Στην εφημερίδα ΑΥΓΗ δημοσιεύτηκε στις 29 Αυγούστου άρθρο του Γ. Ηλιόπουλου με τίτλο "Ο μικροαστικός σοσιαλισμός στη σύγχρονη ελληνική αριστερά". Σ' αυτό απάντησα με άρθρο κριτικής μια σύντομη περίληψη του οποίου δημοσιεύτηκε στην ΑΥΓΗ  στις 22 Σεπτέμβρη. Στέλνω το πλήρες κείμενο αυτής της κριτικής.

Πέτρος Πετριδης

 

Στο άρθρο στην εφημερίδα Αυγή της 29ης Αυγούστου 2015 με τίτλο «Ο μικροαστικός σοσιαλισμός στην σύγχρονη Ελληνική Αριστερά» γίνεται κριτική σε αντιλήψεις αυτής της Αριστεράς με αιχμή σε συγκεκριμένη τάση της που πρόσφατα αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κριτική επικεντρώνεται στο τι είναι προοδευτικό από μαρξιστική άποψη και κυρίως με την οικονομική έννοια. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και ένας βασικός λόγος είναι πως έχει αποτελέσει το γενικό πεδίο για την σοβαρότερη και βαρύτερη ίσως ιστορικά παρέκκλιση από τον μαρξισμό σε πολλά πεδία της ταξικής πάλης που οι επιπτώσεις της δεν έχουν ακόμη αποτιμηθεί επαρκώς. Δεν ανήκα – ανήκω στον ΣΥΡΙΖΑ ούτε είμαι πολιτικός οπαδός της οποιασδήποτε τάσης του. Επειδή ωστόσο θεωρώ ότι το υπό συζήτηση θέμα έχει βαρύνουσα ιδεολογική και πολιτική σημασία προχωρώ στην παρούσα κριτική αυτού του άρθρου, κριτική που βέβαια επ’ ουδενί εξαντλεί το ζήτημα.

Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις:

(α) Στο (δ) «επιμέρους ζήτημα» αναφέρεται: «Αν η διατήρηση των «κεκτημένων» συνεπάγεται περισσότερες ζημίες για το σύνολο της κοινωνίας παρά ωφέλειες…».και στην περίπτωση αυτή υποστηρίζεται η αναγκαιότητα «επώδυνων μεταρρυθμίσεων» αλλά με «δημοκρατικότητα» ,«δικαιοσύνη» κοκ. Είναι εξαιρετικά σπάνιο το όφελος κάποιων να βλάπτει όλη την κοινωνία δηλαδή και τους ίδιους. Η κοινωνία είναι χωρισμένη σε τάξεις Όφελος για μια μερίδα της είναι ζημιά για μια άλλη. Το θέμα είναι τι και για ποια. Φαίνεται ωστόσο από την ίδια την διατύπωση του κειμένου ότι οι «μεταρρυθμίσεις» σαν αντίδοτο στα «κεκτημένα» αφού είναι «επώδυνες» αλλά επιβάλλονται με «δημοκρατικότητα» και «προοπτική» δεν νοούνται να στρέφονται κυρίως κατά μιας κοινωνικά προνομιούχας μερίδας αλλά κυρίως κατά του λαού (σαν συνόλου καταπιεζόμενων και εκμεταλλευόμενων τάξεων και στρωμάτων), που δεν ταυτίζεται βέβαια με το σύνολο της κοινωνίας. Η θεώρηση της άμεσης πολιτικής πραγματικότητας επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα.  

(β) Η επιστροφή στην δραχμή δεν έχει προβληθεί σαν «στρατηγικός στόχος» από κανέναν, και πιο συγκεκριμένα από την ΛΑ.Ε. αλλά σαν μέσο, και θα ήταν πολύ παράδοξο να νοούνταν από κάποιους σαν τέτοιος στόχος. Σαν ένα μέσο όμως το εθνικό νόμισμα είναι απόλυτα αναγκαίο – και όσο δεν θα είμαστε έτοιμοι να καταργήσουμε το ρευστό χρήμα και τελικά την εμπορευματική παραγωγή και κάθε μορφή χρήματος. Ίσα-ίσα η ΛΑ.Ε. δεν είναι όσο θα έπρεπε δηλαδή απόλυτα σαφής στο σημείο αυτό.  

