Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια της αριστεράς αναπτύσσεται μια συζήτηση σχετικά με τα κομμουνιστικά προγράμματα και τις επιπτώσεις που είχε η υιοθέτηση καθενός από αυτά. Πιο ειδικά επικρατεί να θεωρείται ο διαχωρισμός του προγράμματος των κομμουνιστικών κομμάτων σε μίνιμουμ και μάξιμουμ ως πηγή όλων των δεινών για το κομμουνιστικό κίνημα, ως βάση για τη σταδιοποίηση της πάλης και της υποταγής των κομμουνιστικών κομμάτων στην αστική πολιτική.

Από την άλλη, η υιοθέτηση μεταβατικού προγράμματος θεωρείται ως η μόνη ορθή τακτική, πραγματική «σωτηρία», η βάση για την επιτυχία. Σε αυτή τη λογική προσχώρησε τα τελευταία χρόνια και η ηγεσία του ΚΚΕ και ως νεόκοπη είναι η πιο απόλυτη σε σημείο που δεν απορρίπτει μόνο το μίνιμουμ πρόγραμμα, αλλά συνολικά τη διαμόρφωση τακτικής.

Στο θέμα αυτό θα αφιερώσουμε ορισμένες σκέψεις.

Το μίνιμουμ πρόγραμμα των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν το πρόγραμμα εκείνο που εμπεριείχε όλους τους στόχους για τους οποίους το κομμουνιστικό κόμμα και το εργατικό κίνημα αγωνίζονταν και που δεν ήταν αναγκαία η ανατροπή του καπιταλισμού για την υλοποίηση τους, τουλάχιστον ολοκληρωμένα. Ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση όλων των δημοκρατικών προβλημάτων, των μη σοσιαλιστικών. Το μάξιμουμ πρόγραμμα ήταν το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάσταση και οικοδόμησης, η κοινωνία την οποία οι κομμουνιστές επιδίωκαν να διαμορφώσουν.

Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι όλο εκείνο το πλαίσιο των στόχων και των τακτικών που οδηγούν στην κατάληψη της εξουσίας. Εξέφραζε τη διάθεση να συνδέσει σε μια ευθεία γραμμή χωρίς σταθμούς και φάσεις το τώρα με το σοσιαλισμό, τις σημερινές συνθήκες με την κατάκτηση της εξουσίας, μέσω της απόσπασης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης από την αστική επιρροή και τη νίκη πάνω στην αστική τάξη και το κράτος της. Η έννοια «μεταβατικοί στόχοι» υπήρχε στην κομμουνιστική ορολογία και στην Κομμουνιστική Διεθνή ως συμπληρωματική, δίπλα στην κυρίαρχη ορολογία, στρατηγική- τακτική, μίνιμουμ πρόγραμμα- μάξιμουμ πρόγραμμα. Ας έχουμε υπόψη μας ότι στην εποχή της ίδρυσής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και αργότερα αρχές της δεκαετίας του ’20 που χρησιμοποιήθηκε ο όρος, υπήρχαν επαναστατικές συνθήκες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και γενικά το κίνημα θεωρούσε πως θα βαδίσει άμεσα για την κατάληψη εξουσίας και ακριβώς αυτό το στοιχείο επιδρούσε στη χάραξη της τακτικής.

Ως όρος και συγκεκριμένη αντίληψη της τακτικής για την επανάσταση καθιερώθηκε με απόλυτο τρόπο του 1938 στο πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς. Οι συνθήκες της περιόδου, η μεγάλη οικονομική κρίση, η τεράστια ένταση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των ανταγωνισμών και ότι ο κόσμος βρισκόταν στα πρόθυρα ενός γενικευμένου πολέμου επέδρασαν αποφασιστικά να θεωρεί η περίοδος αυτή ως την επανάσταση σύντομη και μάλιστα ονομάστηκε η περίοδος αυτή προεπαναστατική. Ως εκ τούτου οι συνθήκες στις οποίες θα αγωνίζονταν το επαναστατικό κίνημα ήταν συγκεκριμένες, δεν θα είχαν σημαντικές εναλλαγές, θα ήταν σε μια ευθεία κατά βάση. Κίνηση σε σταθερές βασικά ράγες.

