Γράφει ο Γρηγόρης Γρηγοριάδης.

Πηγαίνοντας ολοταχώς προς τις κάλπες της 7ης Ιούνη, ζούμε καθημερινά την επανάληψη –σε λιγάκι μόνο παραλλαγμένες συνθήκες– της κατάστασης του 2012. Ένας ΣΥΡΙΖΑ που λεηλάτησε την Αριστερά και έστειλε το μεν ΚΚΕ από το 8,5% στο 4,5%, τη δε ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τους λοιπούς στα όρια της ανυπαρξίας. Σήμερα, 7 χρόνια μετά και 4 χρόνια μετά το «ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ», ένας ΣΥΡΙΖΑ που υποχωρεί αποδοκιμαζόμενος από την πλειοψηφία του λαού εντούτοις εξακολουθεί να απομυζά ένα 11% (!!!) των ψηφοφόρων του ΚΚΕ (σύμφωνα με πολύ πρόσφατη δημοσκόπηση) και να απειλεί ΛΑΕ (κυρίως), αλλά και ΑΝΤΑΡΣΥΑ με πλήρη πολιτική εξαφάνιση.

Κι αν το 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ φάνταζε «μια κάποια λύση» στα μάτια ενός λαού διαλυμένου από τα μνημόνια και απογοητευμένου από τη στάση του επίσημου πολιτικού κόσμου, καθώς του έταξε «να τα σκίσει με ένα νόμο κι ένα άρθρο», είναι απορίας άξιο το πώς μπορεί και σήμερα, μετά από την πλήρη αποδόμηση του αφηγήματός του, μετά από 4 χρόνια συνέχισης της μνημονιακής πολιτικής, πλήρους ευθυγράμμισης με τα κελεύσματα των ευρωατλαντικών «συμμάχων», ολοκληρωτικού εξευτελισμού κάθε έννοιας αριστερής πολιτικής, να επαναλαμβάνεται (σε λίγο μικρότερο βαθμό; κι αυτό αμφίβολο είναι…) το ίδιο ασφυκτικό σκηνικό πίεσης και λεηλασίας της Αριστερής ψήφου.

Θα πουν πολλοί: «το’χουμε ξαναζήσει με το ΠΑΣΟΚ που έπαιρνε ψήφους για να μην έρθει η Δεξιά». Ναι, αλλά εδώ δεν υπάρχει ΠΑΣΟΚ και τη Δεξιά ο λαός την έστειλε στο χαμηλότερο ποσοστό της από ιδρύσεως της. Ο ΣΥΡΙΖΑ ΔΕΝ είναι ΠΑΣΟΚ, όχι πολιτικά ή ιδεολογικά, αλλά πρωτίστως ως κοινωνικός οργανισμός: η «γείωσή» του στην κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με το ΠΑΣΟΚ, οι οργανώσεις του, ακόμα και την περίοδο του 37% και της κυβέρνησης ποτέ δεν μεγάλωσαν τόσο πολύ σε σχέση με τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ του 3,5%, στο δε συνδικαλιστικό κίνημα η ΠΑΣΚΕ (μαζί με τη ΔΑΚΕ) συντηρούν την παλιά κατάσταση σε πολύ μεγάλο βαθμό, λες και δεν έχει συμβεί τίποτε στην κοινωνία, όλα αυτά τα χρόνια. 

