούν μαζί της. Κάθε πολιτική δύναμη του μετώπου δεσμεύεται να προωθεί τις αποφάσεις και την πολιτική του και παράλληλα διατηρεί την αυτοτέλεια της και τη δυνατότητα να θέτει συνολικά τις θέσεις και το πρόγραμμα της στο λαό.

Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ένα πλαίσιο στόχων που θα απαρτίσουν την  αρχική βάση δημιουργίας του κοινωνικοπολιτικού μετώπου.

Θεωρούμε ότι απαιτείται κατ’ αρχήν ένα πλαίσιο  άμεσων αιτημάτων και διεκδικήσεων οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα που βελτιώνουν ουσιαστικά τη ζωή του λαούκαι δεύτερο  ένα πλαίσιο πολιτικών στόχων- διεκδικήσεων που δεν απαιτούν απαραιτήτως  εργατική εξουσία για να υλοποιηθούν, συσπειρώνουν και σήμερα ευρύτερες δυνάμεις, οι οποίοι στόχοι δεν είναι ανεκτοί από την αστική τάξη και αμφισβητούν την κυριαρχία της. Μία τέτοια προγραμματική βάση μπορεί να διαμορφώσει ευρύτερα ερείσματα και επιρροή στην εργατική τάξη και το λαό και να συμβάλει στη δημιουργία ισχυρού μετώπου και στην διεκδίκηση ριζικών  αλλαγών.

Τέτοιοι στόχοι είναι:

  • Ικανοποίηση άμεσων διεκδικήσεων και αιτημάτων της εργατικής τάξης και του λαού. Ανατροπή όλων των μνημονιακών δεσμεύσεων  και νόμων, κατάργηση των δεσμεύσεων για κρατικά πλεονάσματα ετησίως, κατάργηση του συμφώνου σταθερότητας. Ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς και τα μεροκάματα ώστε η διαβίωση των εργαζομένων να είναι ανθρώπινη. Ουσιαστική αλλαγή στη σχέση μισθών-κερδών στο εθνικό εισόδημα. Ουσιαστική αύξηση των συντάξεων για υποφερτή ζωή των συνταξιούχων, ιδιαίτερα των χαμηλοσυνταξιούχων. Μέτρα αντιμετώπισης της ανεργίας, επιδότηση όλων των ανέργων με το 80% του βασικού μισθού. Μείωση  του χρόνου εργασίας για συνταξιοδότηση στα 30 χρόνια εργασίας. Άμεσα μείωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας στις 7 ώρες ημερησίως και εβδομάδα εργασίας 5 ημερών. Κατάργηση των ελαστικών σχέσεων απασχόλησης, πλήρης απασχόληση χωρίς μείωση αποδοχών και με πλήρη δικαιώματα.
  • Αύξηση της χρηματοδότησης του συνόλου των «κοινωνικών» δαπανών, ιδίως των δαπανών για την υγεία. Αποφασιστική ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας με το αναγκαίο προσωπικό και τα μέσα. Όλοι οι πολίτες να έχουν πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα υγείας και δωρεάν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Δημιουργία κρατικής φαρμακοβιομηχανίας και βιομηχανίας νοσοκομειακού και παραφαρμακευτικού εξοπλισμού. Εθνικοποίηση των μεγάλων ιατρικών ομίλων και ιδιωτικών δομών υγείας. Αποφασιστική ενίσχυση του εκπαιδευτικού συστήματος όλων την βαθμίδων, δημόσια δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά του λαού. Χρηματοδότηση όλων των τομέων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Επαρκή χρηματοδότηση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης.
  • Εθνικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, καθώς και όσων  μεγάλων επιχειρήσεων χρεοκοπούν και εγκαταλείπονται από τους ιδιοκτήτες τους.
  • Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους στην προοπτική διαγραφής του.
  • Αντίθεση στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προοπτική της αποδέσμευσης της χώρας.
  • Αποδέσμευση της χώρας από το ΝΑΤΟ και καταγγελία όλων των συμφωνιών που τη δεσμεύουν με επαχθείς όρους.
  • Πολιτική συνεννόησης των λαών της περιοχής στη βάση των συμφερόντων τους, έξω από τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αποχώρηση της χώρας από το ΝΑΤΟ και καταγγελία των συμφωνιών της με ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς και χώρες που συγκροτούν το καθεστώς εξάρτησης της χώρας.
  • Αύξηση της φορολογίας του μεγάλου κεφαλαίου, αφορολόγητο εισόδημα ικανό για να ζήσει ο φορολογούμενος ανθρώπινα.
  • Κατάργηση όλων των αντιδραστικών νόμων, κατάργηση των ΜΑΤ, δημοκρατία στους χώρους δουλειάς, καμία κρατική παρέμβαση στο συνδικαλιστικό κίνημα, επαναφορά  του Πανεπιστημιακού ασύλου, κανένας περιορισμός στη διακίνηση των ιδεών στα πανεπιστήμια. 

16 Η εξέλιξη της κοινωνίας μετά την επανάσταση

Μετά την επανάσταση και με βάση τη μαρξιστική λενινιστική θεωρία ακολουθούν τρία στάδια της εξέλιξης της νέας κοινωνίας σαφώς καθορισμένα και με συγκεκριμένα καθήκοντα της επαναστατικής εξουσίας σε κάθε ένα από αυτά και αυτό έχει εντελώς αντικειμενικό χαρακτήρα. Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σε αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μία πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου. (Κριτική του προγράμματος της Γκότα, διαλεχτά έργα Μαρξ Ένγκελς, τόμος 2, σελίδα 24).