Να σημειώσουμε τη χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς και το γεγονός ότι μια από τις αιτίες της υπήρξε ο διαχωρισμός του προγράμματος των κομμάτων της σε μίνιμουμ και μάξιμουμ και η απόλυτη επικράτηση του μόνιμου προγράμματος, εξωθώντας την πάλη για το σοσιαλισμό στο αόριστο μέλλον. Πολλές φορές αξιοποιήθηκε η ενσωμάτωση της Β’ Διεθνούς στον καπιταλισμό ως απόδειξη του γεγονότος ότι ο διαχωρισμός του προγράμματος είναι λάθος. Στο 3ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς όμως και στις «θέσεις για την τακτική» θεωρούμε ότι δίδεται η απάντηση. Στην απόφαση αυτή γίνεται τεράστια προσπάθεια να στραφεί η προσοχή και η δράση των κομμουνιστικών κομμάτων στα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων και κατά αυτόν τον τρόπο να ανοίξει ο δρόμος για την εξουσία. Συγκεκριμένα γράφει: «Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα χρησιμεύσει στην ενίσχυση και τη βελτίωση των κλονιζόμενων θεμελίων του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτού του συστήματος παραμένει ο κύριος σκοπός τους. Αλλά για να τον πραγματοποιήσουν, τα Κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να προτείνουν διεκδικήσεις που να εκφράζουν τις άμεσες ανάγκες της εργατικής τάξης. Αν οι διεκδικήσεις που προτείνουν οι κομμουνιστές ανταποκρίνονται στις άμεσες ανάγκες των πλατιών προλεταριακών μαζών και αν οι μάζες είναι πεισμένες ότι χωρίς την ικανοποίηση αυτών των διεκδικήσεων, η ύπαρξή τους είναι αδύνατη τότε ο αγώνας γύρω απ' αυτά τα ζητήματα θα γίνει η αφετηρία της πάλης για την εξουσία. Στη θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών η Κομμουνιστική Διεθνής τοποθετεί τον αγώνα για τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του προλεταριάτου, διεκδικήσεις που στο σύνολό τους αμφισβητούν την αστική εξουσία, οργανώνουν το προλεταριάτο και χαράσσουν τα διάφορα στάδια της πάλης για την προλεταριακή δικτατορία[1]».

Η Κομμουνιστική Διεθνής είναι σαφέστατη. Δεν προτείνει κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα βελτιώνει τον κλονιζόμενο καπιταλισμό. Δεν προτείνει κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα δράσης στα πλαίσια του συστήματος και αυτοπαγίδευσης των κομμάτων της μέσα σ' αυτό, όπως ακριβώς έκανε η Β΄ Διεθνής. Αντί του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών, η Κομμουνιστική Διεθνής προτείνει τον αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Η πάλη για τα άμεσα ζητήματα είναι ακριβώς πάλη για αυτά που περιέχει το πρόγραμμα μίνιμουμ του κομμουνιστών. Ακριβώς εκεί στρέφει η Κομμουνιστική Διεθνής την προσοχή των κομμουνιστικών κομμάτων.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση έγινε στον κόμμα των μπολσεβίκων το 1917, λίγο πριν την επανάσταση του Οκτώβρη. Εκεί ο Λένιν είναι σαφέστατος. Στην πρόταση που κατατέθηκε κατά τη συζήτηση των συνεδριακών κειμένων του συνεδρίου από τον Μπουχάριν για κατάργηση του μίνιμουμ προγράμματος (με το επιχείρημα ότι αυτό έχει πια παλιώσει, αφού η Ρωσία θα περάσει στο σοσιαλισμό και άρα είναι άχρηστο το μίνιμουμ πρόγραμμα και υπάρχει ανάγκη μόνο για ένα άμεσο πρόγραμμα μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό), ο Λένιν αναφέρει ότι οι μπολσεβίκοι έδωσαν ένα πλαίσιο μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό, αλλά «δεν πρέπει να πετάμε το πρόγραμμα μίνιμουμ γιατί αυτό το πράγμα θα ισοδυναμούσε με κούφιο κομπασμό. Δεν θέλουμε «να ζητήσουμε» τίποτε από την αστική τάξη, αλλά να δημιουργούμε οι ίδιοι, δεν θέλουμε να ασχολούμαστε με μικροπράγματα στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Αυτό θα ήταν κούφιος κομπασμός, γιατί πρώτα πρέπει να κατακτήσουμε την εξουσία, ενώ εμείς δεν την κατακτήσαμε ακόμη. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε πρώτα τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό, να οδηγήσουμε την επανάσταση μας ως τη νίκη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα πια, «γυρίζοντας από τον πόλεμο», μπορούμε και πρέπει να πετάξουμε το πρόγραμμα μίνιμουμ σαν αχρείαστο πια..» και αμέσως στη συνέχεια το εξηγεί λέγοντας ότι, μπορεί να αργήσουν να πάρουν την εξουσία, πόσο γρήγορα η επανάσταση θα επεκταθεί στη δύση, αν θα υπάρχουν περίοδοι αντίδρασης και αντεπανάστασης κ.λπ. «Όλα αυτά δεν τα ξέρουμε», αναφέρει, «και δεν μπορεί να τα ξέρει κανείς αυτά. Γι' αυτό είναι γελοίο να πετάμε το πρόγραμμα μίνιμουμ που είναι απαραίτητο όσο ζούμε ακόμη στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, όσο δεν έχουμε ακόμη καταστρέψει αυτά τα πλαίσια, όσο δεν έχουμε πραγματοποιήσει το βασικό για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, όσο δεν έχουμε τσακίσει τον εχθρό και κερδίζοντας τον δεν τον έχουμε συντρίψει.[2]».

