Γράφει ο Σήφης Ζαχαριάδης

Η παρουσίαση στην «Εφημερίδα των Συντακτών» του απόρρητου ποινικού φακέλου του πατέρα μου, που διατηρούσε η Ασφάλεια, ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη. Ο ψύχραιμος και τεκμηριωμένος τρόπος με τον οποίο δημοσιεύτηκαν υλικά του φακέλου αποτελεί, πιστεύω, παράδειγμα για το πώς πρέπει να προσεγγίζουμε την Ιστορία μας. Δεν είμαστε εισαγγελείς, δεν είμαστε δικαστές, δεν είμαστε συνήγοροι υπεράσπισης ή κατηγορίας.

Θέλουμε να ξέρουμε τα ιστορικά δεδομένα μέσα στα οποία τοποθετούνται τα ιστορικά ντοκουμέντα. Κι ο καθένας ας βγάλει το συμπέρασμα που νομίζει σωστό.

Μεγάλωσα με μύθους -αρνητικούς και θετικούς- για τον Νίκο Ζαχαριάδη. Οσοι τον αγαπούσαν από τη γενιά της Αντίστασης και του Εμφυλίου, όσοι από τους πολιτικούς πρόσφυγες αντιτάχθηκαν στα όσα έγιναν στο ΚΚΕ από το 1956 και μετά τον είχαν για θεό τους. Πολλοί από αυτούς, ιδιαίτερα οι πολιτικοί πρόσφυγες, πλήρωσαν βαρύτατο τίμημα για την προσήλωσή τους στον ηγέτη τους.

Οι μεγαλύτερες διώξεις, φυλακές, γκουλάγκ πέσανε πάνω σ’ αυτούς που έμειναν μέχρι τέλους αφοσιωμένοι στα πιστεύω τους. Οι άλλοι, εκείνοι που τον υμνούσαν όταν ήταν γ.γ. και τον αρνήθηκαν στη συνέχεια, βρήκαν την ευκαιρία να του φορτώσουν με εντολές των Σοβιετικών όλα τα αμαρτήματα του κόσμου. Κάποιοι τρίτοι, πιο… ψύχραιμοι μου έλεγαν: «Ο πατέρας σου ήταν μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Με πολύ μεγάλα πλεονεκτήματα αλλά και μεγάλα μειονεκτήματα».

Δεν σας κρύβω ότι μου αρέσανε οι πρώτοι αλλά δεν με ικανοποιούσε καμία από τις παραπάνω προσεγγίσεις της προσωπικότητας του Ν. Ζαχαριάδη. Γι’ αυτό και πολύ νωρίς κατέληξα στο συμπέρασμα πως για τον Νίκο Ζαχαριάδη θα μπορέσουμε να μιλήσουμε ψύχραιμα και με αίσθημα δικαιοσύνης μόνο όταν έρθουν σε γνώση μας τα κρίσιμα ντοκουμέντα που τον αφορούν και βρίσκονται διάσπαρτα σε αρχεία.

Οφείλω να αναγνωρίσω ότι τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν πολλά ντοκουμέντα για τη ζωή και τη δράση του Νίκου Ζαχαριάδη. Σ’ αυτό έχουν προσφέρει ο Γιώργος Πετρόπουλος και ο Νίκος Χατζηδημητράκος. Εύστοχα, επίσης, πέρασε το πνεύμα της εποχής εκείνης, μέσα από τα βιβλία του, ο μεγάλος μας συγγραφέας Αλέξης Πάρνης, ο οποίος σε λίγο θα κλείσει τα 92 χρόνια του. Το πιο πολύ, όμως, αρχειακό υλικό παραμένει άγνωστο.

Τέτοιο υλικό υπάρχει στα αρχεία των υπηρεσιών του ελληνικού κράτους -κάτι που αποδεικνύεται με τα δημοσιεύματα της «Εφ.Συν.»-, υπάρχει στο ΚΚΕ, υπάρχει στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, υπάρχει ενδεχομένως σε αρχεία ιδιωτών, υπάρχει φυσικά στη Ρωσία και σε άλλες χώρες του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού όπου έζησαν οι πολιτικοί πρόσφυγες μετά τον Εμφύλιο και υπήρχαν οργανωμένες δυνάμεις του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Από μέρους μου κάνω ό,τι μπορώ για να συγκεντρώσω και να δημοσιεύσω υλικό, όπου αυτό υπάρχει. Δεν είναι εύκολο.

Ελπίζω ότι το ελληνικό κράτος θα ενδιαφερθεί να υπάρξει μια συμφωνία με τις ξένες χώρες που να διασφαλίζει την εύκολη και ανέξοδη προσέγγιση αυτού του υλικού για τους ερευνητές. Το κόστος για την απόκτηση αντιγράφων από έγγραφα είναι μεγάλο και οι τρόποι προσέγγισης πολλοί και δύσκολοι.

Ελπίζω, επίσης, η πρόσβαση στα ελληνικά αρχεία -ιδιωτικά ή δημόσια- να επιτραπεί, όπου αυτό δεν είναι δυνατόν σήμερα. Πρέπει να γνωρίζουμε όμως ότι το κακό παράδειγμα των κλειστών αρχείων το δίνει το ίδιο το κράτος. Επιτρέψτε μου να φέρω τις αποδείξεις.