Η κοινωνία της μεταβατικής περιόδου είναι μία κοινωνία σε μετάβαση, σε αυτή συντελείται ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό. Μία κοινωνία με τάξεις και ταξικές αντιθέσεις που σταδιακά φθίνουν, άρα υπάρχει η ανάγκη κράτους και κρατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι κράτος ταξικό, κράτος της εργατικής τάξης, κατ’ αντιστοιχία με την αστική δημοκρατία που είναι κράτος της αστικής τάξης είναι δικτατορία της αστικής τάξης με βάση τους κλασικούς, αφού η αστική τάξη ασκεί μονοπωλιακά την εξουσία της.

Παλαιότερα και με μεγαλύτερη ένταση στην εποχή μας η ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου για τη μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία έχει αμφισβητηθεί και παράλληλα διαστρεβλώνεται ο χαρακτήρας της. Υποστηρίζεται ότι η δικτατορία του προλεταριάτου σχέση έχει με κοινωνίες υπανάπτυκτες, είχε μία σημασία για κοινωνίες του 19ου αιώνα και για καθυστερημένες χώρες των αρχών του 20ου αιώνα, σήμερα δεν είναι χρήσιμη αντιθέτως είναι επιβλαβής. Υποστηρίζεται επίσης ότι είναι ένας δρόμος για τη νέα κοινωνία βίαιος και επώδυνος με μεγάλες θυσίες και θύματα τη στιγμή που υπάρχει πλέον ο δημοκρατικός δρόμος, ο δρόμος της συναίνεσης.

Η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η εξουσία της μεταβατικής περιόδου, δεν είναι μία διαδικασία ούτε ένας δρόμος αλλά η ίδια η νέα κοινωνία, είναι η περίοδος που δημιουργούνται οι βάσεις του κομμουνισμού. Χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου κομμουνιστική κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει. Είναι η εξουσία της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού που στρέφεται εναντίον μιας μικρής μειοψηφίας, για αυτό είναι το πιο δημοκρατικό κράτος, είναι η τελευταία κρατική εξουσία, η μετάβαση από το κράτος στο μη κράτος, δεν είναι πια κράτος με την καθαυτό έννοια του όρου, βρίσκεται σε πορεία απονέκρωση του. (Μαρξ: Κριτική του προγράμματος της Γκότα). Υπάρχει για να επιβάλλει το συμφέρον της εργατικής τάξης και των εργαζομένων πάνω στην αστική τάξη να αντιμετωπίσει την αντεπαναστατική δύναμη και δράση της και να υπερασπιστεί την επανάσταση από στρατιωτικές επεμβάσεις και πραξικοπήματα. Η διακίνηση των ιδεών είναι ελεύθερη όπως και η λειτουργία πολιτικών κομμάτων στο βαθμό που δεν αντιστρατεύονται ένοπλα την εργατική εξουσία και  δεν δρουν από κοινού με τις δυνάμεις της διεθνούς αντίδρασης.

Στη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου υλοποιούνται οι επαναστατικοί μετασχηματισμοί της καπιταλιστικής κοινωνίας, της οικονομικής βάσης και στην πορεία των θεσμών και του εποικοδομήματος ολόκληρου. Εθνικοποιούνται αρχικά οι μεγάλες επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας, στην πορεία το σύνολο των επιχειρήσεων, ενώ η μικρή παραγωγή οργανώνεται σε παραγωγικούς συνεταιρισμούς. Καταργώντας την ιδιοκτησία μπαίνουν οι βάσεις για την ολοκληρωτική κατάργηση των τάξεων. Όσο παραμένουν ακόμη επιχειρήσεις, συνεταιρισμοί, όσο λειτουργεί η αγορά, όσο παραμένουν οι καπιταλιστικές σχέσεις στο εποικοδόμημα, δεν έχουν ολοκληρωτικά καταργηθεί οι τάξεις και η απειλή για τη νέα κοινωνία δεν έχει εξαλειφθεί.

Όταν ολοκληρωθούν οι μετασχηματισμοί αυτοί η κοινωνία πέρνα στο σοσιαλισμό όπως επικράτησε να λέγεται η κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας. Στο βαθμό που έχει εξαλειφθεί η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, οι παραγωγοί δεν ανταλλάσσουν πλέον τα προϊόντα τους και η εργασία για την παραγωγή τους δεν παρουσιάζεται ως αξία. Η κομμουνιστική κοινωνία είναι ακόμη μία κοινωνία που δεν έχει εξελιχθεί πάνω στη δική της βάση μα αντίθετα όπως ακριβώς προβάλλει από την κεφαλαιοκρατική κοινωνία, μία κομμουνιστική κοινωνία λοιπόν που από κάθε άποψη, οικονομικά, ηθικά, πνευματικά είναι γεμάτη με τα σημάδια της παλιάς κοινωνίας που από τους κόλπους της βγήκε. (Κριτική του προγράμματος της Γκότα, Διαλεχτά Έργα, τόμος 2, σελίδα 13).

Όλοι οι εργαζόμενοι είναι ίσοι μεταξύ τους αφού παίρνουν προϊόντα ίσα με το χρόνο της εργασίας τους. Η ισότητα αυτή είναι επί της ουσίας ανισότητα αφού οι εργαζόμενοι δεν έχουν τις ίδιες σωματικές και πνευματικές δυνατότητες και δεν προσφέρουν την ίδια ποσότητα εργασίας και παράλληλα έχουν διαφορετικές ανάγκες. Το δίκαιο αυτό είναι δίκαιο της ανισότητας όπως κάθε δίκαιο, είναι αστικό δίκαιο. Η αρχή του σοσιαλισμού είναι από τον καθένα με βάση τις δυνατότητες του στον καθένα με βάση την εργασία του και ο λόγος είναι ότι οι ελλείψεις που έχει ακόμη η κομμουνιστική κοινωνία, ότι δεν υπάρχει ακόμη υπερεπάρκεια αγαθών.  Το δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να είναι ανώτερο από την οικονομική διαμόρφωση και την καθορισμένη από αυτήν εκπολιτιστική ανάπτυξη της κοινωνίας. (Κριτική του προγράμματος της Γκότα, διαλεχτά έργα Μαρξ Ένγκελς, τόμος 2, σελίδα 14).