Το λογικό συμπέρασμα από την τοποθέτηση αυτή του Λένιν είναι ότι, όσο το κίνημα θα βρίσκεται στον καπιταλισμό, είναι εντελώς απαραίτητο ένα πρόγραμμα στόχων πάλης εντός του συστήματος, το οποίο παίρνοντας υπόψη την εναλλαγή των συνθηκών θα διαμορφώνει την ενότητα της εργατικής τάξης και τις συμμαχίες της και θα χτυπά την αστική κυριαρχία. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα ένα μεταβατικό πρόγραμμα, δηλαδή η τακτική του επαναστατικού κινήματος ως την κατάληψη της εξουσίας δεν μπορεί να είναι σταθερό, εντελώς συγκεκριμένο και ανεξάρτητο από τις όποιες αλλαγές των συνθηκών. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε συνθήκες που ξεσπά πόλεμος και σε μια υποδουλωμένη χώρα. Δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα της Γερμανοϊταλικής κατοχής το μεταβατικό πρόγραμμα των τροτσκιστών, ή σε συνθήκες δικτατορίας κ.λπ. Έπρεπε σε κάθε περίπτωση να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι συνθήκες και η αναπροσαρμογή της τακτικής στις νέες συνθήκες, όταν τα προβλήματα και αντιθέσεις στην κοινωνία τροποποιούνται βαθιά και η κίνηση και η συνειδητοποίηση του λαού ακολουθεί άλλους δρόμους. Μήπως σε τελική ανάλυση το μεταβατικό πρόγραμμα των τροτσκιστών έπαιξε σοβαρό ρόλο στην αντεργατική και αντεπαναστατική τακτική τους κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, σε χώρες όπου ο χαρακτήρας του πολέμου μεταβλήθηκε από ιμπεριαλιστικό σε εθνικοαπελευθερωτικό, αφού δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν τη βαθιά αλλαγή των συνθηκών και το μεταβατικό πρόγραμμα δεν επιδέχονταν τις αναγκαίες τροποποιήσεις;

