Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

ή "Ο σεβασμός στη μαρξιστική λενινιστική θεωρία και την ιστορική πείρα κρίσιμος όρος για το κομμουνιστικό κίνημα σήμερα".

Γράφει ο Γεράσιμος Αραβανής.

Η Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ) τεύχος 5 του 2019 περιλαμβάνει άρθρο της Αλέκας Παπαρήγα (ΑΠ) με τον τίτλο «Η στρατηγική σημασία της άρνησης συμμετοχής του ΚΚΕ σε αστική κυβέρνηση 2012-2015». Ένα πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι “γιατί το θέμα αυτό η ηγεσία του ΚΚΕ το προβάλλει ως κεντρικό στοιχείο της συνεισφοράς της στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και το εργατικό κίνημα της χώρα χρόνια τώρα και επανέρχεται άλλη μία φορά και μάλιστα με λεπτομέρειες σε άρθρο 25 σελίδων”. Χιλιοειπωμένα επιχειρήματα, έπρεπε να έχουν γίνει κατανοητά και να μην υπάρχει καμία ανάγκη επανάληψης τους.

Φαίνεται όμως ότι, παρά τις εντατικές προσπάθειες, το δυναμικό του ΚΚΕ και οι ψηφοφόροι του δεν λένε να χωνέψουν τη μεγάλη ήττα του κόμματος το 2012 και τη στασιμότητα του έκτοτε, δεν τους ικανοποιούν οι απαντήσεις που δίνονται και, κάτω από τον απόηχο του εκλογικού αποτελέσματος των πρόσφατων εκλογών και του 21ου συνεδρίου του κόμματος στις αρχές του 2021, γίνονται εντατικές προσπάθειες προβολής τους.

«Η συμβολή του ΚΚΕ στην άρνηση στήριξης αστικής διαχείρισης την περίοδο 2012-2015 αποτελεί παρακαταθήκη μεγάλης σημασίας που αναδεικνύει επιτακτικά την ανάγκη να κατανοηθεί ο καθοριστικός ρόλος της επαναστατικής θεωρίας στη διαλεκτική της σχέση με την επαναστατική πράξη»[1], γράφει η ΑΠ. Το επιχείρημα ότι η άρνηση του ΚΚΕ να συμμετάσχει σε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αν και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ το επιδίωκε( το 2015 σίγουρα δεν το επεδίωξε αφού φρόντισε από πολύ πριν να συμφωνήσει με τον Καμένο για από κοινού σχηματισμό κυβέρνησης), δεν αναφέρθηκε ποτέ πριν από τις εκλογές του 2012 ούτε τους επόμενους μήνες. Προβλήθηκε αργότερα ενόψει του κομματικού συνεδρίου του 2013 για ευνόητους λόγους, καθώς έπρεπε να δοθεί απάντηση στους κομμουνιστές και στον αριστερό κόσμο για τη συντριπτική ήττα. Γι αυτό και ο χαρακτηρισμός ως “παρακαταθήκη μεγάλης σημασίας” θεωρήθηκε ότι μπορούσε να καλμάρει τις τεράστιες αντιδράσεις. Ναι μεν δηλαδή το κόμμα έχασε τη μισή του δύναμη αλλά προσέφερε μία πολύ μεγάλη υπηρεσία στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, ενδεχομένως κάτι ανάλογο με την καταψήφιση των πολεμικών δαπανών το 1914 στο γερμανικό κοινοβούλιο από τους σπαρτακιστές βουλευτές.

Βέβαια αμέσως προκύπτει το ερώτημα αν μπορεί να αποτελεί παρακαταθήκη για το κομμουνιστικό κίνημα η διαχείριση ενός προβλήματος που οδήγησε σε συντριπτική ήττα και το κύρος του στην εργατική τάξη και το λαό στο ναδίρ.

Θα προσπαθήσουμε να σχολιάσουμε ορισμένα μόνο θέματα από τα πολλά που το άρθρο περιλαμβάνει.

Η οικονομική κρίση και πώς την αντιμετώπισε το ΚΚΕ.