Η εφαρμογή του άνισου, του αστικού σε τελική ανάλυση δικαίου, απαιτεί και την εξουσία που θα το επιβάλλει. Μαζί με το μισοαστικό δίκαιο είναι φανερό ότι ακόμη δεν εξαφανίζεται ολοκληρωτικά και το μισοαστικό κράτος. (Λένιν: Ο μαρξισμός για το κράτος, Άπαντα, τόμος 33, σελίδα 187).

Με την αξιοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας από τους εργαζόμενους προς όφελός τους θα αυξάνεται συνεχώς ο κοινωνικός πλούτος, οι άνθρωποι θα ικανοποιούν πιο ολοκληρωμένα τις ανάγκες τους, θα ρυθμίζουν ορθολογικά πιο τις ανταλλαγές τους με τη φύση, θα δαπανούν πολύ λιγότερο χρόνο για τις δραστηριότητες της επιβίωσης και σε συνθήκες που αντιστοιχούν στην ανθρώπινη φύση τους. Με την αξιοποίηση της επιστήμης διαμορφώνονται μεγάλες δυνατότητες οργάνωσης και διεύθυνση της οικονομίας και του κεντρικού σχεδιασμού. Χάρη στις νέες τεχνολογίες, την πληροφορική, τη ρομποτική, την τεχνική νοημοσύνη μπορεί να συγκεντρωθεί σε πολύ μικρό χρόνο τεράστιος όγκος δεδομένων για την οργάνωση της βιομηχανικής παραγωγής και μάλιστα με τη χρήση ελάχιστης εργατικής δύναμης. Θα γίνουν δυνατές γρήγορες παρεμβάσεις και λύση σύνθετων προβλημάτων της οικονομίας, όπως η βελτίωση των προϊόντων, ενώ η μεγάλη συγκέντρωση της παραγωγής και η ευρύτερη κοινωνικοποίηση της εργασίας διαμορφώνει τις προϋποθέσεις ξεπεράσματος της μικρής παραγωγής και μείωσης των προβλημάτων οργάνωσης της σοσιαλιστικής οικονομίας.

Η δραστηριότητα των ανθρώπων για την επιβίωση αποτελεί ακόμη το βασίλειο της ανάγκης πέρα από το βασίλειο αυτό αρχίζει το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας και ο όρος για αυτό είναι ο περιορισμός της εργάσιμης μέρας. (Κ. Μαρξ: Κεφάλαιο, τόμος Β, σελίδα 1007).

Σε μία ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποχρεωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και τη σωματική εργασία, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου τότε μόνο θα μπορεί να ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και θα γράψει η κοινωνία στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. (Κριτική του προγράμματος της Γκότα, διαλεχτά έργα Μαρξ Ένγκελς, τόμος 2, σελίδες 14-15). Τότε θα έχει ξεπεραστεί ολοκληρωτικά ο καταμερισμός της εργασίας, η αντίθεση μεταξύ πνευματικής και σωματικής εργασίας και η αντίθεση πόλης και χωριού, η εργασία θα έχει γίνει πρώτη ανάγκη της ζωής, δεν θα υπάρχουν πλέον αντιθέσεις ταξικού χαρακτήρα, θα έχουν αναπτυχθεί τα άτομα και μαζί ο πλούτος σε υπερεπάρκεια τότε δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη κράτους, το κράτος θα έχει από νεκρωθεί.

Στη θέση του καταμερισμού της εργασίας έρχεται η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη, ο εκπολιτισμός των ανθρώπων και ακριβώς στη βάση αυτή οργανώνεται η ζωή και η ενασχόληση καθενός ανάλογα με τα ενδιαφέροντα και τις κλίσεις του. Αξιοποιώντας τα σύγχρονα επιστημονικά μέσα θα καταστεί δυνατόν να μεταφερθούν μία σειρά οικονομικές δραστηριότητες στην ύπαιθρο και θα αποκτήσει η ύπαιθρος νέες δυνατότητες και θα διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις συνένωσης υπαίθρου και πόλης και κατά αυτόν τον τρόπο θα ξεπεραστούν οι απάνθρωπες μεγαλουπόλεις και θα σταματήσει η καταστροφή του περιβάλλοντος.

Η πρωτοπορία της εργατικής τάξης - To Κομμουνιστικό κόμμα

17Η αναγκαιότητά του

Οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη Κομμουνιστικού Κόμματος, κόμματος νέου τύπου, είναι πολλοί. Θα αναφέρουμε όμως ορισμένους τους πλέον σημαντικούς.

Πρώτος λόγος είναι η διαπίστωση των μεγάλων δυσχερειών που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη να φτάσει στον τελικό της σκοπό, στην επανάσταση και την κομμουνιστική κοινωνία. Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να κατακτηθεί από την ίδια την εργατική τάξη. Η οικονομική υποδούλωση του εργάτη στο μονοπωλητή των μέσων παραγωγής, δηλαδή των πηγών της ζωής, βρίσκεται στη βάση όλων των μορφών βίας στη βάση της κοινωνικής αθλιότητας, του διανοητικού μαρασμού και της πολιτικής εξάρτησης. Επομένως η οικονομική χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι ο μεγάλος τελικός σκοπός στον οποίο πρέπει να υποταχθεί σαν μέσο κάθε πολιτικό κίνημα. Όλες οι προσπάθειες πού τείνουν σε αυτό το μεγάλο σκοπό απότυχαν ως τώρα από έλλειψη αλληλεγγύης ανάμεσα στους διάφορους εργατικούς κλάδους κάθε χώρας και από την απουσία ενός αδελφικού δεσμού ανάμεσα στους εργάτες των διαφόρων χωρών. Στον αγώνα του ενάντια στην ενωμένη δύναμη των κατεχουσών τάξεων, το προλεταριάτο μπορεί να δράσει σαν τάξη μονάχα αν συγκροτηθεί σε ξεχωριστό πολιτικό κόμμα που θα στέκει αντιμέτωπο σε όλα τα παλιά κόμματα που σχημάτισαν οι κατέχουσες τάξεις. Έτσι θεμελιώθηκε η ανάγκη της δημιουργίας του κόμματος της εργατικής τάξης στο καταστατικό της Διεθνούς Ένωσης Των Εργατών   (Διαλεχτά Έργα Μαρξ Έγκελς, τόμος 2, σελίδα 452).