Είναι γνωστό ότι το 1989 (40 χρόνια μετά του τέλος του Εμφυλίου) κάηκαν οι φάκελοι των Ελλήνων πολιτών που είχαν δημιουργηθεί για την καταγραφή των πολιτικών τους φρονημάτων και της πολιτικής τους δράσης. Ταυτόχρονα είχε ληφθεί απόφαση οι φάκελοι των ιστορικών προσώπων να μην καούν. Εκείνη επίσης την περίοδο -δηλαδή πριν από το κάψιμο των φακέλων- δόθηκε η δυνατότητα σε όποιον ήθελε να ζητήσει και να πάρει τον προσωπικό του φάκελο.

Τέτοια δυνατότητα είχαν και οι συγγενείς πρώτου βαθμού για τους δικούς τους ανθρώπους. Δεν ζούσα στην Ελλάδα κι έτσι έχασα την ευκαιρία να ζητήσω και να πάρω τον φάκελο του Ζαχαριάδη. Κι ενώ τότε είχα την ευκαιρία, τώρα δεν την έχω, κάτι που θεωρώ εντελώς παράλογο. Τι συνέβη;

Βγήκε μια υπουργική απόφαση (ΦΕΚ 672, τεύχος Β’/ 8-9-1989), με την υπογραφή των τότε υπουργών Προεδρίας Αθ. Κανελλόπουλου, Δικαιοσύνης Φ. Κουβέλη και Δημόσιας Τάξης Γιάννη Κεφαλογιάννη, η οποία έλεγε ότι οι φάκελοι πολιτικών φρονημάτων θα παραδοθούν στην ιστορική έρευνα μετά την πάροδο εικοσαετίας. Δηλαδή το 2009.

Λίγο, όμως, πριν εκπνεύσει αυτή η προθεσμία ήρθε νέα υπουργική απόφαση (ΦΕΚ1832, τεύχος Β’/3-9-2009) με την υπογραφή των τότε υπουργών Εσωτερικών Πρ. Παυλόπουλου, αναπληρωτή Εσωτερικών (υπεύθυνου του υπουργείου Δημόσιας Τάξης) Χρ. Μαρκογιαννάκη και Δικαιοσύνης Ν. Δένδια, η οποία παράτεινε για ακόμα 20 χρόνια την προθεσμία ανοίγματος των φακέλων που αφορούσαν τα πολιτικά φρονήματα. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, οι φάκελοι αυτοί θα ανοίξουν το 2029.

Όταν ο πιο νέος απ’ αυτούς που έλαβαν μέρος σ’ αυτά τα γεγονότα θα είναι 100 χρόνων.

Κάποια πράγματα που ανακοινώθηκαν με υπουργό Προστασίας του Πολίτη τον κ. Πανούση τα θεωρώ μη σοβαρά. Φτιάξανε, λέει, μια επιτροπή που θα εξετάσει τι από τους φακέλους θα αποχαρακτηριστεί και θα δημοσιοποιηθεί. Ειλικρινά δεν κατανοώ τη σκοπιμότητα.

Είτε θα κλείσουμε οριστικά και αμετάκλητα τους λογαριασμούς μας με μια εποχή, που η Ελλάδα και ο λαός της την πλήρωσαν ακριβά, δίνοντας στη δημοσιότητα τα πάντα είτε διαφορετικά θα διατηρήσουμε ανέπαφο τον ομφάλιο λώρο που μας συνδέει με το μαύρο παρελθόν και δεν θα γλιτώσουμε ποτέ απ’ αυτό. Επιπλέον, όταν πρόκειται για φακέλους που αφορούν το πολιτικό φρόνημα δεν κατανοώ γιατί δεν συγκροτείται μια διακομματική επιτροπή που να βάλει ένα πολιτικό τέλος σ’ αυτό το παρελθόν.

Πολιτικό είναι το ζήτημα, πολιτική απόφαση χρειάζεται -με τη συμμετοχή όλου του πολιτικού κόσμου, πλην των φασιστών, που αντιπροσωπεύουν την πιο άγρια μορφή αυτού του μαύρου παρελθόντος το οποίο οφείλουμε εμπράκτως να καταδικάσουμε και να αφήσουμε πίσω μας.

Νομίζω πως ο λαός μας στη συντριπτική του πλειονότητα έχει αφήσει πίσω του τα πάθη και τα μίση του παρελθόντος. Ό,τι δηλαδή τον χώρισε στο παρελθόν σε αριστερούς και δεξιούς, σε πατριώτες και «απάτριδες», σε εθνικόφρονες και «μιάσματα». Ιδεολογικοί και πολιτικοί διαχωρισμοί υπάρχουν και θα υπάρχουν.

Πολιτικός ρατσισμός δεν υπάρχει, αν εξαιρέσουμε τη φασιστική ιδεολογία και πρακτική. Είμαστε επομένως ώριμοι να δούμε κατάματα την Ιστορία μας, να την κατανοήσουμε και να τη συνειδητοποιήσουμε. Να διδαχτούμε από αυτήν με ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Να ωφεληθούμε. Η δημοσίευση από την «Εφ.Συν.» του ποινικού φακέλου του πατέρα μου απέδειξε ότι αυτή η ωριμότητα είναι υπαρκτή περισσότερο απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς.

Η Πολιτεία είναι μάλλον ανώριμη και πρέπει να ωριμάσει. Το άνοιγμα των φακέλων έπρεπε, ήδη, να είχε γίνει.

 

Πηγή: efsyn.gr