Έχει σημασία να δούμε με ποιες εκτιμήσεις για την κατάσταση που διαμορφώνονταν το 2009 και ύστερα από την επιβολή των μνημονίων και τι έμελλε να επακολουθήσει και σε ποια κατάσταση βρισκόταν το ίδιο το ΚΚΕ. Το 18ο συνέδριο εκτιμώντας την κατάσταση του κόμματος σημείωνε: «Το 18ο συνέδριο του ΚΚΕ καθορίζει ως αμετακίνητο και ξεκάθαρο στόχο όλου του κόμματος το πέρασμα στην αντεπίθεση συνολικά σε όλα τα επίπεδα με την ισχυροποίηση του κόμματος, με ένα κόμμα σε πλήρη ετοιμότητα να ανταποκριθεί σε οποιεσδήποτε συνθήκες και στροφές της ταξικής πάλης. Ένα κόμμα πανέτοιμο να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και στην περίπτωση που έχουμε απότομη άνοδο της ταξικής πάλης αλλά και σε καμπές, δυσκολίες ή προσωρινά πισωγυρίσματα... ένα κόμμα που θα αναδεικνύει την αναγκαιότητα και δυνατότητα του σοσιαλισμού- κομμουνισμού ως τη μόνη ρεαλιστική και αποτελεσματική απάντηση στην καπιταλιστική οικονομική κρίση στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα. Το 18ο συνέδριο διαπιστώνει ότι το κόμμα είναι σε φάση προόδου και ωρίμανσης, περισσότερο ατσαλωμένο και έμπειρο σε φάση που μπορεί να κάνει νέα βήματα προόδου»[2].

Ώστε το ΚΚΕ ήταν πανέτοιμο να ανταποκριθεί σε οποιεσδήποτε συνθήκες, έτοιμο να περάσει στην αντεπίθεση, ατσαλωμένο και έμπειρο για να κάνει σημαντικά βήματα προόδου.  Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΚΚΕ μπήκε στην κρίση και τα μνημόνια χωρίς καθόλου συμμαχίες, αφού τη θέση του 15ου συνεδρίου για τη συγκρότηση του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου την είχε καταργήσει στην πράξη και χωρίς απόφαση κανενός οργάνου. Η ετοιμότητα αυτή σχετικά με την οικονομική κρίση καταρχήν εκφράστηκε με τη θέση ότι “δεν υπάρχει κρίση” και στη συνέχεια ότι “αυτή βρίσκεται πολύ μακριά”,  “πλήττει και απασχολεί άλλους” τη στιγμή που η χώρα και το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ετοιμάζονταν να καλέσουν το ΔΝΤ και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εξετάζοντας τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την επιβολή των μνημονίων από τη σκοπιά της πάλης άμεσα για το σοσιαλισμό, με βάση τη στρατηγική του κόμματος και παραμερίζοντας τις πιεστικές λαϊκές ανάγκες, το ΚΚΕ θεώρησε ότι τα μνημόνια ήταν απλή συνέχεια της πολιτικής που το κεφάλαιο, η κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Ένωση εφάρμοζαν τα προηγούμενα χρόνια, ότι πρακτικά δεν άλλαξε κάτι, γι αυτό η κατεύθυνση ήταν “πάμε με τη γραμμή που έχουμε χαράξει”. Το γεγονός ότι τα μνημόνια βύθισαν την πλειοψηφία του λαού στη φτώχεια και ένα μεγάλο μέρος του στην εξαθλίωση και άρα τα άμεσα προβλήματα της οργάνωσης των αγώνων για την επιβίωση αποκτούσαν ιδιαίτερη σημασία και έπρεπε να την πάρει το εργατικό κίνημα σοβαρά υπόψη του δεν αξιολογούνταν καθόλου για μεγάλο διάστημα.

