Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

του Βασίλη Λάζαρη.

Το περιεχόμενο της εισήγησής μου αποτελείται από την κατάθεση εκ μέρους μου με κάθε δυνατή συντομία κάποιων σκέψεων μου, οι οποίες αναφέρονται σε ένα από τα πιο σημαντικά προβλήματα και των σημερινών καιρών - στη γλώσσα. Εννοώ εκείνο το ύψιστης σημασίας εφόδιο του ανθρώπου στην ιστορική πορεία του μέσα στον χρόνο, που το γέννησαν οι κραυγές των πρωτόγονων, όταν χαίρονταν με τις πρώτες στοιχειώδεις καταστάσεις τους ή τρόμαζαν από τις απειλές της οργισμένης φύσης, πλουτίστηκε στη συνέχεια με πλήθος επιθεμάτων και στην αρχαία Ελλάδα εκφράσθηκε με τις φωνές των πολύβουων αγορών, με τις περίτεχνες συμπλοκές των λέξεων στις ποιητικές εξάρσεις, με τις βαθύτερες φιλοσοφικές συζητήσεις και με τις αγορεύσεις των φλογερών ρητόρων.

Έχει διαπιστωθεί πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι μέσα στο ζόφο της σημερινής κρίσης, που είναι κρίση του κοινωνικού συστήματος, έχει κτυπηθεί εκτός ων άλλων, στη χώρα μας τουλάχιστον, και η παιδεία, η οποία από πολύν καιρό καταστρέφεται εμώ παράλληλα επιχειρείται από τους ιθύνοντες τα θλιβερά ερείπιά της να καλυφθούν με ψευδομεταρρυθμιστικά πυροτεχνήματα, που δεν αντέχουν ωστόσο σε καμμιά κριτική δοκιμασία. Οι δάσκαλοι κυρίως και οι φιλόλογοι στη μέση παιδεία κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ζουν σε καθημερινή βάση την σκοτεινή αυτή πραγματικότητα, σύμφωνα με την οποία πρώτο θύμα της εν λόγω καταστροφικής διαδικασίας αποτελεί η γλώσσα. Πρόκειται για μια διαδικασία, που αποβλέπει στην πραγματικότητα, όσο αφορά τα γλωσσικά μαθήματα, στον άμεσο περιορισμό των παραγόντων της γλώσσας, οι οποίοι συμβάλλουν κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη δημιουργία. Η ανάπτυξη δηλαδή της γλώσσας και του λόγου δεν ξεπερνά στην περίπτωση αυτή τα όρια, που χαράζονται από όλα εκείνα τα στοιχεία, που θεωρούνται εντελώς απαραίτητα για την καθημερινή επικοινωνία των ανθρώπων σε απλουστευμένη μορφή της – με βασική συνέπεια να συνθλίβονται ουσιαστικά οι αναπτυξιακές δυνατότητες της σκέψης.

Στις μέρες μας, για παράδειγμα, το βάρος της διδασκαλίας της γλώσσας έχει μετατοπισθεί από τα λογοτεχνικά και άλλα αξιόλογα κείμενα σε άχαρες καταγραφές, που σχεδόν καθόλου δεν συντελούν στην ενίσχυση του λεξιλογίου του μαθητή. Σερβίρονται δηλαδή στη θέση των προσφορών των λογοτεχνών και διαφόρων στοχαστών στεγνά βιογραφικά σημειώματα, ανούσιες επιστολές, προσκλήσεις σε νεανικούς χορούς, συνταγές μαγειρικής και οδηγίες χρήσης συσκευών της κουζίνας και ηλεκτρονικών παιχνιδιών.

Η μέθοδος εκμάθησης της μητρικής γλώσσας που ακολουθείται, θυμίζει πολύ έντονα την μέθοδο εκμάθησης ξένων γλωσσών, χωρίς συστηματική διδασκαλία των κανόνων εκείνων, που αφορούν την γραμματική και το συντακτικό, την διαμόρφωση των λέξεων και τις λογικές μεταξύ τους συνδέσεις. Κάτι σχεδόν ανάλογο ως προς την μεθοδολογία παρατηρείται και με το μάθημα της Έκθεσης και Έκφρασης στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, όπου οι μαθητές, αν και έχουν σχετικά ωριμάσει, για να συγκροτήσουν οι ίδιοι ένα κείμενο, προπαρασκευάζονται κυρίως για χρηστικές καταγραφές ή για τη σύνταξη περιλήψεων – με αποτέλεσμα να περιορίζεται η δυνατότητά τους για την από μέρους τους ανάπτυξη του λόγου και της φαντασίας. Έτσι, ακρωτηριάζεται η γλωσσά η οποία ωστόσο αποτελεί τον αναντικατάστατο εκείνον συμβολισμό της εμπειρίας, που διαμορφώνει τις σκέψεις των ανθρώπων και οι σκέψεις αυτές με την σειρά τους οδηγούν στην σύλληψη και στην ερμηνεία των ποικίλων πραγματικοτήτων, που μας περιβάλλουν, και στην έναρξη των εντελώς απαραίτητων δημιουργικών δραστηριοτήτων μας.