Στο καίριο ερώτημα αν οι κομμουνιστές αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις μέσα στον καπιταλισμό και εάν είναι δυνατές και επιτρεπτές οι μεταρρυθμίσεις, η δυνατότητα κατακτήσεων στην εποχή του ιμπεριαλισμού η απάντηση έχει δοθεί πριν από έναν αιώνα και είναι προφανώς καταφατική. Στις μέρες μας, το ζήτημα από ορισμένους τίθεται ως εξής: Σήμερα πλέον δεν είναι δυνατές οι οικονομικές κατακτήσεις, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει παραχωρήσεις, οι οικονομικοί αγώνες είναι περίπου μάταιοι και απόρροια όλων αυτών είναι, τα τεράστια οικονομικά και άλλα προβλήματα των εργαζομένων να αντιμετωπίζονται ως μια ευκαιρία ζύμωσης της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, που είναι η απάντηση στον καπιταλισμό.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού που σαπίζει τα δημοκρατικά προβλήματα γιγαντώνονται. Τεράστια τμήματα εργαζομένων, όχι μόνο των φτωχότερων χωρών αλλά και αυτών της καρδιάς του ιμπεριαλισμού, ωθούνται στο περιθώριο χωρίς πόρους και δικαιώματα, τα προβλήματα της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, των πολέμων και της μετανάστευσης, της καταστροφής του περιβάλλοντος κ.λπ. Ο αγώνας για αυτά τα προβλήματα σήμερα είναι το αντίστοιχο των διεκδικήσεων των μίνιμουμ προγραμμάτων της εποχής μπολσεβίκων και έχει τεράστια σημασία. «Ο καπιταλισμός γενικά και ο ιμπεριαλισμός ειδικότερα», έγραφε ο Λένιν, «δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο "ιδανικούς’’, αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή, το προλεταριάτο όμως που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή[3]».Χωρίς την πάλη για τη δημοκρατία και τη διεκδίκηση όλων των άμεσων προβλημάτων και μάλιστα με όρους νίκης πάνω στην πολιτική του κεφαλαίου και απόσπαση κατακτήσεων δεν διαπαιδαγωγείται η εργατική τάξη για να διεκδικήσει την ανατροπή του καπιταλισμού.

Αξίζει να προσεχθεί η εξής παράγραφος της απόφασης της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ για τα προβλήματα που αναφέρουμε: «Οι έννοιες “δημοκρατία”, “λαϊκή κυριαρχία”, “ιμπεριαλισμός”, “ιμπεριαλιστικός πόλεμος” για τη λαϊκή συμμαχία έχουν βαθύτερο, ταξικό περιεχόμενο, εδράζονται στην κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης, στην κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής σε συνδυασμό με την συνεταιριστικοποίηση των μικροπαραγωγών αγροτών. Εδράζονται στη συμμετοχή στην εργατική συνέλευση, στη λαϊκή επιτροπή κ.λπ.[4]».Με δύο λόγια οι παραπάνω έννοιες για το Κομμουνιστικό κόμμα και τη στρατηγική του για το σοσιαλισμό, αλλά και για τον ίδιο τον εργαζόμενο λαό περιεχόμενο ταξικό έχουν μόνο στο σοσιαλισμό. Είναι γεγονός ότι το ολοκληρωμένο περιεχόμενό τους οι όροι αυτοί το βρίσκουν μόνο στο σοσιαλισμό. Εδώ όμως συναντάμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο αγώνας για τις διεκδικήσεις αυτές στο έδαφος του καπιταλισμού δεν προσφέρει, κατά την απόφαση της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ, κάτι στον αγώνα της εργατικής τάξης για την κοινωνική απελευθέρωση. Αυτές οι διεκδικήσεις θα πραγματοποιηθούν στο σοσιαλισμό με το πραγματικό και ολοκληρωμένο περιεχόμενο τους. Τα δημοκρατικά προβλήματα και οι δημοκρατικές διεκδικήσεις ως την επανάσταση δεν απασχολούν το ΚΚΕ. Μονοσήμαντα ενδιαφέρει η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, ιδιαίτερα ο οικονομικός πυρήνας της.

Η χρησιμότητα του αγώνα για μεταρρυθμίσεις και μαζί η χρησιμότητα του αντίστοιχου προγράμματος είναι προφανής. Η σημασία της έχει αναδειχθεί από το μαρξισμό-λενινισμό και την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος. Τίθεται όμως το ζήτημα αν υπήρξαν σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις αρνητικές συνέπειες από τη χρήση του στο εργατικό κίνημα. Για τα κόμματα της Β΄ Διεθνούς αναφερθήκαμε. Ο αγώνας τους για μεταρρυθμίσεις επικράτησε και η αναφορά στον σοσιαλισμό μεταφέρθηκε στις επετείους. Αυτό αποδείχθηκε καταστροφικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις και τα κομμουνιστικά κόμματα δεν έμειναν αμόλυντα από την ασθένεια αυτή. Παρασύρθηκαν από τις δυσκολίες της ταξικής πάλης και από λαθεμένες αντιλήψεις στο εσωτερικό τους και οδηγήθηκαν στην αποσύνδεση του καθημερινού αγώνα από την πάλη για το σοσιαλισμό.

