Ο Εργατικός Αγώνας θεωρεί ότι η Αριστερή Πρωτοβουλία, όπως προετοιμάστηκε και ανακοινώθηκε, δεν μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού ευρύτερα στη σημερινή συγκυρία, να οργανώσει τους αγώνες του και ακόμη περισσότερο  να εκφράσει το αύριο του.

Το κείμενο μας αυτό στόχο έχει να δώσει με λιτό τρόπο και συντροφικό πνεύμα τις αναγκαίες πληροφορίες τις οποίες θεωρούμε ότι οφείλουμε σε όσους παρακολουθούν το εγχείρημα αυτό και ενδιαφέρονται .

Η Αριστερή Πρωτοβουλία εκφράστηκε με ένα πολύ γενικό κείμενο κάτι που δεν συνηθίζεται στις περιπτώσεις συνεργασιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα κείμενα που συμφωνούνται είναι συγκεκριμένα και κυρίως οριοθετούν τα πράγματα. Αυτό μπορεί μεν να εμποδίζει κάποιους να προσέλθουν στο εγχείρημα προσδίδει όμως δυναμική, ελκυστικότητα και σε τελική ανάλυση ταυτότητα. Θεωρεί ότι όλα θα λυθούν στην πορεία, θα συζητηθούν από κοινού από όλους μαζί χωρίς να υπάρχει ένα καθορισμένο πλαίσιο, όρια και βασικές σταθερές.

Δεν καθορίζεται τι ακριβώς επιδιώκεται. Επιδιώκει να δημιουργηθεί μια συνεργασία που θα ασχοληθεί με τα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων, τα προβλήματα επιβίωσης τους; Η διατύπωση όμως θέσεων για τα άμεσα προβλήματα των διαφόρων επαγγελμάτων και κλάδων δεν μπορεί να γίνει πειστική, οι προτάσεις θα φαίνονται εντελώς ξεκρέμαστες. Με τα προβλήματα γενικώς ασχολούνται όλες οι πολιτικές δυνάμεις και όλες έχουν ένα καλό λόγο να πουν για την ανάγκη λύσης των προβλημάτων αυτών όταν θα διαμορφωθούν οι όροι λύσης τους. Απαιτούνται απαντήσεις σχετικά με το τι πρέπει να γίνει, ποιος θα το πραγματοποιήσει, τι θα γίνει με τη σημερινή εξουσία που είναι το μεγάλο εμπόδιο και σε ποια προοπτική αυτό εντάσσεται.

Είναι επίσης σαφές ότι  για τη δημιουργία ενός προγράμματος  κατάληψης της εξουσίας και κοινωνικού μετασχηματισμού, που ο Εργατικός Αγώνας και άλλες δυνάμεις επιδιώκουν, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή προϋποθέσεις. Και με το εύρος των αντιλήψεων που συγκεντρώνει στα πλαίσια της η Αριστερή Πρωτοβουλία το πιθανότερο είναι ότι δεν θα διαμορφωθούν και στο μέλλον. Το μόνο που μένει είναι να διατυπωθεί ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση προς όφελος των εργαζομένων που θα περιλαμβάνει την αντιμετώπιση των προβλημάτων και ένα πλαίσιο πολιτικών στόχων που θα κινείται έξω από τα όρια ανοχής της αστικής τάξης  και θα σηματοδοτεί την προοπτική.