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του αποπροσανατολισμού ήταν η -με ανακοίνωση του κόμματος- καταγγελία της διάθεσης αγροτικών προϊόντων (κυρίως φθηνές πατάτες) κατευθείαν από τους παραγωγούς στους καταναλωτές στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις. Θεωρήθηκε ότι η ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων αποπροσανατολίζει τη σκέψη των εργαζομένων σε δραστηριότητες που δεν διαμορφώνουν ριζοσπαστική-επαναστατική συνείδηση. Ο αγώνας όμως για τη λαϊκή επιβίωση ήταν η βάση της ανάπτυξης κάθε αγώνα όχι φυσικά προβάλλοντας μόνο ζητήματα επιβίωσης αλλά στενά δεμένα με πολιτικά αιτήματα-στόχους που αμφισβητούσαν την αστική στρατηγική και κυριαρχία. Το παράδειγμα της δράσης του ΕΑΜ στην κατοχή για την επιβίωση του λαού, η αλληλεγγύη και τα συσσίτια και άλλες αντίστοιχες δράσεις και η συμβολή που είχαν στην ανάπτυξη και το κύρος του ΕΑΜ και την ανάπτυξη του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος δεν αξιολογούνταν ως κατάλληλο παράδειγμα για την εποχή μας. Ενώ οι συνθήκες προσφέρονταν για την ανάπτυξη ενός ισχυρού εργατικού λαϊκού κινήματος που θα συσπείρωνε την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό και θα υπονόμευε τις ηγεσίες, στο συνδικαλιστικό κίνημα το ΠΑΜΕ συνέχισε ακριβώς την τακτική του προηγούμενου διαστήματος. Χωριστές συγκεντρώσεις που κινούνταν εντελώς εκτός στόχου. Στη Βουλή ψηφίζονταν τα επώδυνα μέτρα, εκεί ήταν στραμμένη η προσοχή, εκεί συγκεντρώνονταν δεκάδες χιλιάδες ή και εκατοντάδες, στο Θησείο ή στην Ακρόπολη κατέληγε το ΠΑΜΕ. Καμιά επικοινωνία με άλλα τμήματα του κινήματος και αποφυγή κάθε επαφής με τις δυνάμεις καταστολής.

Η λαϊκή συνείδηση στην εποχή των μνημονίων

«Το ΚΚΕ σε αντίθεση με τους “ξαφνιασμένους” οπορτουνιστές από τη μεγάλη εκλογική μείωση της Νέας Δημοκρατίας και τον καταποντισμό του ΠΑΣΟΚ κατανοούσε ότι το επίπεδο της λαϊκής συνείδησης δεν καταδίκαζε την αστική στρατηγική, αλλά τις συνέπειες των μνημονίων» αναφέρει η αρθρογράφος. Ώστε ξαφνιάστηκαν οι οπορτουνιστές από τις απώλειες των αστικών κομμάτων ενώ το ΚΚΕ είχε πλήρη συνείδηση αυτού που θα συντελούνταν. Τότε γιατί στην απόφαση που η κεντρική επιτροπή εκτιμούσε τα εκλογικά αποτελέσματα κάνει την αυτοκριτική της αναφέροντας ότι δεν μπόρεσε να προβλέψει τον καταποντισμό του ΠΑΣΟΚ, άρα την πιθανότητα να εκτοξευτεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να την παρεμποδίσει. Και “προβλέψαμε” και “λάθος κάναμε που δεν προβλέψαμε” δεν γίνεται.

Η τοποθέτηση των δυνάμεων της αριστεράς σχετικά με την εκτίμηση της συγκυρίας που διαμορφώθηκε μετά το 2009 όντως έχει μεγάλο εύρος. Υπήρχαν τοποθετήσεις, κυρίως από αριστερίστικες οργανώσεις, ότι διερχόμαστε περίοδο προεπαναστατική, περίπου περίοδο επαναστατικής κατάστασης και άρα έπρεπε να τεθεί θέμα άμεσης διεκδίκησης της εξουσίας και από την αντίθετη πλευρά ότι οι εξελίξεις αυτές δεν είναι κάτι ουσιαστικά διαφορετικό από ότι πριν, συνεχίζονται οι προ κρίσης συνθήκες, δεν έχουν διαμορφωθεί νέες δυνατότητες και ανάγκες προσαρμογής της πολιτικής. Τέτοιες ήταν οι αντιλήψεις του ΚΚΕ. Και η μία και η άλλη άποψη είναι εντελώς λανθασμένες και η επικράτησή τους θα απέβαινε καταστροφική.

Δεν είναι δα και ιδιαίτερα δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι αυτό που επικρατεί στο μυαλό και στη συνείδηση των ανθρώπων πριν την κρίση αυτό ακριβώς μεταφέρεται αυτούσιο και μετά την επιβολή των μνημονίων. Το πρώτο ζήτημα που απασχολούσε το λαό ήταν η επιβίωση, η αντιμετώπιση των συνεπειών του μνημονίου, εξάλλου αυτό συμβαίνει πάντα: τις   λαϊκές μάζες κινούν οι ανάγκες τους, οι ανάγκες επιβίωσης καταρχήν αλλά και οι κάθε είδους ανάγκες -όχι μόνο υλικές- και στην πορεία προς την επαναστατική κατάσταση μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης το απασχολεί η προοπτική της ανάγκης ξεπεράσματος του καπιταλισμού και της επιβολής μιας άλλης δίκαιης κοινωνίας. Ποτέ όμως αυτή η ολοκληρωμένη επαναστατική σοσιαλιστική συνείδηση δεν γίνεται πλειοψηφική πριν την επανάσταση.