Το ζήτημα που μας απασχολεί έχει δύο σημαντικές προϋποθέσεις, ώστε να προωθηθεί αποτελεσματικά την πολιτική και η δράση του κομμουνιστικού κόμματος. Πρώτον την ανάγκη το πλαίσιο των καθημερινών διεκδικήσεων να μην αποσπάται από την πάλη για το σοσιαλισμό, αλλά να συνδέεται οργανικά μαζί της και να την υπηρετεί και δεύτερον οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τίθενται όχι με ρεφορμιστικό τρόπο, αλλά με τρόπο που να συμβάλλει και να προωθεί την επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η αστική τάξη σήμερα δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα, είναι οπισθοδρόμηση η διεκδίκηση των λύσεων από αυτή. Η λύση πρέπει να συνδεθεί με τον αγώνα για την κοινωνική ανατροπή, οι διεκδικήσεις αυτές, παρά την αυτοτέλειά τους, να προωθηθούν συναρθρωμένες με τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, την αντίθεσή κεφαλαίου- εργασίας.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, κατά την περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ο Λένιν αντιμετώπισε τις θέσεις αυτές αποφασιστικά με βάση το μαρξισμό. «Ο ιμπεριαλισμός», έγραφε, «είναι ένας αναπτυγμένος καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός είναι άρνηση της δημοκρατίας, «άρα» η δημοκρατία είναι απραγματοποίητη στον καπιταλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι κατάφωρη παραβίαση κάθε δημοκρατίας, το ίδιο και στις καθυστερημένες μοναρχίες και στις προχωρημένες δημοκρατίες. «Άρα» δεν έχουν θέση οι συζητήσεις για δικαιώματα (δηλαδή για δημοκρατία). Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μπορεί να «αντιπαραθέσει» κανείς μόνο το σοσιαλισμό. Η διέξοδος βρίσκεται μόνο στον σοσιαλισμό. «Άρα» το να προβάλει κανείς δημοκρατικά συνθήματα στο πρόγραμμα μίνιμουμ, δηλαδή στις συνθήκες πια του καπιταλισμού, γίνεται απάτη ή αυταπάτη ή συσκότιση, απομάκρυνση του συνθήματος της σοσιαλιστικής ανατροπής[5]».

Σήμερα από την ηγεσία του ΚΚΕ ακούμε ότι:

  • Δεν είναι δυνατές οι κατακτήσεις πλέον. Κατά συνέπεια και οι οικονομικοί αγώνες των συνδικάτων αντιμετωπίζονται όχι ως αποφασιστική προσπάθεια απόσπασης κατακτήσεων, αλλά ως μία ευκαιρία ζύμωσης των αδιεξόδων του καπιταλισμού και της ανάγκης ανατροπής του.
  • Η ιμπεριαλιστική καταπίεση και η εξάρτηση είναι συνεπεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού στο σημερινό στάδιο του. Κατά συνέπεια δεν έχει αξία η πάλη εναντίον της εξάρτησης και τον ιμπεριαλισμό τον βγάζουμε από το πρόγραμμα μας, αγωνιζόμαστε για την ανατροπή του καπιταλισμού.
  • Η ΕΕ δεν είναι όλος ο καπιταλισμός, είναι μια μορφή καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Και μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από την ΕΕ καπιταλισμός πολύ πιθανόν θα υπάρχει. Ως εκ τούτου δεν έχει νόημα ο αγώνας για έξοδο από την ΕΕ, μπορεί να είναι και επικίνδυνος γιατί ωθεί σε συνεργασία της εργατικής τάξης με τμήματα της αστικής τάξης που επιδιώκουν την αποδέσμευση. Ο αγώνας για βαθιές αλλαγές στο κράτος και την κοινωνία, ο αγώνας για την μονομερή διαγραφή του χρέους, για την ανατροπή του μνημονίου, εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και για κρατικοποίηση στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, για προοδευτικό φορολογικό σύστημα κ.λπ. αν δεν συνοδεύεται από την επιβολή της εργατικής εξουσίας δεν είναι μόνο ανώφελος, αλλά και επικίνδυνος. Είναι οπορτουνισμός.

Αλήθεια, πόση ομοιότητα έχουν οι αναφορές του Λένιν που κατακεραύνωνε τις απόψεις που ήταν «γελοιογραφία του μαρξισμού», με τα επιχειρήματα του ΚΚΕ σήμερα; Σαν να μη πέρασε μια μέρα.