Θα πουν πάλι: «ναι, αλλά έχει τη στήριξη των ΜΜΕ, της αστικής τάξης, των Αμερικάνων». Ασφαλώς και την έχει, ως ο ένας εκ των δυο πυλώνων του (νέου) δικομματισμού. Όμως, και το ΠΑΣΟΚ την είχε, όπως και η ΝΔ και αυτό δε στάθηκε αρκετό να αποφύγουν την κατάρρευση (ειδικά το πρώτο), της περιόδου 2010-2014. Και, σε τελευταία, ανάλυση το ίδιο αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει – όπως θα δούμε στη συνέχεια – τον βαθύτερο πυρήνα του προβλήματος: εν τέλει, σε αυτή τη χώρα, ο λαός δεν παίζει κανένα ρόλο; Πάντα θα γίνεται αυτό που θέλουν οι Αμερικάνοι, οι Γερμανοί και η αστική τάξη; Υπάρχει τελικά εναλλακτική λύση σε αυτό; Γιατί αν δεν υπάρχει, σύντροφοι, να μην κουραζόμαστε τζάμπα. Πείτε το, να το κλείσουμε το «μαγαζί» (του καθενός, δεν αναφέρομαι σε κάποιο συγκεκριμένα, άλλωστε κανενός οι «δουλειές» δεν «ανθούν» ιδιαίτερα…), να δούμε τι θα κάνουμε μετά.

Αλλά ας τα πάρουμε σιγά-σιγά τα πράγματα, για να φτάσουμε σε αυτό που είπαμε μόλις. Δε θα ήταν λογικό, άραγε, να ισχυριστεί κανείς – και στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει – ότι σε περιόδους που η ταξική πάλη είναι σε ύφεση και, ως εκ τούτου, δεν χαρακτηρίζονται από μαζικές μετατοπίσεις συνειδήσεων (σαν τη σημερινή, επομένως), τότε μεταξύ δυο πολιτικών χώρων που έχουν τελείως διαφορετικά πολιτικά αφηγήματα, δεν υπάρχει περιθώριο να «μοιράσουν» μεταξύ τους, παρά ελάχιστη πολιτική επιρροή; Ας το πούμε αλλιώς: η πέραν του ΣΥΡΙΖΑ Αριστερά χωρίς εισαγωγικά (μιας κι ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε καν με εισαγωγικά δε μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια πλέον), πόσο διαφορετικά πολιτικά αφηγήματα προσφέρει στο λαό, έναντι αυτού του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι ώστε να αισθάνεται δικαίως ότι, όχι μόνο δε θα κινδυνεύσει να συμπιεστεί στις Συμπληγάδες του «νέου διπολισμού», αλλά, αντίθετα, θα καταφέρει να απεγκλωβίσει λαϊκές μάζες από αυτόν; Ας επιχειρήσουμε μια έντιμη και καθαρή απάντηση στο σκαμπρόζικο αυτό ερώτημα.

Το κεντρικό αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως μπορεί ο καθένας να δει πλέον, πέρασε από δυο φάσεις: την πρώτη, του 2010-2015 (Γενάρης-Ιούνης), το αφήγημα του «υπάρχει άμεση λύση με “κυβέρνηση των αριστερών-αντιμνημονιακών δυνάμεων” που θα σκίσει τα μνημόνια και θα ανακτήσει την ανεξαρτησία της χώρας». Στη δεύτερη, από το δημοψήφισμα και το 3ο μνημόνιο μέχρι σήμερα, το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ έχει διαμορφωθεί στο «δεν υπάρχει περιθώριο στον υπάρχοντα διεθνή συσχετισμό για μεγάλες ρήξεις, οπότε μπορούμε μόνο στο πλαίσιο αυτό να διεκδικήσουμε μια όσο γίνεται δικαιότερη κατανομή των βαρών, μερικά ψίχουλα “δικαιοσύνης” για τους πιο φτωχοποιημένους, να ακουμπήσουμε ακόμα και στον κύριο Τραμπ και στον κύριο Νετανιάχου για να μη χάσουμε το Καστελλόριζο» και πάει λέγοντας. Απέναντι σε αυτό το αφήγημα, όπως διαμορφωνόταν σε κάθε φάση, η Αριστερά τι αντέταξε;