(γ) Ο μαρξισμός στο όνομα του οποίου μιλάμε παίρνει σαν αφετηρία στην πολιτική και στην ιστορία την πάλη των τάξεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν το έκανε αυτό. Δια στόματος του αρχηγού του Α. Τσίπρα την αρνήθηκε όταν ερωτώμενος για την συνάντησή του με τον ΣΕΒ και ενώ ήταν ακόμη στην αντιπολίτευση, χαρακτήρισε τους βιομηχάνους «κοινωνικούς εταίρους» δικαιολογώντας με αυτόν τον τρόπο την συνάντηση μαζί τους.  

Είναι βέβαια γνωστό ότι ο Μαρξ στην κριτική του προς τον μικροαστικό σοσιαλισμό δεν αναφέρθηκε στην μορφή του χρήματος και πολύ περισσότερο του νομίσματος σε μια καπιταλιστική ή σοσιαλιστική κοινωνία. Αναφέρθηκε σε αυτά που πολύ καθαρά παρατίθενται και στο άρθρο δηλαδή είτε στην επιστροφή στα παλιά μέσα παραγωγής και συγχρόνως στις παλιές σχέσεις ιδιοκτησίας (που πρέπει να διαβαστεί στις παλιές σχέσεις παραγωγής) που αντιστοιχούν σε αυτά είτε στον εγκλωβισμό των σύγχρονων μέσων παραγωγής στις παλιές σχέσεις παραγωγής. Είναι αντιληπτό ότι αυτά δεν βρίσκονται σε καμιά αιτιώδη σχέση με το νόμισμα όση φαντασία και να διαθέτει κανείς. Ο ίδιος ο Μαρξ στην εποχή του δεν έβλεπε καθόλου μια νομισματική ενοποίηση ανάμεσα στις σύγχρονες τότε καπιταλιστικές χώρες σαν αναγκαία προυπόθεση ή έστω σαν κάτι χρήσιμο με την έννοια της ωρίμανσης των οικονομικών όρων της επανάστασης. Στην βάση της μεγάλης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των αντίστοιχων σχέσεων παραγωγής και της αξεπέραστης αντίθεσης που αυτή η ανάπτυξη γεννούσε καθώς και της αλληλεπίδρασης της οικονομίας των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών της εποχής τους οι Μαρξ και Ένγκελς προέβλεπαν το αναπόφευκτο της προλεταριακής επανάστασης (σωστά), και μάλιστα πολύ σύντομα και ταυτόχρονα (λαθεμένα), στις χώρες αυτές. Η συσχέτιση που γίνεται λοιπόν αφορά μια φιλοσοφική γενίκευση που λέει ότι κάθε εξέλιξη και εν προκειμένω οικονομική εξέλιξη είναι προοδευτική και μας φέρνει κοντύτερα στον σοσιαλισμό («πρώτη φάση του κομμουνισμού» κατά Μαρξ). Το άρθρο καθαρά υποστηρίζει αυτήν την άποψη που βέβαια δεν είναι καθόλου καινούργια και μάλιστα φτάνει στο σημείο, την κατάλυση, έστω και πολύ μερική όταν μιλάμε για την Ελλάδα, της νομισματικής ενοποίησης να την αναγορεύει σε «ανάσχεση της γενικής πορείας της καπιταλιστικής οικονομίας»! Αυτό όμως είναι υπερβάλλουσα εξύψωση, είναι θεοποίηση του νομισματικού ζητήματος για την οποία συνήθως κατηγορούνται άλλοι. Με την λογική αυτή και ακόμη περισσότερο, αυτή η «ανάσχεση» συντελείται και με την αντίθεση στα μνημόνια, που δεν είναι μόνον δημοσιονομικά μέτρα εξαθλίωσης του λαού αλλά και στήριξη στο ντόπιο κεφάλαιο και σε συγκεκριμένες μερίδες του που πιο πολύ ωφελήθηκαν από την κρίση να συσσωρεύσει, πέρα από το γεγονός ότι επιβάλλονται κυρίως, (αντιληπτό σε όλους όσον αφορά το τρίτο), μέσω του εκβιασμού του € και γι’ αυτό όποιος υποστηρίζει σήμερα το € αντικειμενικά υποστηρίζει μνημόνια. Συντελείται με την αντίθεση στην διάλυση του υφιστάμενου πλαισίου εργασιακών σχέσεων αφού αυτή εμποδίζει την συσσώρευση κερδών, συντελείται με την αντίσταση ανταγωνιστικών μονοπωλιακών και μη κεφαλαίων σ’ αυτήν την «γενική πορεία», με την αντίθεση στις ιδιωτικοποιήσεις και στην αποδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας (όπου το κοινό νόμισμα και η ΕΕ έχουν την αποφασιστική συμβολή τους), αφού συσσωρεύει και γίνεται πιο πλούσιο το μεγάλο ευρωπαικό - και σαν πιο αναπτυγμένο πιο «προοδευτικό» - κεφάλαιο, αυξάνει η διεθνής συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου κοκ. Ακόμη και η αντίθεση για τα μέτρα στο ψωμί στο γάλα, την Κυριακάτικη αργία κλπ εκεί εντάσσεται. Με δυο λόγια η συνέπεια σ’ αυτήν την λογική επιβάλλει την υποστήριξη των μνημονίων στο όνομα του «μαρξισμού» Είμαι βέβαιος ότι με αυτήν την υποστήριξη oσυντάκτης του άρθρου θα διαφωνεί, όμως εκεί οδηγεί αυτή η λογική που δεν μπορεί κανείς να την περιορίζει μόνον στο νόμισμα. Και βέβαια αυτά που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ για την στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των αγροτών κλπ. (κάνοντας στην πράξη με το μνημόνιο το αντίθετο), υπόκεινται στην κατηγορία του μικροαστικού σοσιαλισμού.