Βρισκόμαστε ουσιαστικά μπροστά σε μια εχθρική αντιμετώπιση της γλώσσας από μέρους πολλών υπευθύνων παραγόντων (και μάλιστα με την έμμεση συνδρομή αρκετών πνευματικών ανθρώπων) που δεν αποτελεί όμως συνέπεια αγνών προθέσεων, στηριγμένων πάνω σε λαθεμένους υπολογισμούς. Μιλάμε δυστυχώς για μια απόλυτα συνειδητή συμπεριφορά, δεδομένου ότι οι υπεύθυνοι αυτοί παράγοντες δεν είναι άτομα μειωμένης νοημοσύνης, αλλά ιδιαίτερα ικανοί στο να συλλαμβάνουν τις κάθε φορά καταστάσεις και να προσδιορίζουν με ακρίβεια την σημασία τους.

Έτσι, γνωρίζουν με απόλυτο τρόπο ότι η γλώσσα διαθέτει την μεγαλύτερη ισχύ για την σύνταξη των ανθρώπινων ομάδων, ότι χωρίς την παρεμβολή της δεν θα μπορούσαν ποτέ αυτές οι ομάδες να συγκροτηθούν και ότι το απλό και μόνο γεγονός του κοινού λόγου χρησιμεύει ως ένα ιδιαίτερα δυναμικό σύμβολο της σταθερής κοινωνικότητας των ομάδων αυτών. Η αποδυνάμωση συνεπώς του γλωσσικού οργάνου με την συστηματική καταπολέμησή του συνεπάγεται την σταδιακή αστάθεια της εν λόγω κοινωνικότητας με την ιδιαίτερα επικίνδυνη μείωση της κοινωνικής συνείδησης του κάθε ατόμου.

Το γεγονός βέβαια, ότι η γλώσσα ενισχύει την κοινωνικότητα του ανθρώπου, καθόλου δεν σημαίνει, ότι παρεμποδίζει την έξαρσης της ατομικότητάς του, για την υπεράσπιση της οποίας εμφανίζονται κοπτόμενοι οι σημερινοί καταστροφείς της παιδείας. Αντίθετα, ο χαρακτήρας της φωνής του ατόμου, η άρθρωσή του, η επιλογή των λέξεων, που προσδιορίζουν το ύψος της ομιλίας του, η σύνταξη των προτάσεων από μέρους του, ο χαρακτήρας και ο πλούτος του λεξιλογίου του, η ευχέρεια με την οποία οι λέξεις, που χρησιμοποιεί, ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στο περιεχόμενο του κοινωνικού περιβάλλοντός του – όλα αυτά και αρκετά άλλα αποτελούν τους περίπλοκους δείκτες της δικής του προσωπικότητας.

Υπάρχει βέβαια η διαπιστωμένη αλήθεια, ότι οι πράξεις μιλούν πιο έντονα από τις λέξεις – η προβολή ωστόσο αυτής της ορθής κατά τα άλλα άποψης προδίδει περιορισμένη διορατικότητα για τη φύση του λόγου. Ο τρόπος ομιλίας ενός ανθρώπου αποτελεί δείκτη ορισμένων χαρακτηριστικών της προσωπικότητάς του – και τούτο το στοιχείο οδηγεί, μαζί με άλλα ασφαλώς στοιχεία, στο μειωμένο ή στο αυξημένο ενδιαφέρον παρακολούθησης των απόψεών του από εκείνους, προς τους οποίους κάθε φορά απευθύνεται. Η εκ των πραγμάτων συνεπώς άρνηση της περιφρούρησης και της παραπέρα θετικής ανάπτυξης της γλώσσας αντιμάχεται ουσιαστικά και την ιδιαιτερότητα του ατόμου, μέσα από την οποία ωστόσο το κάθε άτομο συμβάλλει στην λειτουργία της κοινωνικής ομάδας.