Το «αριστερό T.I.N.A.» του ΚΚΕ

Το ΚΚΕ, το οποίο κάθε άλλο παρά για «ασυνέπεια» στο αφήγημά του μπορεί να το κατηγορήσει κανείς, αντέταξε μια «αριστερή» παραλλαγή του «ΤΙΝΑ» (There is no alternative): «οι συνθήκες δεν είναι ώριμες για ρήξη και ανατροπή γι ‘αυτό ο λαός πρέπει να διαλέξει αντιπολίτευση, όχι κυβέρνηση» (!!!). Το ίδιο αφήγημα το ακούσαμε από το ΚΚΕ και σε άλλες παραλλαγές, όπως: «επειδή η έξοδος από το ευρώ απαιτεί και έξοδο από την ΕΕ για να λειτουργήσει υπέρ του λαού και μιας και ο λαός δε θέλει την έξοδο από την ΕΕ, μια έξοδος από το ευρώ θα ήταν “καταστροφή” για τα λαϊκά στρώματα». Ή, ακόμα, «για να μη στοιχηθεί ο λαός πίσω από τμήματα του κεφαλαίου, μόνο η επανάσταση και η λαϊκή εξουσία μπορούν να βγάλουν τη χώρα από την ΕΕ. Μέχρι τότε παλεύουμε για κατακτήσεις στο μαζικό κίνημα, μέτρα ανακούφισης, αναπλήρωση των απωλειών» κλπ.

Και θα ρωτήσει κανείς: καλά, σύντροφοι, αλλά για να πειστεί ο λαός για την έξοδο από την ΕΕ, τι πρέπει να γίνει; Δε θα πρέπει να υπάρξει πάλη στο κίνημα γύρω από αυτό το στόχο, κάποια συσπείρωση, κάποιες κοινές πρωτοβουλίες (στη θέση της ΕΕ, βάλτε το θέμα του ΝΑΤΟ, της συμφωνίας των Πρεσπών, η όποια άλλη μείζονα επιλογή του κεφαλαίου και του ευρωατλαντισμού θέλετε, την ίδια απάντηση θα πάρετε); Δεν είναι φανερό ότι, χωρίς έναν τέτοιο ΠΟΛΙΤΙΚΟ αγώνα (πάει ένας αιώνας και βάλε από τότε που ο Λένιν έγραψε στο “Τι να κάνουμε;” για τη σημασία της πολιτικής πάλης στηλιτεύοντας τον οικονομισμό σαν τη βάση της δεξιάς, οπορτουνιστικής παρέκκλισης), όσους όρκους στο σοσιαλισμό κι αν κάνεις, όση ζύμωση κι αν κάνεις ότι, τάχα, «υπάρχει η σοσιαλιστική διέξοδος», στην πράξη βουλιάζεις καθημερινά στο βούρκο του TINA;

Όχι, φυσικά και δεν είναι φανερό! Γιατί το ΚΚΕ αρνείται πεισματικά να καλέσει σε ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΑΛΗ πάνω σε οποιονδήποτε ΑΜΕΣΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΤΟΧΟ γιατί, κάτι τέτοιο, «θα καλλιεργούσε αυταπάτες φιλολαϊκής διαχείρισης», «θα οδηγούσε το κίνημα στην ουρά της αστικής τάξης» κλπ. Βέβαια, στο ερώτημα τι είδους αυταπάτες θα καλλιεργούσε ο πολιτικός αγώνας για άμεση έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για το άμεσο κλείσιμο των βάσεων, για τη ματαίωση της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών, για την αποχώρηση της χώρας από τις Συνθήκες Σένγκεν και Δουβλίνου και όλες τις άλλες ληστρικές ιμπεριαλιστικές συνθήκες που έχει υπογράψει για χάρη της αστικής τάξης και του ευρωατλαντισμού, απάντηση δεν έχει δοθεί. Στο ερώτημα ποιο τμήμα της αστικής τάξης θα είχε σήμερα συμφέρον από μια τέτοια γραμμή, επίσης σιωπή. 