Επιστρέφοντας στον Μαρξ, το «όραμά» του το 1848 (που δεν ήταν βέβαια όραμα), είναι και σημερινό «όραμα» αν και η επαναστατική ανατροπή δεν είναι επικείμενη. Μετά από μια τέτοια ανατροπή θα μπορέσει μόνον να γίνει μια αληθινή και πλήρης «παραγωγική ανασυγκρότηση» της οικονομίας μέσω της εθνικής εκβιομηχάνισης. Μια περιορισμένη και οπωσδήποτε επισφαλής παραγωγική ανασυγκρότηση και μια άμεση ανακούφιση και βελτίωση της κατάστασης των λαικών τάξεων θα μπορούσε να γίνει και πριν αλλά μόνον με την έξοδο από την ΟΝΕ και την ΕΕ. Η θέση της παραγωγικής ανασυγκρότησης μέσα στην ΕΕ και ακόμη περισσότερο μέσα στην Ευρωζώνη που αποφασιστικά συμβάλλανε στην παραγωγική αποσύνθεση είναι μια φενάκη. Γι’ αυτό όποιος είναι υπέρ της προοδευτικής ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας και ενάντια στην «ανάσχεσή» της είναι υπέρ της ρήξης και αποχώρησης από αυτές τις οικονομικές ενώσεις.  