Χωρίς να επιζητώ την υποτίμηση των άλλων γλωσσών (τούτο άλλωστε θα ήταν ανεπίτρεπτο) ας μου επιτραπεί να αναφερθώ παρενθετικά και με ελάχιστα λόγια στην ελληνική γλώσσα. Να υπομνήσω δηλαδή, ότι πρόκειται για μια πολύ πλούσια και πολύ όμορφη γλώσσα, η οποία ωστόσο υποφέρει σήμερα τα πάνδεινα από της αναρτύσεις στο διαδύκτιο, από τις κατακρεουργήσεις των τηλεοπτικών αστέρων, από τις αγγλικές κυρίως λέξεις, που υπεισέρχονται κατακτητικά στις ελληνικές φράσεις, με αποτέλεσμα να μην προσαρμόζονται στις απαιτήσεις τους, από τα βαρβαρικά «γκρίκλις» και από αρκετούς πολιτικούς άνδρες, που συνηθισμένοι στις ανεύθυνες προεκλογικές υποσχέσεις τους για τη σωτηρία του λαού με ριζοσπαστικές ακροβασίες, το ίδιο ανεύθυνα συμπεριφέρονται και απέναντι στο γλωσσικό όργανό μας, επιφυλάσσοντας και σ’ αυτό την ίδια ακριβώς τύχη με τα οικονομικά της χώρας.

Υποστηρίζεται γενικά από ειδικούς μελετητές, ότι πρωταρχικό σκοπό λειτουργίας της γλώσσας αποτελεί η επικοινωνία. Θα ήταν εντούτοις καλύτερο να υποστηριχθεί, ότι η γλώσσα αποτελεί βασικά το φωνητικό φανέρωμα της τάσης να συλληφθεί η πραγματικότητα με συμβολικό τρόπο, ότι αυτή ακριβώς η ιδιότητά της την έχει καταστήσει το πιο κατάλληλο όργανο για την επικοινωνία και ότι μέσα από την πρακτική διαδικασία της επικοινωνίας αυτής πλουτίσθηκε η ίδια και πήρε τελικά την μορφή, με την οποία την γνωρίζουμε σήμερα.

Η γλώσσα, όπως είναι γνωστό, είχε ως πρώτο υλικό της τα επιφωνήματα, με τα οποία εκφράζονταν οι αρχέγονες ανθρώπινες αντιδράσεις μπροστά στα φανερώματα των πραγματικοτήτων. Ύστερα την ενίσχυσαν σε μια μακρόχρονη διαδικασία τα άλλα μέρη του λόγου, που αποτέλεσαν τοις εκφράσεις των κάθε μορφής εννοιών, οι οποίες δέθηκαν με κάθε λογής τρόπους μεταξύ τους, για να δημιουργήσουν τις κρίσεις και αυτές με την σειρά τους για να θεμελιώσουν τους συλλογισμούς, το αποκορύφωμα δηλαδή των νοητικών μας δυνατοτήτων.

Σχετικά με την γέννηση των διαφόρων λέξεων και με την διαμόρφωση των διαφόρων γλωσσών οι επικρατέστερες παληότερες απόψεις εκφράζονταν μέσα από την επιφωνηματική και την ονοματοποιητική θεωρία. Σύμφωνα με την πρώτη οι λέξεις πλάστηκαν με υλικό τις αυθόρμητες κραυγές εκφραστικού χαρακτήρα, ενώ η δεύτερη θεωρία υποστήριζε, ότι οι λέξεις απετέλεσαν συμβατικούς τύπους απομίμησης των ήχων της φύσης. Είναι σωστό, ότι τόσο επιφωνηματικά όσο και ονοματοποιητικά στοιχεία συγκροτούν ορισμένες λέξεις, ελάχιστες ωστόσο και επομένως ανίκανες να επιβεβαιώσουν την ορθότητας της μιας ή της άλλης από τις προαναφερθείσες θεωρίες. Το μόνο, που μπορεί να υποστηριχθεί σχετικά με αυτό το πρόβλημα είναι, ότι ο λόγος γενικά ως ένα τέλεια οργανωμένο σύνολο αποτελεί ένα ξεχωριστό ανθρώπινο επίτευγμα, που η αφετηρία του και η κατοπινή εξέλιξή του με βάση τα σημερινά δεδομένα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπισθεί.

Πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητο, ότι οι λέξεις δεν αποτελούν από μόνες τους πραγματικές οντότητες. Πρόκειται για μοναδικά σύμβολα, με τα οποία εκφράζεται η σύλληψη και η κατανόηση της ρέουσας αλήθειας – όπως ακριβώς συμβαίνει με τους αριθμούς και τα σχήματα στα Μαθηματικά, που δεν έχουν δική τους υπόσταση, αλλά χωρίς την δική τους άμεση χρησιμοποίηση θα ήταν εντελώς αδύνατη για τον άνθρωπο η αντίληψη του κόσμου.

