Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Οι ελληνικές κυβερνήσεις ιστορικά πάντα προσέβλεπαν και στηρίζονταν στις «σύμμαχες» χώρες της δύσης και σε ιδεολογικά συγγενείς πολιτικές δυνάμεις για να προωθούν τα σχέδιά τους, να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες και να εξασφαλίζουν την κυριαρχία τους, ιδιαίτερα σε περιόδους ισχυρής ανόδου του εργατικού κινήματος.

Σε ολόκληρη την ιστορία του νεοελληνικού κράτους κατ’ αυτόν τον τρόπο εξελίχθηκε η κατάσταση, η μεγαλοαστική τάξη της χώρας στηριζόμενη στους ιμπεριαλιστές «συμμάχους» έλεγχε την κατάσταση και κυριαρχούσε.

Στην εποχή των μνημονίων, τα φαινόμενα αυτά έφθασαν σε πρωτοφανές σημείο και αυτό χαρακτηρίζει όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις. Η αποφυγή της χρεοκοπίας, η βοήθεια για ουσιαστική μείωση του χρέους, η στήριξη της χώρας και οι πολυπόθητες μελλοντικές επενδύσεις ήταν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική παράδοση της.

Η πρώτη μνημονιακή κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ απευθύνθηκε στην ΕΕ και στο ΔΝΤ. Η κυβέρνηση Σαμαρά-ΝΔ, μετά από την «αντιμνημονιακή» περίοδο όταν βρίσκονταν στην αντιπολίτευση, πέρασε ολοκληρωτικά στην ίδια πολιτική. Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά για το λαό και την οικονομία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση του καλλιέργησαν την αντίληψη της προσπάθειας για την αλλαγή των συσχετισμών εντός της ΕΕ με στόχο την ήττα των χριστιανοδημοκρατών και του νεοφιλελευθερισμού, να έρθουν στην κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονταν στην αριστερά. Μια τέτοια εξέλιξη, κατά το ΣΥΡΙΖΑ, θα συνέβαλε ουσιαστικά στην απαλλαγή της χώρας από το υπέρογκο δημόσιο χρέος της, θα άλλαζε τις προτεραιότητες και το περιεχόμενο της ασκούμενης πολιτικής. Στην πορεία, η πολιτική αυτή συνδέθηκε με την αντιμετώπιση της ανερχόμενης ακροδεξιάς στην Ευρώπη που κυρίως πήρε τη μορφή έκκλησης για τη σύμπραξη των δυνάμεων του «δημοκρατικού τόξου» για να αποκλειστεί η ακροδεξιά από τις κυβερνήσεις διαφόρων χωρών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ωραιοποίησε τη σοσιαλδημοκρατία και το νεοφιλελευθερισμό της, στήριξε όλη την πολιτική του στη συμπαράσταση του Ρέντσι, του Ολάντ και των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, συνδέθηκε ουσιαστικά με το ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα παρότι αυτό βρισκόταν στην πρωτοπορία της αντιλαϊκής πολιτικής.

Σήμερα μετά τις γενικές εκλογές σε Γαλλία και Γερμανία τροποποιήθηκαν ουσιαστικά τα δεδομένα.

Η Γαλλία εισήλθε στην εποχή του Μακρόν. Αντιμετωπίστηκε μεν η άνοδος της ακροδεξιάς, αλλά ήρθε με συντριπτική πλειοψηφία στην κυβέρνηση ο Μακρόν με ένα πρόγραμμα ακραία νεοφιλελεύθερο και με πρακτικές που θυμίζουν αντιδραστικό καθεστώς. Θέλοντας να κερδίσει αξιοπιστία έναντι της Γερμανίας, επέβαλε με διάταγμα την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, ενώ ο κρατικός προϋπολογισμός που κατέθεσε περιλαμβάνει περισσότερο από 25 δισ. € μείωση των κρατικών δαπανών και μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και στα ακίνητα.

Στη Γερμανία χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες γνώρισαν μεγάλη ήττα. Οι ελπίδες της Μέρκελ για μεγάλο συνασπισμό με τους σοσιαλδημοκράτες διαψεύστηκαν. Η κυβερνητικοί εταίροι της θα είναι πλέον οι Ελεύθεροι Δημοκράτες με τον ακραίο φιλελευθερισμό τους και οι πράσινοι. Κατ’ αυτό τον τρόπο μετατοπίζεται το πολιτικό στίγμα της κυβέρνησης προς τα δεξιά και παράλληλα η πίεση που ασκεί το ενδυναμωμένο AfD μετατοπίζει δεξιότερα τον άξονα της πολιτικής ζωής συνολικά. Η απήχηση του AfD θεωρείται ότι προήλθε κατά βάση από την κεντρώα αντιμετώπιση σοβαρών πολιτικών προβλημάτων, όπως το προσφυγικό, από την προηγούμενη κυβέρνηση, γεγονός που ωθεί την κυβερνητική πολιτική προς τα δεξιά για να καλυφθεί ο χώρος αυτός.