Η φιλοσοφική γενίκευση στην οποία παραπάνω αναφέρθηκα, στην σφαίρα της οικονομίας αντιπροσωπεύει τον οικονομισμό. Αυτός στην κλασική θεωρητική μορφή του ανάγει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων από πρωταρχικό ιστορικά αλλά σε τελευταία ανάλυση, παράγοντα της κοινωνικής εξέλιξης, στον σε κάθε περίπτωση καθοριστικό παράγοντα αυτής που συμπαρασύρει τις σχέσεις στην παραγωγή και το εποικοδόμημα. Και πάλι, αυτός ο οικονομισμός προυποθέτει ανάπτυξη των δυνάμεων της παραγωγής. Είναι ζήτημα προς διερεύνηση το αν η νομισματική ενοποίηση στην Ευρώπη ευνόησε και ευνοεί τελικά μια τέτοια ανάπτυξη ή κάνει σήμερα το ακριβώς αντίθετο. Είναι όμως φανερό ότι αυτό το ακριβώς αντίθετο κάνει στην περίπτωση της Ελλάδας. Η γενίκευση λοιπόν στην συγκεκριμένη εφαρμογή της είναι οικονομισμός όχι στην κλασική αλλά στην πιο αγοραία μορφή του. Η παράδοση του οικονομισμού υπήρξε βαριά και καταλυτική στο διεθνές εργατικό κίνημα. Η γραμμική και αντιδιαλεκτική αντίληψή του εκδηλώθηκε καθαρά στις αρχές του περασμένου αιώνα στο ζήτημα της αντίθεσης αναπτυγμένων και καθυστερημένων εθνών, μητροπόλεων και αποικιών. Εδώ επρόκειτο για μια ουσιώδη διαφορά από το ιστορικό πλαίσιο αναφοράς του Μαρξ που περιλάμβανε τις μεγαλύτερες ή μικρότερες καπιταλιστικές χώρες της εποχής του, ίσου περίπου βαθμού ανάπτυξης (όπως συμβαίνει πχ. σήμερα με τις περισσότερες χώρες της Δ. Ευρώπης, δεν συμβαίνει όμως καθόλου με το σύνολο των χωρών-μελών της ΕΕ). Στο όνομα της ανάπτυξης του καπιταλισμού στις καθυστερημένες χώρες, αποικίες και προσαρτημένα εδάφη, ο οικονομισμός έπαιρνε θέση κατά της αυτοδιάθεσης των εθνών. Η αποικιοκρατία των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και ο ιμπεριαλισμός διεισδύοντας οικονομικά στις αποικίες εισήγαν σ’ αυτές ορισμένα στοιχεία καπιταλισμού και ανέπτυσσαν κάπως ορισμένους κλάδους της παραγωγής καταστρέφοντας άλλους παραδοσιακούς. Ταυτόχρονα όμως έρχονταν σε συμμαχία με την ντόπια φεουδαρχία ή μερίδες της και στήριζαν καθυστερημένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξη του εθνικού καπιταλισμού και των παραγωγικών δυνάμεων. Ο οικονομισμός έβλεπε το πρώτο στοιχείο και «παρέβλεπε» το δεύτερο που έβαζε το καθήκον της πάλης ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό. Ακόμη περισσότερο δεν έβλεπε το εποικοδόμημα, δεν αναγνώριζε την αναγκαιότητα της αυτοδιάθεσης σαν προυπόθεσης για την από κοινού πάλη των εργατών των εκμταλλευόμενων και των εκμεταλλευτικών εθνών. Την χυδαία υποστήριξή του προς την πολιτική της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης ο Λένιν εύστοχα ονόμασε σοσιαλιμπεριαλισμό. Αυτός ο ιμπεριαλιστικός οικονομισμός δεν ήταν βέβαια μαρξισμός αλλά μια καρικατούρα του. Στην βάση του οικονομισμού η εξάπλωση και κυριαρχία του ιμπεριαλισμού στις αποικίες ήταν πρόοδος και – καλή ώρα σήμερα μονόδρομος- ενώ η απελευθέρωσή τους (χωρίς την σοσιαλιστική επανάσταση), ήταν «επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν». Στην πραγματικότητα ήταν αυτή η απελευθέρωση – που έγινε με την φωτιά και το σίδερο – πρόοδος, ενώ η απατηλή προσδοκία της «καλλιέργειας» του καπιταλισμού στις αποικίες και τις μισοαποικίες από τον ιμπεριαλισμό, καθυστέρηση. Ο Γερμανός απολογητής του ιμπεριαλισμού και των προσαρτήσεων, σοσιαλιμπεριαλιστής Κούνοφ, αναφέρει ο Λένιν, έκανε τον εξής κυνικό συλλογισμό : «Ο ιμπεριαλισμός είναι ο σύγχρονος καπιταλισμός, η ανάπτυξη του καπιταλισμού είναι αναπόφευκτη και προοδευτική, επομένως ο ιμπεριαλισμός είναι προοδευτικός, επομένως πρέπει να φερνόμαστε με δουλοπρέπεια απέναντι στον ιμπεριαλισμό και να τον δοξολογούμε» (Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός, Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, Άπαντα, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τ.27, σελ. 397). Βάλτε στην θέση της λέξης ιμπεριαλισμός την διατύπωση «ιμπεριαλιστική Ευρωπαική Ένωση». κάνετε τις αλλαγές που επιβάλλουν οι κανόνες της γραμματικής και έχετε μια σύγχρονη εκδοχή αυτού του συλλογισμού που επί δεκαετίες λάνσαρε στην Ελλάδα μια μερίδα της Αριστεράς – το ρεύμα του Ευρωκομμουνισμού – και που σήμερα συνεχίζει να τον έχει σημαία του ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αλήθεια είναι πως αυτή η μερίδα της Αριστεράς στο παρελθόν μόνον δοξολογούσε (την ΕΟΚ – ΕΚ – ΕΕ), δεν καλούσε σε δουλοπρέπεια. Αντίστροφα είναι αλήθεια είναι πως η κυβέρνησή του ΣΥΡΙΖΑ δεν την δοξολογούσε όπως γινόταν παλιότερα, υποτασσόμενη όμως στάθηκε απέναντί της ακριβώς με δουλοπρέπεια.    