Σχετικά με το αν είναι συμβατοί με το κομμουνιστικό πρόγραμμα και την δράση μεγάλοι πολιτικοί στόχοι και μεταβατικά αιτήματα ή είναι οπορτουνισμός και ενσωμάτωση, θα καταφύγουμε στην Κομμουνιστική Διεθνή και θα παραθέσουμε δύο αναφορές που έγιναν από την αντιπροσωπεία της κεντρικής επιτροπής των μπολσεβίκων που είχε την ευθύνη για τις εργασίες του 4ου συνεδρίου της Κομιντέρν.

Η πρώτη είναι η εξής: «Δήλωση της ρωσικής αντιπροσωπείας: Δεδομένου ότι η διαμάχη για το πώς θα διατυπώσουμε τα μεταβατικά αιτήματα και το πώς να τα εντάξουμε στο πρόγραμμα έχει δημιουργήσει μια τελείως εσφαλμένη εντύπωση, η ρωσική αντιπροσωπεία ομόφωνα διαβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί οπορτουνισμός η ένταξη των μεταβατικών αιτημάτων στα προγράμματα των εθνικών τμημάτων, ούτε η γενίκευση και η θεωρητική ένταξη τους στο γενικό τμήμα του προγράμματος». Οι αντιπρόσωποι στη ρωσική αποστολή, Λένιν, Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Ράντεκ, Μπουχάριν[6]».

Η δεύτερη είναι η ίδια η απόφαση για το πρόγραμμα την οποία έγραψε ο Λένιν της 20 Νοέμβρη του 1922, στον 4ο συνέδριο. « (….) 3) Τα προγράμματα των εθνικών τμημάτων πρέπει να αναδεικνύουν καθαρά και αποφασιστικά την ανάγκη της πάλης για μεταβατικά αιτήματα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα αιτήματα θα προκύπτουν από τις συγκεκριμένες συνθήκες τόπου και χρόνου. 4). Το συνολικό πρόγραμμα πρέπει οπωσδήποτε να παρέχει το θεωρητικό πλαίσιο για όλα τα μεταβατικά και άμεσα αιτήματα. Την ίδια στιγμή το 4ο συνέδριο καταδικάζει απερίφραστα προσπάθειες να παρουσιαστεί σαν οπορτουνισμός η ένταξη των μεταβατικών αιτημάτων στο πρόγραμμα, όπως αντίστοιχα και κάθε απόπειρα να χρησιμοποιηθούν τα επιμέρους αιτήματα με σκοπό να αποκρυφτούν ή να υποκατασταθούν τα θεμελιώδη επαναστατικά καθήκοντά μας. 5) Το συνολικό πρόγραμμα μας πρέπει να αναδεικνύει ξεκάθαρα τις βασικές ιστορικές παραλλαγές των μεταβατικών αιτημάτων που τίθενται από τα εθνικά τμήματα, ανταποκρινόμενο στις θεμελιώδεις διαφορές οικονομικών και πολιτικών δομών σε κάθε χώρα[7]».

Το ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα του, που ψηφίστηκε στο 19ο συνέδριο, δεν είναι ουσιαστικά διαφορετικό από αυτό του 15ου συνέδριου. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη του 15ου συνεδρίου που αποτελεί τη βάση και μαζί ορισμένων τροποποιήσεων που έφεραν τα επόμενα συνέδρια. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι είναι σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Ας δούμε το θέμα αυτό από τη σκοπιά του ζητήματος που εξετάζουμε, του αγώνα, δηλαδή, για διεκδικήσεις και από τη σκοπιά της συνολικής τακτικής ως την επανάσταση.