Το έργο της εργατικής τάξης και της εγκαθίδρυσης της εργατικής εξουσίας ήταν και είναι εξαιρετικά δύσκολο, τιτάνιο. Η αστική εξουσία είναι εδραιωμένη, η αστική τάξη έχει απόλυτη συνείδηση των ταξικών συμφερόντων της, γνώριζε και γνωρίζει τον τρόπο και έχει όλα τα μέσα να τα υπερασπίσει, από τον αποπροσανατολισμό και την ενσωμάτωση των εργατών, ως το φόβο και την καταστολή των αγώνων τους, τον ανοιχτό πόλεμο εναντίον τους, την επιβολή δικτατορίας, την κήρυξη των κομμουνιστικών κομμάτων εκτός νόμου και τη διάλυση τους.

Στις μέρες μας, κυρίως, επειδή δεν απειλείται άμεσα η αστική τάξη αυτοί οι κίνδυνοι φαίνονται σχετικά ξεπερασμένοι σε πολλούς που θεωρούν ότι όλα θα εξελιχθούν ειρηνικά και ο ταξικός αγώνας θα διεξαχθεί εντός των αστικών κοινοβουλευτικών θεσμών, αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, η αστική τάξη είναι αδίστακτη όταν απειλείται.

Το έργο της εργατικής τάξης για την πραγματοποίηση της σοσιαλιστικής επανάστασης είναι απείρως δυσκολότερο από όλων των προηγούμενων επαναστάσεων. Από τη στιγμή που ένα εκμεταλλευτικό καθεστώς, διαδέχεται ένα άλλο, π.χ. ο καπιταλισμός τη φεουδαρχία, η νικηφόρα αστική επανάσταση αποτυπώνει στο επίπεδο του κράτους και των θεσμών τις παραγωγικές και γενικότερα τις κοινωνικές σχέσεις που η κοινωνική εξέλιξη δημιούργησε μέσα στην κοινωνία. Η εργατική τάξη πρέπει να νικήσει και να καταργήσει όλες τις εκμεταλλευτικές τάξεις, να καταργήσει την εκμετάλλευση και τις τάξεις, μαζί και τον ίδιο τον εαυτό της. Με δύο λόγια, η αστική επανάσταση ολοκληρώνεται με την κατάληψη της εξουσίας από την αστική τάξη, ενώ η κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη είναι μόνο η αρχή μιας μακράς διαδικασίας επαναστατικού μετασχηματισμού του καπιταλισμού σε σοσιαλισμό. Από εκεί πηγάζουν οι μεγάλες δυσκολίες και η απαίτηση για κόμμα νέου τύπου με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα ηγηθεί αυτής της προσπάθειας.

Οι δυσκολίες αυτές κάνουν αναγκαίο ένα κόμμα της εργατικής τάξης συγκεντρωτικό, πειθαρχημένο με κεντρική καθοδήγηση, που όμως θα λειτουργεί απόλυτα δημοκρατικά, δηλαδή ένα κόμμα νέου τύπου.

Δεύτερος σημαντικός λόγος είναι η ανάγκη να διαμορφώσει η εργατική τάξη την εντελώς αναγκαία επαναστατική συνείδηση και αυτή δεν πηγάζει αυτόματα από την ταξική πάλη, από τους αγώνες των εργατών. Ο ισχυρισμός περί του αντιθέτου είναι έωλος και στις μέρες μας ακούγεται όλο και περισσότερο ότι η εργατική τάξη είναι πλέον μορφωμένη και μπορεί αφ’ εαυτής να συνειδητοποιήσει την αποστολή της.  Την ταξική πολιτική συνείδηση, αναφέρει ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε», μπορούμε να τη φέρουμε στον εργάτη μόνο απέξω, δηλαδή έξω από την οικονομική πάλη, έξω από τη σφαίρα των σχέσεων ανάμεσα στους εργάτες και τους εργοδότες. Ο μοναδικός τομέας από όπου μπορούμε να αντλήσουμε αυτή τη γνώση, είναι ο τομέας των σχέσεων όλων των τάξεων και των στρωμάτων προς το κράτος και την κυβέρνηση, ο τομέας των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα σε όλες τις τάξεις… Η θεωρητική δουλειά των σοσιαλδημοκρατών πρέπει να αποβλέπει στη μελέτη όλων των ιδιομορφιών της κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης των διαφόρων τάξεων. (Λένιν, Άπαντα, τόμος 6, σελίδα 80).

Τρίτος λόγος, αποδείχθηκε ότι όλες οι επαναστάσεις του 20ου αιώνα είχαν ως οδηγό τη μαρξιστική θεωρία και εμπνεόταν από τη σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία, όλες αναπτύχθηκαν με βάση τη λενινιστική στρατηγική. Φορέας του μαρξισμού και του λενινισμού, της θεωρίας και της επαναστατικής στρατηγικής δεν θα είναι ένα οποιοδήποτε εργατικό κόμμα ή κόμμα μικροαστικού χαρακτήρα αλλά ένα κόμμα που υπερασπίζεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης στο σύνολο της και παράλληλα διαμορφώνει τους όρους της νίκης της. Είναι το κόμμα νέου τύπου.