Σαν συνέπεια της υποδούλωσης των αποικιών από τα αναπτυγμένα καπιταλιστικά έθνη και της εξέλιξης του καπιταλισμού σε ιμπεριαλισμό σχηματίστηκε μια προνομιούχα μερίδα εργατών και εργαζομένων που αμοίβονταν καλά από τα ιμπεριαλιστικά υπερκέρδη. Αυτή, όντας προιόν της ανάπτυξης του καπιταλισμού ήταν μια αντιδραστική οικονομική εξέλιξη που πήγαινε την υπόθεση της επανάστασης στις αναπτυγμένες χώρες πολύ πίσω καθυστερώντας την σε εξαιρετικά σημαντικό βαθμό όπως έδειξε η ιστορική εμπειρία. Αυτό είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πως η «γενική πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας» μπορεί να παράγει εξελίξεις που δεν είναι πρόοδος αλλά καθυστέρηση και αντίδραση. Στην εποχή του ιμπεριαλισμού προοδευτικό είναι ότι κλονίζει την κυριαρχία του. Aυτό είναι το απόλυτο και βασικό κριτήριο της οικονομικής και πολιτικής προοδευτικότητας.

Ο Μαρξ χαρακτηρίζοντας τον μικροαστικό σοσιαλισμό ταυτόχρονα και αντιδραστικό και ουτοπικό τον αντιπαραθέτει στην προοδευτικότητα της κοινωνικής εξέλιξης και όχι στην οποιαδήποτε τέτοια εξέλιξη και στην νομοτελειακότητά της. Η συσσώρευση κεφαλαίου στον μη εξαρτημένο καπιταλισμό είναι νομοτελειακή τάση και η τάση για μονοπώλιο επίσης. Παρόλα αυτά και όπως παρατήρησε ο Λένιν ούτε αυτή η τάση είναι ικανή να οδηγήσει τελικά σε ένα μονοπώλιο. Η σύμπηξη και διάλυση των μονοπωλιακών – ιμπεριαλιστικών ενώσεων, εθνικών και υπερεθνικών και ακόμη των νομισματικών ενώσεων, είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας. Σε διάκριση με την συσσώρευση κεφαλαίου και την τάση για μονοπώλιο η νομισματική ένωση καθόλου δεν είναι νομοτελειακή. Το γεγονός του κινδύνου διάλυσης της Ευρωζώνης από τις οικονομικές αντιφάσεις της δείχνει ότι καθόλου δεν είναι αυτή μια οικονομική νομοτέλεια, στοιχείο της λεγόμενης «γενικής πορείας της καπιταλιστικής οικονομίας».