Το 15ο συνέδριο χαράσσει την εξής τακτική και αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό: «Το ΚΚΕ πρωτοστατεί, ώστε το μέτωπο να οργανώνει την πάλη, να ιεραρχεί τις κατευθύνσεις και τα αιτήματα, με βάση ένα προγραμματικό πλαίσιο κατευθύνσεων και στόχων που εναντιώνονται και συγκρούονται με τις βασικές επιλογές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ένα πλαίσιο ανοιχτό σε ριζικές αλλαγές, οι οποίες θίγουν τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν μπορεί να είναι ένα οποιοδήποτε ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αποτελεί πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης του συστήματος…. Οι προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχοι πάλης του μετώπου έχουν εσωτερική συνοχή και ιεράρχηση. Υπηρετούν την οργάνωση της πάλης για μέτρα και στόχους που αφορούν: Τις ζωτικές οικονομικές, μορφωτικές και πολιτιστικές ανάγκες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανεργίας και των συνεπειών της. Την υπεράσπιση και διεύρυνση των κατακτήσεων τους, τα δημοκρατικά τους δικαιώματα. Την υπεράσπιση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας και των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων. Τη διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας από την ιμπεριαλιστική νέα τάξη πραγμάτων. Την δραστήρια συμβολή της χώρας στον αγώνα για την ειρήνη και την απόκρουση κάθε μορφής επέμβασης και ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Στις βασικές προγραμματικές κατευθύνσεις του στόχους πάλης εντάσσονται: Η αποδέσμευση από την ΕΕ, ως βασική προϋπόθεση για την αξιοποίηση των εγχώριων αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, για την πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Η άρνηση συμμετοχής στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και επεμβάσεις , με οποιονδήποτε τρόπο και αν πραγματοποιούνται…. Η απεμπλοκή από το πλέγμα της πολιτικοστρατιωτικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η απομάκρυνση των Αμερικανονατοϊκών βάσεων και των πυρηνικών όπλων… Εθνική αμυντική πολιτική που κατοχυρώνει την ασφάλεια της χώρας και τον αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό της… Η δράση που έχει ως στόχο να αντιμετωπιστεί το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας, η προστασία και πραγματική αύξηση του λαϊκού εισοδήματος. Η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Η πάλη κατά της επιβολής των νέων εργασιακών σχέσεων, η μείωση των ωρών εργασίας κ.λπ… Δημοκρατική αντιμονοπωλιακή μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και των φοροαπαλλαγών του μεγάλου κεφαλαίου. Έλεγχος τιμών στις πηγές και μέτρα αντιμετώπισης της κερδοσκοπίας… Η δράση κατά των συμφωνιών που υποθηκεύουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Η διεκδίκηση και υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα επιχειρήσεων και τομέων στρατηγικής σημασίας. Η πάλη για τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας διοίκησης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Κοινωνικός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης. Η απόκρουση της κοινής αγροτικής πολιτικής και της ΓΚΑΤΤ και των συνεπειών από την προώθηση τους (…)[8]».

Είναι φανερό ότι το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πλήθος εντελώς συγκεκριμένων άμεσων διεκδικήσεων για τη βελτίωση της ζωής του λαού και των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης και μαζί μεγάλες πολιτικές διεκδικήσεις που αμφισβητούν τα ίδια τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Τις καθημερινές αυτές διεκδικήσεις του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου το 15ο συνέδριο τις θεωρούσε εντελώς αναγκαίες, το μόνο υπαρκτό δρόμο για τη συσπείρωση και την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από την αστική πολιτική, για τη συμμαχία εργατικής τάξης και μεσαίων στρωμάτων, για την αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας. Κανένας από αυτούς τους στόχους δεν παραπέμπονταν στο μέλλον, μετά την επανάσταση και την εργατική εξουσία. Το πλαίσιο αυτό, η τακτική αυτή ήταν σε απόλυτη αρμονία με το μαρξισμό λενινισμό και την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος.

Το 19ο συνέδριο αφαιρεί όλη την τακτική και όλο το πλαίσιο της πάλης ως την επανάσταση από το πρόγραμμα και τα παραπέμπει σε αποφάσεις της κεντρικής επιτροπής, θεωρώντας ότι οι αναφορές αυτές αλλοιώνουν το χαρακτήρα του προγράμματος, ότι στο πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνεται μόνο ο σοσιαλισμός. Λύνει δηλαδή το πρόβλημα αυτό κατά το πρότυπο που πρότεινε μια μικρή σεχταριστική μειοψηφία στην Κομιντέρν εκατό χρόνια νωρίτερα και απορρίφτηκε καθολικά τότε, θεωρώντας οπορτουνιστική και αντεπαναστατική πράξη να περιληφθούν οι διεκδικήσεις αυτές στο πρόγραμμα του κόμματος. Στο τμήμα της απόφασης του συνεδρίου που αφορά τη δράση της λαϊκής συμμαχίας και την τακτική που ακολουθεί αναφέρεται: «Η λαϊκή συμμαχία παλεύει κατά της κρατικής καταστολής, της εργοδοτικής βίας, υπερασπίζεται τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες. Ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση είναι αναπόσπαστα δεμένος με την αποδέσμευση και τη μονομερή διαγραφή του χρέους. Σε ρήξη με την Ε.Ε. για το ΔΝΤ. Διεκδικεί την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων. Υιοθετεί την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, όλων των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό, τον εργατικό - κοινωνικό έλεγχο. Συμφωνεί με την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, από κάθε μορφής σχέση με ιμπεριαλιστικές ένωσεις…».

