Με μια λιτή τελετή, χωρίς σημαίες και συνθήματα αποφάσισε να αποχαιρετίσει η οικογένειά του τον σύντροφο Αντώνη Σκυλλάκο στην πολιτική κηδεία που έγινε την Τετάρτη 25/8 στο λόφο του Μεζούρλου, στη Λάρισα.

Αντιπροσωπεία της Γραμματείας της Κίνησης Κομμουνιστών Εργατικός Αγώνας ήταν εκεί για να συλλυπηθεί τους οικείους του και να τιμήσει έναν ξεχωριστό σύντροφο, ηγετική μορφή του κομμουνιστικού και επαναστατικού κινήματος της χώρας μας που αφήνει βαριά παρακαταθήκη σε όλους μας να συνεχίσουμε.

Ο Αντώνης Σκυλλάκος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1949. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα στα χρόνια της δικτατορίας και συμμετείχε ενεργά στο αντιδικτατορικό κίνημα. Εκλέχτηκε βουλευτής Λάρισας το 1989 και το 1993, ενώ στην κοινοβουλευτική περίοδο 1993- 1996 είχε διατελέσει κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ. Στις εκλογές του 2000 εξελέγη στη Β’ Αθήνας όπου και εκλεγόταν μέχρι το 2012.

Ο σύντροφος Αντώνης υπηρέτησε με ανιδιοτέλεια το ΚΚΕ από διάφορες θέσεις και μάλιστα, όπως παραδέχεται με ανακοίνωσή της η Κ.Ε του ΚΚΕ: «Την περίοδο ’90 – ’91 πρωτοστάτησε στη μάχη ενάντια στις οπορτουνιστικές δυνάμεις, που επεδίωκαν τη διάλυση του ΚΚΕ, υπερασπιζόμενος αποφασιστικά τον επαναστατικό του χαρακτήρα του, ως πρωτοπόρου Κόμματος της εργατικής τάξης, την πρωτοπόρα θεωρία του μαρξισμού – λενινισμού και της πάλης για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, για το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.» 

Πάντα σταθερά προσανατολισμένος στις αρχές του Μαρξισμού- λενινισμού δεν δίσταζε να εκφράζει ανοιχτά τις απόψεις και να γράφει σε προσυνεδριακούς διαλόγους.

Στον προσυνεδριακό διάλογο του 19ου Συνεδρίου του ΚΚΕ εξέφρασε τις διαφωνίες του με το νέο πρόγραμμα του κόμματος με άρθρο του που δημοσιεύτηκε την 1 Μάρτη 2013 στον Ριζοσπάστη με τίτλο «Για την προσέγγιση στην σοσιαλιστική επανάσταση», και ξεκινούσε ως εξής:

«Η ανάγκη προσέγγισης στη Σοσιαλιστική Επανάσταση, καθιστά αναγκαία πέρα των άλλων και την πολιτική των συμμαχιών του Κόμματος. Πρόκειται για ταχτική μεγάλης στρατηγικής σημασίας. Σε αυτή την ανάγκη απαντούσε σωστά το 15ο Συνέδριο με την ταχτική του Αντιιμπεριαλιστικού - Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου (ΑΑΔΜ).

Οι θέσεις του 19ου Συνεδρίου ανατρέπουν αυτήν τη λογική και αντιπροτείνουν τη Λαϊκή Συμμαχία, που έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Όσα προτείνονται για τη συγκρότηση - σύνθεση - δράση κλπ της Λαϊκής Συμμαχίας, δε βοηθούν στη συγκέντρωση πλατιών δυνάμεων, δε βοηθούν στην προσέγγιση στη Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Έτσι δημιουργείται σοβαρότατο κενό ταχτικής. Οι διαφορές του ΑΑΔΜ με τη Λαϊκή Συμμαχία είναι μεγάλες. Το ΑΑΔΜ πρόκειται για συμμαχία κοινωνική αλλά και πολιτική, για συσπείρωση Αντιμονοπωλιακή - Αντιιμπεριαλιστική - Δημοκρατική. Συσπείρωση στη βάση της αντίθεσης μονοπωλίων - ιμπεριαλισμού από τη μια και του λαού από την άλλη.

Αντίθετα στη Λαϊκή Συμμαχία γίνεται λόγος για συσπείρωση μόνο κοινωνική και (όχι πολιτική), αποκλείει καθαρά τη συμμαχία ακόμα και την κοινή δράση με άλλα πολιτικά κόμματα.»