Στις συνθήκες της δεξιάς αυτής στροφής, ετοιμάζονται τα νέα σχέδια για την ΕΕ, κυρίως για την ευρωζώνη. Το Παρίσι αντιλαμβάνεται ότι, όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η ΕΕ είτε θα προχωρήσει σε βαθιές μεταρρυθμίσεις με κύριο άξονα την έναρξη διαδικασίας ουσιαστικότερης ενοποίησης των χωρών της, είτε κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί από τον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ από τη μια και από τις ανερχόμενες δυνάμεις -και κυρίως την Κίνα- από την άλλη. Στη βάση αυτή, ο Γάλλος πρόεδρος κατέθεσε τις προτάσεις του για την ευρωζώνη, η οποία θα απαρτίζεται από έναν αριθμό χωρών παρόμοιου επιπέδου ανάπτυξης, χώρες υψηλής παραγωγικότητας, θα έχει ενιαίο προϋπολογισμό τουλάχιστον σε βασικούς τομείς και υπουργό οικονομικών, και ενιαία αμυντική πολιτική, ενώ θα δημιουργηθεί ευρωπαϊκό ΔΝΤ. Οι πιο αδύναμες, οι περιφερειακές χώρες, εξωθούνται σε μια χαμηλότερη ταχύτητα με διαρκή λιτότητα και εποπτεία ώσπου να αποπληρώσουν το 75% των δανείων τους. Αυτό για την Ελλάδα σημαίνει στην καλύτερη περίπτωση ορισμένες δεκαετίες. Η εξάρτηση και η περιθωριοποίηση σε όλο της το μεγαλείο.

Φυσικά, σε αυτό που τελικά θα συμβεί η Γερμανία θα έχει τον κύριο και τον τελικό λόγο αν και σήμερα η Μέρκελ δεν έχει την ελευθερία κινήσεων που είχε τα προηγούμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση τα όποια σχέδια αλλαγών στην ευρωζώνη, όταν υλοποιηθούν, θα αντανακλούν το σημερινό δυσχερέστατο συσχετισμό για τους εργαζόμενους και τις φτωχότερες χώρες και θα φέρουν τη σφραγίδα των συμφερόντων των γερμανικών πολυεθνικών, δίνοντας στην καλύτερη περίπτωση κάποιο χώρο στο γαλλικό πολυεθνικό κεφάλαιο.

Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη μέρα για τον ελληνικό λαό και τους λαούς της ΕΕ θα είναι πιο δύσκολη, όπως και για την Ελλάδα και τα οξύτατα προβλήματα της. Όλα δείχνουν ότι οι ελπίδες της κυβέρνησης για ευνοϊκή αντιμετώπιση από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο του προβλήματος του δημόσιου χρέους της χώρας και την ουσιαστική μείωσή του δεν φαίνεται να έχουν βάση. Η πολιτική της Γερμανίας και της ΕΕ -που η κυβέρνηση χρέωνε στον Σόιμπλε και τον δαιμονοποιούσε- φαίνεται ότι ήταν πολιτική του πολυεθνικού κεφαλαίου και του συνόλου των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Ο Σόιμπλε απομακρύνθηκε αλλά η πολιτική και τα σχέδιά του είναι παρόντα και θα υλοποιηθούν μέχρι τέλους.

Η αλλαγή της ΕΕ «από τα μέσα» με δράση μέσα από τους θεσμούς και τις διαδικασίες της για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ουτοπική. Η ΕΕ δεν μεταρρυθμίζεται, δεν μπορεί να μετατραπεί σε Ευρώπη των λαών, θα παραμείνει Ευρώπη του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της λιτότητας και της καταπίεσης των εργαζομένων, της εκμετάλλευσης και περιθωριοποίησης των πιο αδύναμων χωρών της.

Η Ευρώπη των εργαζομένων δεν είναι κάτι διαφορετικό από την Ευρώπη του σοσιαλισμού, της εξουσίας της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Ο αγώνας των εργαζομένων πρέπει να είναι αγώνας για το σοσιαλισμό και στις σημερινές συνθήκες περνά μέσα από τον αγώνα για την αποδέσμευση από το ευρώ και την ΕΕ.

Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να οργανωθεί η δράση της εργατικής τάξης και του λαού.

 

Α. Χ.

IMAGE Η επικινδυνότητα του «συνεπούς» ιστορικού αναθεωρητισμού
Κυριακή, 05 Νοέμβριος 2017
Γράφει ο Διογένης ο Ενοχλητικός. Σχόλιο για την ταινία «Τελευταίο Σημείωμα», σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και σενάριο Ιωάννας Καρυστιάνη και Παντελή Βούλγαρη. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