Το κείμενο όμως τίποτα από όλα αυτά δεν κάνει. Κάνει αναφορά στα ζωτικά προβλήματα των εργαζομένων σήμερα και στη διατύπωση προτάσεων για  την αντιμετώπισή τους. Παράλληλα κάνει αναφορά στην ανάγκη να συνδεθούν με ένα πρόγραμμα που οδηγεί σε άλλη κοινωνική προοπτική υπέρ των εργαζομένων και του λαού, με βαθιές ριζοσπαστικές κατακτήσεις όπως η μείωση του χρόνου εργασίας, η εξασφάλιση κοινωνικού εισοδήματος, η ανάγκη εξόδου από το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η άρνηση του υπέρογκου δημόσιου χρέους κ.ά. Ένα πρόγραμμα που θα  ανοίξει το διάλογο για τα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα, το χαρακτήρα της εποχής και τη θέση της χώρας μας αυτό το σύστημα. Ένα πρόγραμμα που θα δίνει απαντήσεις στο τι πήγε στραβά με τις επαναστάσεις του 20ου αιώνα, θα αναφέρεται στο σοσιαλισμό στον 21ο αιώνα και στο ‘‘φάντασμα του κομμουνισμού” που είναι παρόν.

Μέσα σε μια συνεργασία -και πολύ περισσότερο στην Αριστερή Πρωτοβουλία διαλόγου και δράσης- όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να τεθούν  και  μάλιστα με αυτό τον πολύ γενικό τρόπο που όλοι μπορεί να συμφωνήσουν και κανείς να μην ικανοποιείται. 

Το ερώτημα είναι με ποιο τρόπο το εγχείρημα θα προχωρήσει με την  πανσπερμία των απόψεων που συγκεντρώνονται στα πλαίσια της πρωτοβουλίας και τις μεγάλες αποκλίσεις θέσεων των πολιτικών οργανώσεων που ήδη δήλωσαν συμμετοχή. Πώς θα συζητήσουν όλες αυτές οι δυνάμεις με τις τόσες και τέτοιες  θεωρητικές διαφορές για το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα, πώς θα συζητήσουν και θα καταλήξουν κάπου σε σχέση με το χαρακτήρα της εποχής όταν είναι γνωστό ότι στα πλαίσια τους διατυπώνονται πλήθος διαφορετικών αντιλήψεων αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους.

Η ιστορική πείρα στην Ευρώπη -ΣΥΡΙΖΑ,  ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΠΟΔΕΜΟΣ- και περισσότερο στη Λατινική Αμερική που υπήρχαν καλύτερες προϋποθέσεις, έδειξε ότι σε καμία περίπτωση δεν έδωσε αποτελέσματα.

Ένας φορέας της αγωνιστικής αριστεράς -δεν συζητούμε για κομμουνιστικό- έχει ρόλο μόνο όταν εκφράζει τον κόσμο της εργασίας και πρωτίστως την εργατική τάξη. Εκεί πρέπει να στραφεί και να ριζώσει. Το μεγάλο πρόβλημα της αριστεράς, μηδέ του ΚΚΕ εξαιρουμένου σε χαμηλότερο όμως βαθμό, είναι  η πολύ χαμηλή επιρροή της στους εργάτες και τους εργαζόμενους ιδιαίτερα στους εργαζόμενους των μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων. Αυτό το μεγάλο κενό με τις προϋποθέσεις που ξεκινά η Πρωτοβουλία διαλόγου δεν μπορεί να καλυφθεί. Οι χειρώνακτες,  οι εργαζόμενοι στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι άνεργοι και οι φτωχότεροι ωθούνται όλο και περισσότερο στην αποστασιοποίηση και την ιδιώτευση. Μια αριστερά άξια του ονόματος της πρέπει να εκφράσει και να τραβήξει στη δράση πρωτίστως αυτά τα κοινωνικά τμήματα, αλλιώς θα παραμείνει αριστερά των πανεπιστημίων, ορισμένων κινημάτων πάνω σε δευτερεύοντες αντιθέσεις και ενός τμήματος του μικροαστικού κόσμου.