Ή, μάλλον, όχι ακριβώς σιωπή: το ΚΚΕ όλο και πιο συχνά αναδεικνύει την «ανάλυση» περί των «δυο αντιτιθέμενων ιμπεριαλιστικών συνασπισμών» (ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ από τη μια, Ρωσία-Κίνα από την άλλη) και την ανάγκη «ο λαός να μη διαλέξει καλό ιμπεριαλιστή». Τι σημασία έχει το ότι η χώρα μας είναι ΗΔΗ μέλος του ΝΑΤΟ; Ότι η επιλογή του «ανήκομεν εις τη Δύσιν» δεν αμφισβητείται από καμία πτέρυγα της αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού; Καμία φυσικά! Αρκεί που, αν αποφασίσουμε πχ να στηρίξουμε ως το τέλος τη Συρία στο ΔΙΚΑΙΟ πόλεμο ενάντια στο ΝΑΤΟ (κι έτσι να εκπληρώσουμε πραγματικά το διεθνιστικό μας καθήκον ως κομμουνιστές, μιας και η χώρα μας και η «δική μας» αστική τάξη είναι ΕΠΙΤΙΘΕΜΕΝΕΣ στον πόλεμο αυτό ως μέλη της ληστρικής αυτής πολεμοσυμμαχίας) τότε «θα πάρουμε το μέρος της Ρωσίας» κι έτσι …ας μην κάνουμε τίποτε. Ας βγάζουμε ανακοινώσεις για την ανάγκη ο λαός, κάποια στιγμή, όταν βαρεθεί να βλέπει τη Σούδα να γίνεται ορμητήριο εκτοξεύσεων πυραύλων, να κινητοποιηθεί ανταποκρινόμενος στα καλέσματά μας και, τότε, εμείς «θα είμαστε εκεί, έτοιμοι να ανταποκριθούμε στις ευθύνες μας και στη λαϊκή εντολή για (σοσιαλιστική) διακυβέρνηση της χώρας». Όταν το ΚΚΕ αρνείται έστω και να υπονοήσει ότι η διέξοδος για την οποία παλεύει (υποτίθεται ότι παλεύει, μάλλον) σημαίνει ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΜΕ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΚΙΝΑ (κι όχι γενικώς και αορίστως μισόλογα για «ισότιμες συμφωνίες με όλα τα κράτη του κόσμου και πρωτίστως με αυτά που οικοδομούν το σοσιαλισμό»), τόσο για πολιτικοστρατιωτική στήριξη, όσο και για να αγοράσουμε όπλα, πετρέλαιο, τεχνογνωσία, για να πουλήσουμε την αγροτική μας παραγωγή, τον τουρισμό μας κλπ., τότε στην πραγματικότητα δεν παλεύει για αυτή τη διέξοδο, απλά την επικαλείται για να’χει κάτι να λέει και να μην ακούγεται τόσο «ξερό» το «ψήφος στο Κόμμα για την επόμενη μέρα».

Κι επειδή, φυσικά, ο λαός δεν τρώει κουτόχορτο, αλλά αντιλαμβάνεται περίφημα τι του λέει η ηγεσία του ΚΚΕ, βγάζει το μόνο συμπέρασμα που βγαίνει λογικά από όλο αυτό το πανηγύρι: «το ΚΚΕ δε βλέπει διέξοδο σήμερα, μόνο μερικά επιμέρους κέρδη μπορούν να κερδηθούν για κανα μεροκάματο, καμιά σύμβαση» κλπ. Και γιατί, παρακαλώ, τότε να μην ψηφίσει – ή να μην πιεστεί να ψηφίσει – ΣΥΡΙΖΑ για κυβέρνηση (κι όχι για αντιπολίτευση όπως τον καλεί το Κόμμα); Το ΚΚΕ έχασε το 2012 τις μισές του ψήφους, όχι επειδή τις κέρδισε το «ΤΙΝΑ», αλλά ακριβώς για τον αντίθετο λόγο: γιατί πάρα πολύς κόσμος που το ακολουθούσε δε μπορούσε να διανοηθεί ότι το Κόμμα του έλεγε ότι δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ διέξοδος. Όχι επειδή το ΚΚΕ κακώς ξεμπρόστιαζε το ΣΥΡΙΖΑ και προειδοποιούσε ότι η «διέξοδος» που πούλαγε ο Τσίπρας ήταν φούμαρα, αλλά επειδή δεν πρότεινε τη ΔΙΚΗ ΤΟΥ, ΑΜΕΣΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΙΕΞΟΔΟΥ. 

Και αφού στη συνέχεια αποδείχθηκε η πολιτική αχρειότητα και απατεωνιά του ΣΥΡΙΖΑ γιατί συνεχίζει να αιμορραγεί; Μα γιατί η πείρα δίδαξε αυτό τον κόσμο ότι το αφήγημα διεξόδου του ΣΥΡΙΖΑ 2010-2015 ήταν «μούφα», αλλά και πάλι ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟ γιοκ από πουθενά. Σήμερα και ο ΣΥΡΙΖΑ, πλέον, του λέει περίπου ό,τι του έλεγε και το ΚΚΕ, αλλά στο «πιο κοινοβουλευτικό»: «ο συσχετισμός είναι αρνητικός, δε μπορούμε και πολλά-πολλά, μόνο κάθαρση, λίγα ψίχουλα στη Βουλή, κανένα επίδομα, κάποιο διορισμό». Το ότι το ΚΚΕ «πουλάει» σχεδόν το ΙΔΙΟ πολιτικό αφήγημα με μπόλικο «κινηματικό» περιτύλιγμα (το οποίο στις μέρες των εκλογών πάντως κι αυτό ξεφτίζει και διαβάζουμε κάτι απίστευτα «μαργαριτάρια» του στυλ «ρίχνεις στην κάλπη το γαρύφαλλο κι αυτό ανθίζει στους αγώνες»: μωρέ «λενινισμός» να σου πετύχει!!!), σε τι αλλάζει την ουσία; Όταν ο κώδικας επικοινωνίας του αφηγήματος είναι κοινός, οι λεπτομέρειες δεν παίζουν μεγάλο ρόλο: η «μοιρασιά» της πολιτικής επιρροής θα γίνει, αναγκαστικά, με το μόνο δυνατό τρόπο: με βάση τη δύναμη – κι εκεί το κυβερνητικό κόμμα, με τη στήριξη των μηχανισμών του κράτους, της αστικής τάξης, των ΜΜΕ κλπ. πάντα θα παίρνει τη μερίδα του λέοντος και οι υπόλοιποι θα ψάχνουν να βρουν τι έφταιξε μετά…

ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΛΑΕ: ο λαός προτιμά το original

Μήπως άραγε τα πράγματα με την υπόλοιπη Αριστερά είναι καλύτερα; Ούτε κατά διάνοια. Τα ίδια και εδώ. ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ (φυσικά με τις διαφορές τους και σε κεντρικό επίπεδο, αλλά και στο επίπεδο της πολυγλωσσίας των επιμέρους «συνιστωσών» τους), ακόμα και σήμερα επιμένουν να «πουλάνε» το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ του 2010-2015. Λες και δεν έχει συμβεί τίποτε, άλλοτε με καθαρή αναπαραγωγή του ΣΥΡΙΖΑίικου λόγου («αριστερή αντιμνημονιακή κυβέρνηση», «παραγωγική ανασυγκρότηση», «άρση μνημονίων» κλπ.) όπως στην περίπτωση της ΛΑΕ, άλλοτε με την «πατέντα» του «μεταβατικού προγράμματος» (δηλαδή τον κυβερνητισμό με μπόλικο «αντικαπιταλιστικό» καρύκευμα…), ο χώρος αυτός διεκδικεί ακόμα (για πόσο πια; Ούτε 1,5% δεν πήρε μαζί στις ευρωεκλογές) να εκφράσει το «ΟΧΙ ως το τέλος» του Ιούλη του 2015, όταν ο ξενοδόχος είναι …αλλού – και βασικά σπίτι του, απογοητευμένος, αηδιασμένος και, ευτυχώς αν μη τι άλλο, πεισμένος ότι αυτές οι ανοησίες που μαζί με τον Τσίπρα του πούλαγαν και αυτοί μέχρι το δημοψήφισμα, αποδείχθηκαν αέρας κοπανιστός, πάνω στον οποίο βεβαίως «φτιάχτηκαν» μια χαρά καριέρες διαφόρων «επαγγελματιών επαναστατών» της φράσης και του συρμού…