Έχει γεννηθεί το ερώτημα, αν οι λέξεις που συγκροτούν την γλώσσα και την πλουτίζουν με το πέρασμα του χρόνου, προηγούνται κάθε φορά της διαμόρφωσης των συγκεκριμένων σκέψεων (ακόμη και εκείνων, οι οποίες σχετίζονται με τον σχηματισμό λέξεων που παράγονται από άλλες λέξεις) ή μήπως συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Είναι βασικό ερώτημα – η απάντηση ωστόσο σ’ αυτό δεν φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολη.

Η απάντηση συγκεκριμένα φανερώνεται, αμέσως μόλις αναλογισθεί κάποιος, αν το κτίσιμο των σκέψεων προηγείτο της ύπαρξης των ανάλογων λέξεων, τότε σε κάθε άτομο θα αντιστοιχούσε υποχρεωτικά και μια ξεχωριστή γλώσσα. Άλλωστε, όταν σκέπτεται κάποιος, σκέπτεται με λέξεις, και θα ήταν αδύνατο να συγκροτεί κάθε φορά τις σκέψεις του χωρίς το απαραίτητο λεξιλόγιο, που προσδιορίζει με ένα πλήθος συμβόλων τις καταστάσεις, τις ιδιότητες, τις ιδέες και τα υλικά αντικείμενα.

Ο άνθρωπος δηλαδή χωρίς την γλώσσα θα αδυνατούσε να σκεφθεί. Οι σκέψεις δεν μπορούν να γεννηθούν και να υπάρξουν χωρίς την βάση της γλώσσας, χωρίς τον λόγο και τις φράσεις της. Ιδέες γυμνές, ελεύθερες από γλωσσικά υλικά δεν υφίστανται. Η σκέψη εκδηλώνεται αποτελεσματικά και μόνο μέσα από την γλώσσα και δεν υπάρχει χωρίς αυτή. Η ανθρώπινη σκέψη αναπτύχθηκε χάρη στη γλώσσα, ενώ το ζώο, που δεν διαθέτει το γλωσσικό μέσο, έμεινε από αυτή την πλευρά στην αρχική του κατάσταση.

Έτσι, όσο πληρέστερη είναι η γνώση της γλώσσας, από μέρους μας, τόσο συνθετότερες είναι και οι σκέψεις μας και επομένως τόσο δυσκολότερη, για παράδειγμα, η ποδηγέτησή μας από τους κάθε λογής σαλτιμπάγκους της μικροπολιτικής. Και είναι σήμερα πολύ έντονη η προσπάθεια ποδηγέτησης της πλειοψηφίας των πολιτών, δεδομένου ότι ζούμε σε μια εποχή, που οι εικόνες, συνήθως αρκετά παραποιημένες, κυριαρχούν στην προβολή προσώπων, καταστάσεων, εκτιμήσεων και ιδεών, που παραμερίζουν τις λέξεις, που εξουδετερώνουν τις φράσεις και δολοφονούν την δημιουργική φαντασία. Έτσι, υπονομεύουν την δυνατότητα των λαϊκών κυρίως στρωμάτων να εντοπίζουν και να ερμηνεύουν, όσο γίνεται πιο σωστά, τις κάθε φορά πραγματικότητες, να αντιπαρέρχονται τις ποικίλες στρεβλώσεις της αλήθειας, και να δραστηριοποιούνται στη συνέχεια ως υπεύθυνα κοινωνικά όντα με τον ανάλογο σε κάθε περίπτωση τρόπο.

Πρέπει συνεπώς να υπερασπισθούμε την γλώσσα, για λογαριασμό κατά πρώτο λόγο των νέων. Γιατί οι υπονομευτές της γλώσσας (ας μην το ξεχνάμε) δεν θέλουν σκεπτόμενους ανθρώπους, δεν τους βολεύει αυτό – θέλουν αγέλες ανθρώπων, που να μην ερμηνεύουν σωστά τις πραγματικότητας, αλλά να καταξοδεύουν την ζωτικότητά τους σε άναρθρες και ακίνδυνες κραυγές.

 

 

Ο Βασίλης Λάζαρης είναι φιλόλογος, ιστορικός και συγγραφέας πολλών βιβλίων που αφορούν το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα του 20ου αιώνα αλλά και με την ιστορία της Αχαΐας Για την κομμουνιστική ιδεολογία και δράση του υπέστη διώξεις στα χρόνια της χούντας ενώ ήταν ο μόνος κομμουνιστής που διετέλεσε έστω για λίγους μήνες Νομάρχης (στην Αιτωλοακαρνία την ταραγμένη περίοδο του 1989).

Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγησή του στη Διακίδειο Σχολή Λαού της Πάτρας στις 27/2/2016.

Ο Εργατικός Αγώνας διατηρεί την ορθογραφία και τη σύνταξη του κειμένου ως ελάχιστο φόρο τιμής στην άψογη εκφορά της ελληνικής γλώσσας που μέρα με τη μέρα εκλείπει.

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