Για τις απόψεις του αυτές στοχοποιήθηκε, δεν εκλέχθηκε ούτε καν σύνεδρος στο 19ο Συνέδριο προκειμένου να εκφράσει εκεί τις απόψεις του, απομακρύνθηκε από θέσεις ευθύνης στο κόμμα, απομονώθηκε. Κατηγορήθηκε για «οπορτουνισμό» και ότι είναι δήθεν με τη «θεωρία των σταδίων», ενώ δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να υπεραμύνεται των αποφάσεων του προηγούμενου προγραμματικού συνεδρίου, του 15ου.

«… Το 15ο Συνέδριο απαντούσε καθαρά και ρεαλιστικά σε όλα τα παραπάνω ζητήματα. Έλεγε ότι το Μέτωπο θα είναι Αντιιμπεριαλιστικό - Αντιμονοπωλιακό - Δημοκρατικό και όχι Αντικαπιταλιστικό. Οι επεξεργασίες του 15ου ήταν στη λογική του Λένιν και της Κομμουνιστικής Διεθνούς για το Ενιαίο Εργατικό Μέτωπο και το σχηματισμό Εργατικής Κυβέρνησης, στη λογική των Μετώπων που αλλού νίκησαν (π.χ Ανατ. Ευρώπη - Λαϊκές Δημοκρατίες), αλλού ηττήθηκαν (π.χ. ΕΑΜ, Χιλή). Ο Λένιν έφτασε μάλιστα στο να συμμαχήσει στην Επαναστατική κυβέρνηση με τους αριστερούς Εσέρους και να δεχθεί ολόκληρο το αγροτικό τους πρόγραμμα, για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της αγροτιάς. Στην ίδια λογική του Λένιν βρίσκονταν η ταχτική της μετεξέλιξης της αστικοδημοκρατικής επανάστασης σε Σοσιαλιστική, καθώς και η δημιουργία εθνικοαπελευθερωτικών, αντιφασιστικών, αντιιμπεριαλιστικών κλπ Μετώπων που θα οδηγούσαν τελικά στη Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Αυτήν τη θεωρητική αντίληψη και πρακτική πείρα του Παγκόσμιου Κομουνιστικού Κινήματος πρέπει να την αξιοποιούμε και όχι να την απορρίπτουμε. Στηριγμένο σε αυτή την αντίληψη και πρακτική το 15ο Συνέδριο έβαζε (πέρα από την επαναστατική κυβέρνηση χωρίς εκλογές) ως ενδεχόμενο το σχηματισμό με εκλογές αντιμονοπωλιακής αντιιμπεριαλιστικής κυβέρνησης σε συνθήκες βέβαια οξυμένης ταξικής πάλης. Μιας κυβέρνησης στο έδαφος του καπιταλισμού, όχι για να διαχειριστεί το σύστημα (όπως θέλουν οι οπορτουνιστές), αλλά με τη στήριξη και τη συμμετοχή του λαού να πάρει τα «κλειδιά» του κράτους , στα χέρια της, να ξεσηκώνει το λαό, να προωθήσει τα πρώτα μέτρα του Προγράμματός της. Έτσι ώστε να συμβάλλει στη δημιουργία επαναστατικής κατάστασης, στο να ανοίξει ο δρόμος για τη Σοσιαλιστική Επανάσταση.

Αυτό που πρέπει να απορρίψουμε είναι μια «στενή πολιτική», που οδηγεί μαθηματικά στη στασιμότητα και τη συρρίκνωση. Μήπως εκεί δεν οφείλεται η απόσπαση ελάχιστων επιπλέον δυνάμεων στις εκλογές του περασμένου Μάη, σε συνθήκες μάλιστα τεράστιων ανακατατάξεων σε βάρος του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ;

Δεν επηρέασε αυτή η πολιτική μας γραμμή που σε συνδυασμό με την πόλωση στις εκλογές του Ιούνη να έχουμε το γνωστό αποτέλεσμα; Δε συμβάλλει στις μεγάλες δυσκολίες που έχουμε στην οικοδόμηση του Κόμματος και της ΚΝΕ, στην ανασύνταξη του συνδικαλιστικού κινήματος, στην αύξηση των δυνάμεών μας, στη λειψή σύνδεση με τις μάζες;

Κατά τη γνώμη μου σε συνθήκες οικονομικής κρίσης άλλοι θα έπρεπε να είναι οι δείκτες επιρροής του Κόμματος. Και σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να είναι ανοδικοί. Μπορούμε βέβαια να ακολουθήσουμε το «μοναχικό» δρόμο. Οι δυσκολίες όμως θα είναι τεράστιες, μέχρι και αξεπέραστες».