Για να καταλάβουμε το βάθος του προβλήματος, είναι καλό να δούμε πώς οι ηγεσίες των δυο αυτών χώρων «διάβασαν» τη σφαλιάρα των ευρωεκλογών. Στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το μεν ΣΕΚ είναι περίπου έτοιμο να επαναλάβει το «πατροπαράδοτο» για το χώρο του τροτσκισμού «ψηφίζουμε ΣΥΡΙΖΑ χωρίς αυταπάτες» (το έκανε ήδη στο β’ γύρο των δημοτικών), έστω στην «κινηματική» του παραλλαγή, όπως – καλή ώρα – με τη Συμφωνία των Πρεσπών, όπου η ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και ειδικά το ΣΕΚ) αποδείχθηκαν πρώτης τάξης εξαπτέρυγο της κυβέρνησης έχοντας, ως και την τελευταία μέρα, μονομέτωπο κατά των «μακεδονομάχων», αλλά και …μέτωπο κατά της υπόλοιπης Αριστεράς που διαφωνούσε με τη Συμφωνία (όπως υποτίθεται έκαναν και οι ίδιοι…) για …εθνικισμό! Θέλει η π… να κρυφτεί κλπ. κλπ.

Όσο για το ΝΑΡ, είναι θλιβερό και λιγάκι διασκεδαστικό να βλέπει κανείς το μικρομεγαλισμό της ηγεσίας του στον τρόπο με τον οποίο «προσχωρεί» ταχύτατα σε λογικές και πρακτικές ΚΚΕ (εντάξει, με πολύ περισσότερο «αντικαπιταλιστική» σάλτσα, με «κριτική» για «εθνικιστική» και «εθνοπατριωτική» παρέκκλιση κλπ.: κάπως πρέπει να βγει «γωνία» το μαγαζί…). Σε ένα επόμενο κείμενό μας που ετοιμάζεται για τα ελληνοτουρκικά, θα δούμε μερικές τέτοιες πλευρές, αλλά το βασικό πνεύμα είναι σαφές: η ηγεσία του ΝΑΡ για κάποιο λόγο που, βασικά, δεν πρέπει να εξηγείται με αμιγώς πολιτικούς όρους, πιστεύει ότι μπορεί να επιτύχει στο ίδιο αφήγημα που το ΚΚΕ «ζορίστηκε» και «ζορίζεται» τόσο πολύ. Άφες αυτοίς, η οδυνηρή πραγματικότητα για άλλη μια φορά θα βάλει τα πράγματα στη θέση τους…