Τις τελευταίες δεκαετίες η αναγκαιότητα του κόμματος νέου τύπου αμφισβητείται και απορρίπτεται όχι μόνο από αστικές δυνάμεις που εξάλλου το έκαναν από παλιά, αλλά και από δυνάμεις αριστερές και κομμουνιστικού προσανατολισμού. Τα επιχειρήματα που επικαλούνται είναι δύο. Καταρχήν την κατάληξη της απόπειρας σοσιαλιστικής οικοδόμησης στον 20ό αιώνα. Διατυπώνεται η θέση ότι από τις κύριες αιτίες, αν όχι η κυριότερη, είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας της πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος, όπως τον διαμόρφωσε ο Λένιν, ο οποίος χαρακτήρας σε τελική ανάλυση οδηγεί στην υποκατάσταση της εργατικής τάξης από το κομμουνιστικό κόμμα στη διαχείριση της εξουσίας, στον εκφυλισμό των οργάνων που την ασκούσαν, ενώ οδηγεί το ίδιο το ΚΚ στην απόσπαση από την κοινωνία και στη γραφειοκρατία. Οι απόψεις αυτές δεν παίρνουν ή δεν θέλουν να πάρουν υπόψη τις εξαιρετικά δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στις χώρες που η εργατική τάξη κατέκτησε την πολιτική εξουσία. Η ιδιαίτερα χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, η εντελώς μειοψηφική εργατική τάξη στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, το πλήθος των οξύτατων αστικοδημοκρατικών προβλημάτων ακόμη και σημαντικών προκαπιταλιστικών προβλημάτων και στη Ρωσία οι πολύχρονοι καταστροφικοί πόλεμοι, η σκληρότατη αντίσταση της αστικής τάξης έπαιξαν καθοριστικό ρολό, για να αναφερθούμε μόνο σε αντικειμενικές αιτίες.

Ως παραδείγματα προσκομίζονται πολλά θα σταθούμε όμως σε δύο εξ αυτών. Χρεώνεται στην ηγεσία των μπολσεβίκων ότι κατάργησε το 1918 τη συλλογική διοίκηση των βιομηχανιών και άλλων επιχειρήσεων από τους εργάτες και προχώρησε σε μονοπρόσωπη διοίκηση, ένα μέτρο που ταιριάζει και εφαρμόζεται στον καπιταλισμό. Η αδυναμία των εργατών για διάφορους λόγους να διοικήσουν αποτελεσματικά τα εργοστάσια οδήγησε στην παράλυση της παραγωγής, η πείνα στις πόλεις κάλπαζε και η τροφοδοσία της υπαίθρου με βιομηχανικά προϊόντα ήταν ανύπαρκτη, κινδύνευε η επανάσταση. Ποιο άλλο δρόμο είχαν τότε οι μπολσεβίκοι; Το δεύτερο είναι ότι ενσυνείδητα οι μπολσεβίκοι υποκατέστησαν την εργατική τάξη από την πρωτοπορία της στην άσκηση της εξουσίας. Μετά την επανάσταση όμως ουσιαστικά το βιομηχανικό προλεταριάτο των μεγαλουπόλεων που ήταν η καρδιά των επαναστατικών δυνάμεων πρακτικά είχε διαλυθεί λόγω της στράτευσης πολλών εργατών αφενός και αφετέρου λόγω της πείνας και της έλλειψης εργασίας στις πόλεις που ανάγκαζε τους εργάτες να κινηθούν προς την επαρχία για να επιβιώσουν. Υπήρχε άλλη λύση από το να μπουν πιο αποφασιστικά οι κομμουνιστές στη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων; Το σφάλμα των μπολσεβίκων δεν ήταν αυτό ήταν ότι δεν συνειδητοποιηθήκαν έγκαιρα οι κίνδυνοι από αυτά και άλλα  μέτρα, δεν τοποθετήθηκαν ανοιχτά ότι πρόκειται για αναγκαίο αλλά επικίνδυνο συμβιβασμό, ώστε να μετριάζονται οι επιπτώσεις όσο ήταν δυνατόν και να καταργηθούν τα μέτρα αυτά με τη βελτίωση των συνθηκών, αντίθετα αποτέλεσαν μέρος της πρακτικής του κόμματος και των επαναστατικών οργάνων και στο μέλλον.

Ουσιαστικά οι θέσεις αυτές δεν τροποποιούν, αλλά καταργούν την ανάγκη της πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, αφού τη θεωρούν πηγή δεινών. Στη θέση της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης βλέπουν πλήθος και κάθε είδους πρωτοπορίες. Όλα τα κόμματα που συμμετέχουν στο μέτωπο είναι, κατά τις απόψεις αυτές, πρωτοπόρα στη διαμόρφωση της στρατηγικής, εκεί περιορίζεται ο ρόλος, ενώ το πολιτικό μέτωπο είναι η αποφασιστική πρωτοπορία. Στα κόμματα όμως είναι πολύ πιθανόν να περιλαμβάνονται κόμματα εργατικού χαρακτήρα όχι όμως κομμουνιστικά ακόμη και μικροαστικά. Μπορούν να είναι τέτοια κόμματα πρωτοπορία και να επεξεργάζονται τη στρατηγική της επανάστασης; Παρομοίως στο πολιτικό μέτωπο συμμετέχουν κόμματα διαφορετικού προσανατολισμού, ομάδες άτομα και φορείς πολλοί από τους οποίους δεν έχουν σχέση με το μαρξισμό ή δεν τον αντιλαμβάνονται καν. Είναι δυνατόν το μέτωπο αυτό από μόνο του να είναι η αποφασιστική πρωτοπορία;