Με δύο λόγια ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση συναρτάται απόλυτα με την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων και την εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας και τότε θα τεθούν όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα όπως η αποχώρηση από την ΕΕ, από το ΝΑΤΟ, τότε θα μπει το θέμα για εθνικοποιήσεις μονοπωλιακών επιχειρήσεων κ.λπ.

Αυτές οι δύο αναφορές στο 15ο και στο 19ο συνέδριο δείχνουν το διαζύγιο της σημερινής ηγεσίας από τον λενινισμό και την ταύτιση της με ότι πιο αυταρχικό έχει παρουσιαστεί στο κομμουνιστικό κίνημα.

Συνοψίζοντας:

Η τακτική, ως το ευέλικτο στοιχείο της πολιτικής των κομμουνιστών και για το λόγο ότι είναι παρέμβαση στην κάθε φορά συγκυρία, στη βάση των χαραγμένων στόχων τους, επηρεάζεται ουσιαστικά από τις συνθήκες που σε κάθε φάση διαμορφώνονται. Κατά συνέπεια η τακτική αλλάζει και πολλές φορές σε μεγάλο βαθμό. Για το λόγο αυτό η επιμονή σε μια απόλυτα καθορισμένη τακτική για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο ως την επαναστατική ανατροπή δεν είναι χρήσιμη, το πιο πιθανό είναι να αποδειχθεί επιζήμια στη δράση τους.

Ο αγώνας για τα δημοκρατικά προβλήματα έχει μεγάλη σημασία, καθώς και τα αντίστοιχα πλαίσια διεκδικήσεων εντός του καπιταλισμού. Η ορθή διεκδίκηση των δημοκρατικών προβλημάτων, όχι ως διεκδικήσεων των οποίων τη λύση διεκδικούν από το μονοπωλιακό κεφάλαιο μέσα στα όρια του συστήματος, αλλά στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του αγώνα για το σοσιαλισμό. Παρά την αυτοτέλεια των διεκδικήσεων αυτών και των αντίστοιχων κινημάτων, οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να είναι συναρθρωμένες και να στηρίζουν τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή. Ο αγώνας αυτός έχει μεγάλη σημασία για την εργατική τάξη και για τη δημιουργία ενός εργατικού κινήματος ισχυρού, συνειδητού και πολύπλευρου, ώστε να μπορεί να συσπειρώσει τα μικροαστικά στρώματα και να διεκδικήσει την εξουσία. Παράλληλα η προβολή πολιτικών αιτημάτων και διεκδικήσεων που αμφισβητούν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα είναι απόλυτα αναγκαία.

Η κρίση της αστικής κυριαρχίας και η απονομιμοποίηση της και η επαναστατική κατάσταση δεν θα είναι κρίση της βασικής αντίθεσης του συστήματος μόνο, αλλά κρίση του συνόλου των αντιθέσεων της κοινωνίας.

Οι κομμουνιστές πρέπει να απορρίψουν το ρεφορμισμό και τον περιορισμό του αγώνα τους στη διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα μόνο, παράλληλα πρέπει να απορρίψουν και να κάνουν αποφασιστικό αγώνα εναντίον του σεχταρισμού, του αριστερού οπορτουνισμού, ο οποίος στις μέρες μας γίνεται επικίνδυνος.

                                                                                         Γ.   Μυλωνάς

 


[1]Η Τρίτη διεθνής, τα τέσσερα πρώτα συνέδρια σ. 269 - 270

[2] Λένιν Άπαντα τόμος 34 σ.   374 - 375

[3]Λένιν Άπαντα τόμος 30 σ. 71

[4] Θέσεις της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.Ε. για το 19ο συνέδριο σ. 47

[5]Στο ίδιο σ 70

[6]Τζον Ριντέλ Το ενιαίο μέτωπο σελίδα 106

[7]Στο ίδιο σ. 107

[8]Το 15ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε. ντοκουμέντα σ. 117 - 121

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