Η καλύτερη και μάλιστα «προφητική» απάντηση με βάση τον μαρξισμό για τον χαρακτήρα και τον ρόλο της ΕΕ και μέσα σ’ αυτήν και της Νομισματικής Ένωσης) δίνεται από το παρακάτω απόσπασμα του Χόμπσον όπως το παραθέτει ο Λένιν στον «Ιμπεριαλισμό» : «Να τι δυνατότητα ξανοίγει μπροστά μας μια πλατύτερη συμμαχία των δυτικών κρατών, η ευρωπαική ομοσπονδία των μεγάλων Δυνάμεων: όχι μονάχα δεν θα προωθούσε τον παγκόσμιο πολιτισμό, μα θα μπορούσε να σημαίνει έναν τεράστιο κίνδυνο δυτικού παρασιτισμού: το ξεχώρισμα μιας ομάδας από προηγμένα βιομηχανικά έθνη, που οι ανώτερες τάξεις τους θα εισπράττουν τεράστιο φόρο υποτέλειας από την Ασία και την Αφρική και που με τη βοήθεια αυτού του φόρου θα διατηρούν μεγάλες πειθήνιες μάζες υπαλλήλων και υπηρετών, που δεν θ’ ασχολούνται πια με τη μαζική παραγωγή αγροτικών και βιομηχανικών προιόντων, αλλά με την προσωπική εξυπηρέτηση ή με δευτερεύουσα βιομηχανική δουλιά κάτω από τον έλεγχο της νέας χρηματιστικής αριστοκρατίας…Οι επιδράσεις … που κατευθύνουν σήμερα τον ιμπεριαλισμό της Δυτικής Ευρώπης κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση και, αν δεν συναντήσουν αντίδραση, αν δεν τραβηχτούν προς μια άλλη πλευρά, θα δουλεύουν προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης αυτού ακριβώς του προτσές». Και σχολιάζει ο Λένιν: « Ο συγγραφέας έχει απόλυτο δίκιο (υπογράμμιση της σύνταξης): αν οι δυνάμεις του ιμπεριαλισμού δεν συναντούσαν αντίδραση, θα οδηγούσαν ακριβώς σ’ αυτό το πράγμα. Η σημασία των «Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» στις σύγχρονες, ιμπεριαλιστικές συνθήκες έχει εκτιμηθεί εδώ σωστά» (Λένιν, Ο Ιμπεριαλισμός …, Άπαντα, τ.27, σελ. 407-408).

Όπως σωστά αναφέρεται στο άρθρο κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι μαρξιστής, ούτε λενινιστής θα πρόσθετα. Αν όμως παρ’ όλα αυτά θέλει να μιλήσει υπέρ των λαικών συμφερόντων έστω των άμεσων, πρέπει να είναι ειλικρινής, να έχει την ικανότητα να δει την αλήθεια και το θάρρος να την πει. Να διαβάζουμε και όχι απλώς να διαβάζουμε αλλά να μελετούμε τον Μαρξ, σ’ αυτό συμφωνώ απόλυτα, και επίσης τον Ένγκελς και τον Λένιν προσθέτω, όσο μπορούμε περισσότερο. Μια τέτοια μελέτη με γνήσια κίνητρα ποτέ δεν οδηγεί στον απολογητισμό υπέρ του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου αλλά είναι οδηγός στον αγώνα για την συντριβή του.

Πέτρος Πετρίδης