Σε πολλές περιπτώσεις πετυχημένων επαναστάσεων μέτωπο δεν υπήρξε παρά μόνο κοινωνική συμμαχία, με πιο κλασική περίπτωση την επανάσταση των μπολσεβίκων. Δεν υπήρξε πολιτική συμμαχία μόνιμου χαρακτήρα και με οργανωτική μορφή παρά μόνο συμφωνίες κοινής δράσης μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων κατά διαστήματα και με αριστερούς εσέρους να συμμετέχουν στην επαναστατική κυβέρνηση το πρώτο διάστημα. Ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση που κυριολεκτικά άλλαξε την πορεία των πραγμάτων και αποδείχτηκε στην πράξη ο αναντικατάστατος ρόλος του κόμματος και η καθοριστική αποδοχή του από την εργατική τάξη ήταν γενικευμένη. Δεν ήταν το πολιτικό μέτωπο που διαμόρφωσε αυτά τα δεδομένα αλλά έπαιξε ρόλο καταλυτικό η ορθή πολιτική των μπολσεβίκων. Ακόμη αξίζει να σκεφτεί κανείς σε ιστορικές περιόδους που το κίνημα είχε ηττηθεί ακόμη και συντριβεί π. χ. στη Ρωσία μετά την επανάσταση του 1905, στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο πόλεμο αν η «πρωτοπορία» ήταν αυτή που πολλοί περιγράφουν και όχι ένα κομμουνιστικό κόμμα ποιος θα στήριζε τον αγωνιζόμενο λαό, θα οργάνωνε την αντίσταση του, θα διαμόρφωνε τους όρους για την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Το κόμμα νέου τύπου ή κόμματα μικροαστικού χαρακτήρα; Η πολιτική πρωτοπορία είναι εντελώς αναγκαία όχι μόνο στην επανάσταση και στη διάρκεια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αλλά σε κάθε ιστορική στιγμή, σε όλα τα επίπεδα, σε όλα τα μέτωπα και τους τομείς. Αυτό σημαίνει πολιτική πρωτοπορία. Ο διαχωρισμός της πρωτοπορίας εγκεφαλικά σε διάφορες πρωτοπορίες και με καθορισμένα καθήκοντα ουσιαστικά καταργεί την ανάγκη πολιτικής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, δηλαδή Κομμουνιστικού Κόμματος, ασυνείδητα πριμοδοτεί το αυθόρμητο και αυτό θα αποδειχθεί καταστροφικό.

18 Τα χαρακτηριστικά του

Το κομμουνιστικό κόμμα συγκροτείται με τη φιλοδοξία να αποτελέσει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Kαθοδηγείται από τη θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν, μελετά σε βάθος τη σύγχρονη πραγματικότητα και χαράσσει με τον πιο υπεύθυνο τρόπο την πολιτική του. Οικοδομείται πρωτίστως στην εργατική τάξη, ιδιαίτερα στις μεγάλες μονοπωλιακές επιχειρήσεις και κλάδους στρατηγικής σημασίας, εντάσσει στις γραμμές του επίσης γενικότερα μισθωτούς και επαγγελματίες, πρωτοπόρους νέους, γυναίκες και φτωχούς αγρότες.

Το σημαντικό πρόβλημα πώς θα εξασφαλίζεται η κομματική πειθαρχία και η ενιαία δράση κάτω από κεντρική καθοδήγηση και παράλληλα το κόμμα θα λειτουργεί δημοκρατικά, ώστε τα μέλη και τα στελέχη του να διαμορφώνουν ουσιαστικά τις αποφάσεις, και να συμβάλλουν με ουσιαστικό τρόπο στη δράση και την εν γένει παρουσία του λύθηκε με την εφαρμογή της αρχής λειτουργίας του Δημοκρατικού Συγκεντρωτισμού. Την πειθαρχία την ορίσαμε σαν ενότητα δράσης, ελευθερίας, διαλόγου και κριτικής. Μόνο τότε η πειθαρχία είναι αντάξια του δημοκρατικού κόμματος της προχωρημένης τάξης, έγραφε ο Λένιν και συνέχιζε Η δύναμη της εργατικής τάξης έγκειται στην οργάνωση των μαζών, το προλεταριάτο δεν είναι τίποτε οργανωμένο είναι το παν. Οργάνωση σημαίνει δράση, ενότητα σε πρακτικές δραστηριότητες. Για αυτό το προλεταριάτο δεν δέχεται ενότητα, χωρίς ελευθερία διαλόγου και κριτικής.