Από την άλλη, στη ΛΑΕ, έχουμε πραγματικά «τέλος εποχής». Η έντιμη παραίτηση του Π. Λαφαζάνη (ο οποίος έχει πολύ σοβαρές πολιτικές ευθύνες, αλλά είναι άδικο να του χρεώνονται τα πάντα, δίκην αποδιοπομπαίου τράγου) έφερε στο φως τον πολιτικό πυρήνα του προβλήματος: η ΛΑΕ είναι δυο κόμματα σε συσκευασία ενός – ή μάλλον ακριβέστερα ένα κόμμα και μεμονωμένες προσωπικότητες στο ίδιο περιτύλιγμα. Το Κόμμα, δηλαδή οι «διεθνιστικές» συνιστώσες (ΔΕΑ, ΑΡΑΣ) και η πλειοψηφία του Αριστερού Ρεύματος από τη μια, θα μπορούσαν κάλλιστα να συνεργάζονται με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ – και στην πράξη αυτό επιδιώκουν διακαώς, έλα όμως που στον «αριστερό μικρόκοσμο» υπάρχουν και τα «μικροπαραταξιακά» της κάθε γκρούπας, οπότε μάλλον δύσκολα θα γίνει κάτι τέτοιο προεκλογικά. Μετεκλογικά, με το αποτέλεσμα να προδιαγράφεται συντριπτικό (μετά και το «κάζο» των ευρωεκλογών), ίσως υπάρξουν κινήσεις, αλλά τους όρους θα τους βάλει όποιο «μαγαζάκι» χάσει λιγότερο από το ΣΥΡΙΖΑ (για να τα λέμε όπως είναι τα πράγματα…). Και, φυσικά, για αυτοκριτική πάνω στην πολιτική ουσία, στο κατά πόσο αρθρώθηκε ένας εναλλακτικός λόγος πάνω στο αφήγημα ΣΥΡΙΖΑ (το «αρχικό») και κατά πόσο δόθηκαν πειστικές απαντήσεις στο γιατί δεν θα επαναληφθεί η ίδια ιστορία (δε δόθηκαν γιατί δεν υπάρχουν: αφού οι άνθρωποι πιστεύουν ακόμα σε εκείνο το αφήγημα!), ούτε λόγος…

Όσο για την αυτοκριτική του Π. Λαφαζάνη –στεκόμαστε στο πιο ουσιαστικό τμήμα της, αυτό της αδυναμίας άρθρωσης ενός πειστικού αριστερού, αντιιμπεριαλιστικού, πατριωτικού λόγου– θα είχε νόημα και θα μπορούσε να συμβάλλει σε μια θετική κατεύθυνση ανασυγκρότησης, αν συνοδευόταν από μια πειστική αυτοκριτική και στα υπόλοιπα συστατικά του αφηγήματος ΣΥΡΙΖΑ της πρώτης περιόδου: τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό, την έλλειψη εμπιστοσύνης στο λαϊκό παράγοντα και, κυρίως, την άρνηση –παρά τις ελάχιστες, μεμονωμένες, αλλά και δειλές και άτολμες προσπάθειες όπως του ίδιου του Π.Λ.– να διατυπωθεί με σαφήνεια η ανάγκη του να σπάσει ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ το «ανήκομεν εις τη Δύσιν» με τις ανάλογες συμμαχίες στο διεθνές πεδίο. Εδώ είμαστε και θα δούμε τη συνέχεια, αλλά φοβόμαστε ότι κάποια πράγματα έχουν προχωρήσει πολύ και δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια αναστροφής της διαλυτικής αυτής κατάστασης. Δυστυχώς, οι αγαθές προθέσεις δεν αρκούν – ακόμα και αν ή όταν υπάρχουν – για να ξεπεράσει κανείς τον πολιτικό του εαυτό και τα ιδεολογικοπολιτικά του όρια…

Συμπέρασμα – Ζητείται ελπίς;

Οδηγούμαστε –σε ό,τι αφορά την Αριστερά– σε μια κατάσταση βαθιάς κρίσης που αφορά το σύνολο των χώρων της. Ζητείται, επιτακτικά, ένα νέο, πραγματικά εναλλακτικό στο κυρίαρχο, πολιτικό αφήγημα, ικανό να ξαναπιάσει το νήμα με τις παραδόσεις των μεγάλων αγώνων του λαού και της Αριστεράς για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει να παρθούν πρωτοβουλίες. Ακούγεται από πολλές πλευρές το «μετωπικό». Καλό είναι, αλλά δεν αρκεί. Δε χρειαζόμαστε απλά ένα ακόμα «μέτωπο». Το πρόβλημα είναι στο περιεχόμενο, στην ουσία του πολιτικού σχεδίου. Κι εκεί, έχουμε πολλά να πούμε από τις 8 Ιουλίου και μετά. Σε επόμενο σημείωμά μας, θα θίξουμε αυτό ακριβώς το ζήτημα.

 

Πηγή: ggrigoriadis.blogspot.com