Ο ιδεολογικός αγώνας πάντα και ιδιαίτερα στις μέρες μας είχε ξεχωριστή σημασία για την επιτυχία οποιουδήποτε εγχειρήματος. Σήμερα οι εργαζόμενοι βρίσκονται στο επίκεντρο μιας τεράστιας ιδεολογικής επίθεσης από την πλευρά της κυρίαρχης τάξης και σε αυτή την επίθεση πρέπει να δοθεί απάντηση σημείο προς σημείο, χώρια που τα ανορθολογικά και μεταφυσικά ρεύματα έχουν γίνει πλέον επικίνδυνα. Σε ποια βάση και από ποιες θέσεις θα δοθεί η απάντηση αυτή;

Ένα τέτοιο εγχείρημα και με παρόμοιες φιλοδοξίες πρέπει, κατά τη γνώμη του Εργατικού Αγώνα, να έχει ως βάση το μαρξισμό όχι μόνο ως μέθοδο ανάλυσης της καπιταλιστικής πραγματικότητας αλλά ως θεωρία και στρατηγική για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ο μαρξισμός όμως όπως και ο Λένιν αμφισβητούνται ολοκληρωτικά όχι μόνο από την αντίπαλη τάξη, αλλά και από μεγάλα τμήματα και διανοούμενους που κινούνται στα πλαίσια της αριστεράς. Και αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Σημαντική παράμετρος είναι η επιμονή να καταγραφεί η Αριστερή Πρωτοβουλία ως πρωτοβουλία ανένταχτων την οποία απλώς στηρίζουν κάποιες οργανώσεις. Υπερπροβάλλεται η συμμετοχή ανένταχτων και υποβαθμίζεται η συμμετοχή των οργανωμένων δυνάμεων σε βαθμό που οι εκπρόσωποί τους να συμμετέχουν στην πρωτοβουλία ως πρόσωπα. Από την άποψη ότι οι αγωνιστές αυτοί δεν συμμετέχουν σε κάποιο πολιτικό φορέα, σ’ αυτή τη φάση έχει την αξία του. Αν όμως συνυπολογιστεί ότι η  συντριπτική πλειοψηφία ανήκε σε κάποιο φορέα της αριστεράς με την πολύ ευρεία έννοια και κουβαλάει ευθύνες και ολιγωρίες όπως όλοι μας και έχει σήμερα  συγκεκριμένη ιδεολογία και πολιτικές θέσεις τότε το ότι είναι ανένταχτος μικρή αξία έχει. Οδηγεί σε μία τέτοια θέση η αντίληψη ότι σε μεγάλο τμήμα του λαού υπάρχει η άποψη πως κόμματα και οργανώσεις και κατ’ επέκταση η οργάνωση σε πολιτικό φορέα έχουν απαξιωθεί (άρα και λανθασμένα η πρωτοβουλία την αποδέχεται και την εφαρμόζει στην πράξη) ή υπάρχει μια εδραιωμένη αντίληψη που δίνει προτεραιότητα στο αυθόρμητο σε βάρος του συνειδητού; Αυτό θα φανεί στην πορεία, σε κάθε περίπτωση όμως είναι αρνητικό γεγονός.

Τέλος προβληματικός  είναι ο τύπος της συμμαχίας που έχει επιλεγεί. Όχι συμμαχία στη βάση των ταξικών και οικονομικών συμφερόντων και των αντίστοιχων ιδεών όπως εφαρμόστηκε στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα και απέδωσε, αλλά συσπείρωση μιας πανσπερμίας απόψεων και θέσεων πρακτική που εφαρμόστηκε τις τελευταίες δεκαετίες και δεν έδωσε πουθενά αποτελέσματα.

Αυτές είναι οι κυριότερες ενστάσεις μας.

Διατυπώνουμε τις παραπάνω επισημάνσεις με θετική και εποικοδομητική διάθεση. Ο Εργατικός Αγώνας δεν είναι εχθρικός έναντι της Αριστερής Πρωτοβουλίας, ούτε ορκισμένος αντίπαλος. Παρακολουθεί το εγχείρημα,  διατυπώνει τις θέσεις του, ανταλλάσσει εμπειρίες και σε αρκετά ζητήματα εκτιμά ότι είναι δυνατή η κοινή δράση.