Το ΚΚ συγκροτείται και λειτουργεί συγκεντρωτικά με κεντρική καθοδήγηση, οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής είναι υποχρεωτικές για τα παρακάτω όργανα και οργανώσεις. Οι αποφάσεις της Κεντρικής Επιτροπής αφορούν μόνο τις πολιτικές κατευθύνσεις σε εθνική κλίμακα, τα ζητήματα της ιδεολογίας και της στρατηγικής και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις πολύ σημαντικά πολιτικά ζητήματα που απασχολούν τις οργανώσεις. Τα παρακάτω όργανα και οργανώσεις έχουν την ευθύνη της επεξεργασίας της πολιτικής στο χώρο ευθύνης τους στη βάση των συνεδριακών αποφάσεων και αυτών της Κεντρικής Επιτροπής, διατυπώνουν την άποψη τους για κάθε ζήτημα.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα λειτουργεί απόλυτα δημοκρατικά. Οι ιδέες και οι απόψεις διακινούνται ελεύθερα και όχι μόνο κατά την προσυνεδριακή περίοδο, φτάνουν στο κόμμα ολόκληρο και εκτίθενται δημόσια μέσω των κομματικών ενημερωτικών μέσων. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός εξασφαλίζει ενότητα όλων των κομματικών δυνάμεων στη δράση. Από τη στιγμή που με πραγματικά δημοκρατικό τρόπο διαμορφώθηκε μία απόφαση υπάρχουν οι καλύτερες προϋποθέσεις για κοινή δράση μαζί και όσων διαφώνησαν σε πλευρές της απόφασης αυτής. Ο ολοκληρωμένος δημοκρατικός τρόπος λειτουργίας είναι το οξυγόνο του κόμματος. Διεξοδική συζήτηση όλων των ζητημάτων, ανοιχτή αντιπαράθεση των ιδεών και των θέσεων, δυνατότητα όλες οι απόψεις και οι θέσεις που διατυπώνονται να φτάνουν στο σύνολο των κομματικών δυνάμεων και δημόσια μέσα από τα κομματικά μέσα ενημέρωσης, παρότι σε διάφορες πλευρές τους, ενδεχομένως σημαντικές, μπορεί να είναι διαφορετικές από την πλειοψηφούσα άποψη. Οι κομμουνιστές έχουν ενιαία αντίληψη για τη θεωρία, για το στρατηγικό στόχο και τη στρατηγική στις γενικές κατευθύνσεις της, όπως αποφασίστηκε στα κομματικά σώματα, συχνά όμως για ζητήματα τακτικής και σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικά, ακόμη και για πλευρές της στρατηγικής μπορεί να υπάρξουν διαφορετικές απόψεις. Πρέπει να μπορούν να τις υποστηρίζουν και κάθε μέλος του κόμματος να τις πληροφορείται. Αυτό δεν είναι πρόβλημα για το κόμμα, είναι η πραγματική δύναμη του που εξασφαλίζει όχι μόνο την ενότητα στη δράση, αλλά ουσιαστική ενότητα των γραμμών του. Η ανοιχτή συζήτηση, η αντιπαράθεση των θέσεων, η ζωντάνια στις θεωρητικές συζητήσεις οξύνουν τη σκέψη, ωθούν στην ενασχόληση με τη θεωρία, κάνουν κοινό κτήμα την πείρα της δράσης. Μόνο σε αυτή τη βάση το κόμμα δημιουργεί, ανανεώνεται, πλουτίζει το θεωρητικό εξοπλισμό του, γίνεται ικανό να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, προφυλάσσεται από τη ρουτίνα και την αποπολιτικοποίηση, προφυλάσσεται από τις συχνές διασπάσεις.

Οι κομματικές οργανώσεις και οι συνδιασκέψεις εκλέγουν χωρίς καμία παρέμβαση τα καθοδηγητικά όργανα και τους αντιπροσώπους τους για το συνέδριο. Σε κανένα επίπεδο κατά την εκλογή το παραπάνω καθοδηγητικό όργανο δεν καταθέτει πρόταση για το όργανο που θα εκλεγεί και γενικότερα δεν έχει περισσότερα δικαιώματα από κάθε αντιπρόσωπο.

Εκτός από την καθημερινή πολιτική δράση το κόμμα δίνει ιδιαίτερο βάρος στην ενασχόληση με τη θεωρία και τις θεωρητικές επεξεργασίες, γενικεύει την πείρα της δράσης του και της δράσης του εργατικού κινήματος διεθνώς. Ο πολύπλευρος αγώνας της εργατικής τάξης πρέπει να συνοδεύεται και να φωτίζεται από τη μαρξιστική θεωρία, από θεωρητικές αναλύσεις. Η σωστή χρήση της θεωρίας σε κάθε φάση είναι αναγκαιότητα. Οι αγώνες άλλοτε θα ακολουθούν θεωρητικές αναλύσεις και θα φωτίζονται από αυτές και άλλοτε θα προηγούνται, πράγμα που θα συμβάλει να γίνεται ολοκληρωμένα ο απολογισμός τους. Η ανάπτυξη του μαρξισμού που θα πραγματοποιείται κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν θα παίρνει τη μορφή μιας πρόσθεσης νέων ιδεών και νέων θεωριών, θα πρόκειται για μία διαλεκτική ανάπτυξη που θα προχωρεί με ρήξεις με βάση αυτό που διδάσκει η ίδια η ζωή και θα επιτρέπει την απόρριψη και τη διόρθωση των σφαλμάτων.

Το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι η πρωτοπορία της εργατικής τάξης, το πρωτοπόρο τμήμα της, σε καμία περίπτωση δεν είναι η ίδια η τάξη και το ρόλο της πρωτοπορίας αγωνίζεται και τον κατακτά στην πράξη μέσα στην ταξική πάλη. Το Κομμουνιστικό κόμμα δεν επιβάλλει αλλά πείθει. Πείθει την εργατική τάξη καταρχήν, πείθει τους συμμάχους του στα πλαίσια των συμμαχιών και των μετώπων στα οποία συμμετέχει, καταθέτει εμπεριστατωμένα την άποψή του και στη βάση αυτή επιδιώκει να γίνουν οι θέσεις του αποφάσεις. Τα αντίστοιχα συμμαχικά σχήματα ή κυβερνητικά όργανα, αν είναι κυβερνητικό κόμμα, παίρνουν τις αποφάσεις. Κυβερνητικό κόμμα όχι με την έννοια της ταύτισης του με την εργατική κυβέρνηση, αλλά με την έννοια της συμμετοχής εκπροσώπων του σε αυτήν. Η εμπειρία από τα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού πρέπει να μας διδάξει. Το κόμμα είναι ο πρωτοπόρος αγωνιστής, αυτός που υπηρετεί την εργατική τάξη και σε καμία περίπτωση δεν κυβερνά και δεν νέμεται την εξουσία.

Ο ηγετικός ρόλος του κομμουνιστικού Κόμματος προϋποθέτει τη θεωρητική, την πολιτική και την πρακτική δράση σε μία αρμονική σχέση για να προχωρήσει η ενότητα της εργατικής τάξης. Είναι ένα πολύ δύσκολο και σύνθετο εγχείρημα. Ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες που το ποσοστό των εργατών έχει αυξηθεί πολύ και στον ανεπτυγμένο κόσμο είναι η μεγάλη πλειοψηφία. Η εργατική τάξη είναι ανομοιογενής σήμερα πολύ περισσότερο από ότι πριν 30 ή 50 χρόνια. Αυτό σημαίνει απόκλιση των συμφερόντων των διαφόρων τμημάτων της, διαφορετικό επίπεδο αντιλήψεων και συνείδησης. Τμήματα της μικροαστικής τάξης των πόλεων και των αγροτών που καταστρέφονται και μπαίνουν στις γραμμές της φέρνουν μαζί τους τη συνείδηση, τις συνήθειες και τις συμπεριφορές τους, επηρεάζουν τμήματα της εργατικής τάξης και επιτείνουν τις διαφοροποιήσεις στις γραμμές της.

Από το στοιχείο αυτό εκκινώντας διάφορες αριστερές δυνάμεις φτάνουν στο συμπέρασμα ότι είναι τόσο μεγάλες οι διαφορές μεταξύ των τμημάτων της εργατικής τάξης, που η ενότητα της είναι απίθανη έως εντελώς αδύνατη. Υποστηρίζουν δηλαδή ότι τα ιδιαίτερα συμφέροντα που κινούν τα διαφορετικά τμήματα της εργατικής τάξης σε διαφορετική σχετικά κατεύθυνση από άλλα είναι πολύ πιο ισχυρά από την ίδια την αντίθεσή του συνόλου των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο και την εξουσία του. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η ενότητα της εργατικής τάξης δεν είναι στις μέρες μας δυνατή και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπάρξει κόμμα πού να εκφράζει τα άμεσα συμφέροντα του συνόλου της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα να εκπροσωπεί το μέλλον του κινήματος. (Κομμουνιστικό Μανιφέστο, σελίδα 67 «Σύγχρονη Εποχή»). Έτσι οδηγούνται στην ιδέα ενός μετώπου πολιτικών δυνάμεων που εκφράζει τα διάφορα τμήματα της εργατικής τάξης. Η κοινωνική συμμαχία πλέον και το πολιτικό μέτωπο δεν θα γίνονται μεταξύ της εργατικής τάξης και των μικροαστικών δυνάμεων, αλλά μέσα στην ίδια την εργατική τάξη. Αυτό είναι το περίφημο κόμμα-μέτωπο που αντιπαρατίθεται στο λενινιστικό κόμμα νέου τύπου. 

Χωρίς την ενότητα της εργατικής τάξης η συμπόρευση και η συμμαχία με τμήματα της μικροαστικής τάξης είναι ακατόρθωτη και η επιτυχία των στόχων του κόμματος εξαιρετικά δύσκολη. Το στόχο αυτόν, της ενότητας της εργατικής τάξης και της συμμαχίας με τμήματα της μικροαστικής πρέπει το κομμουνιστικό κόμμα να έχει τη δυνατότητα να τον προωθήσει. Σπουδαία προϋπόθεση για να κατακτήσει η εργατική τάξη τον ηγετικό της ρόλο είναι να μη μένει μόνο στην υπεράσπιση των δικών της συμφερόντων αλλά να προβάλει, να αγωνίζεται και να διεκδικεί τα συμφέροντα όλων των καταπιεζόμενων τάξεων.

Η συνείδηση της εργατικής τάξης δεν μπορεί να είναι αληθινά πολιτική συνείδηση αν οι εργάτες δεν μάθουν να απαντούν σε όλες χωρίς εξαίρεση τις περιπτώσεις αυθαιρεσίας και καταπίεσης, βίας και καταχρήσεων, οποιεσδήποτε τάξεις και αν αφορούν οι περιπτώσεις αυτές, έγραφε ο Λένιν. (Τι να κάνουμε, Άπαντα, τόμος 6, σελίδα 70).

Τo πρωταρχικό στοιχείο και το απολύτως αναγκαίο στον αγώνα της εργατικής τάξης είναι η ύπαρξη του επαναστατικού κόμματος της. Απολύτως αναγκαίο στοιχείο είναι η συνεχής δράση για την προώθηση της ενότητας της εργατικής τάξης, είναι η διαμόρφωση συμμαχιών και πρώτα-πρώτα κοινωνικών συμμαχιών με τα μικροαστικά στρώματα. Ως συνέπεια των παραπάνω καθηκόντων στις σημερινές συνθήκες καθίστανται αναγκαίες οι πολιτικές συνεργασίες και συμμαχίες. Είναι πολύ πιθανόν, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες, η συμμαχία πολιτικών δυνάμεων να πάρει και οργανωτικό χαρακτήρα υπό μορφή μετώπου.

Ένα τέτοιο κομμουνιστικό κόμμα σήμερα η εργατική τάξη της χώρας το στερείται κάτι που συμβαίνει και διεθνώς και οι επιπτώσεις είναι μεγάλες. Αυτό το κόμμα καλούνται να δημιουργήσουν οι κομμουνιστές και οι πρωτοπόροι εργάτες και διανοούμενοι. Δεν είναι κάτι εύκολο είναι όμως απόλυτα αναγκαίο.

                                                                                     Μάρτης 2020

Για να το διαβάσετε  online πατήστε πάνω στη φωτογραφία

Για να το αποθηκεύσετε σε μορφή pdf πατήστε ΕΔΩ.

 

IMAGE Οι εν δυνάμει δολοφόνοι
Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020
Γράφει ο Κώστας Γρηγοριάδης. Ο 27χρονος Βασίλης Μάγγος δεν ζει πια ανάμεσά μας. Ο ενεργός πολιτικά και κοινωνικά συμπολίτης μας, είχε ξυλοκοπηθεί άγρια, έξω από το δικαστικό μέγαρο του Βόλου, στις 14-6-2020 από δυνάμεις των ΜΑΤ και ΟΠΚΕ. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