Σταδιακά, με την επιβολή πιο επώδυνων μέτρων, οι εργαζόμενοι ξεπερνούσαν το πρώτο σάστισμα και την αμηχανία, υποχωρούσε η προπαγάνδα της αναγκαιότητας του μνημονίου για τη σωτηρία της πατρίδας, αποκαλύπτονταν στα μάτια των εργαζομένων ο πραγματικός χαρακτήρας των αστικών κομμάτων και τα συμφέροντα που εκπροσωπούσαν. Αποκαλύπτονταν η στάση των θεσμών του αστικού κράτους, οι διάφοροι μηχανισμοί, τα δικαστήρια, η στάση της προεδρίας της Δημοκρατίας κλπ, αποκαλύπτονταν πιο καθαρά ο ρόλος της ΕΕ και των διεθνών οργανισμών. Οι εργαζόμενοι έβλεπαν πιο καθαρά τα πράγματα και οι αντιλήψεις τους έπαιρναν μία πιο γενικευμένη μορφή αντίθεσης στο σύστημα χωρίς φυσικά ποτέ να απαλλάσσονται από ασάφειες, θολούρες και γενικότερα να ξεπερνιούνται τα στοιχεία που χαρακτήρισαν τη συνείδηση στην προηγούμενη περίοδο, ατομισμός, ανταγωνισμός, υπερίσχυσης του ιδιωτικού έναντι του δημοσίου κλπ.

Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την πολύ πλατιά κινητοποίηση των εργαζομένων, διαμόρφωσε ιδιαίτερα θετικό έδαφος για ανάπτυξη των αγώνων και σοβαρή ενδυνάμωση του κινήματος και φυσικά παράλληλη αμφισβήτηση της αστικής στρατηγικής με στόχο την ανατροπή της. Τη δυνατότητα αυτή δεν μπορούσαν να την αποδώσουν μόνο ορισμένα αιτήματα ανακούφισης των φτωχότερων στρωμάτων, ούτε φυσικά η ζύμωση της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού και της λαϊκής εξουσίας, αλλά η διεκδίκηση μιας δέσμης στόχων ουσιαστικής ανακούφισης του λαού: η διεκδίκηση της ανατροπής των μνημονίων, η έξοδος από την ΕΕ, η διαγραφή του χρέους και η εθνικοποίηση των τραπεζών. Ένα πλέγμα δηλαδή σημαντικότατων πολιτικών στόχων που αμφισβητούσαν συνολικά την αστική στρατηγική και έφερναν στο προσκήνιο την αναγκαιότητα μιας άλλης πολιτικής που θα εφάρμοζε μία άλλη κυβέρνηση μία κυβέρνηση του εργαζόμενου λαού. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε να συνενωθεί η αγωνία του λαού για την επιβίωση με την ανάγκη ριζικών αλλαγών, οι πολιτικά απαίδευτοι εργαζόμενοι με τους πιο πολιτικοποιημένους και με την πρωτοπορία. Τότε ήταν δυνατή η αμφισβήτηση της αστικής στρατηγικής.

Για το δημοψήφισμα του 2015

Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ο ισχυρισμός ότι το ΚΚΕ πιέζονταν να στηρίξει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπήρχε καμία τέτοιου είδους πίεση. Το ζήτημα ήταν ποια θέση έπρεπε να πάρει το ΚΚΕ και γενικότερα οι δυνάμεις της αριστεράς σε ένα δημοψήφισμα με το ερώτημα αν έπρεπε να συμφωνήσει η κυβέρνηση με τις απαιτήσεις της ΕΕ και των δανειστών και την επιβολή νέου μνημονίου. Προφανώς το ερώτημα δεν ήταν ολοκληρωμένο και προφανέστατα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε αγαθές προθέσεις όπως και καμία αστική κυβέρνηση δεν οργανώνει δημοψήφισμα για να υπηρετήσει τις λαϊκές ανάγκες. Αντίθετα, είχε τους στόχους του και ήθελε να εντάξει το δημοψήφισμα στους σχεδιασμούς του. Δεν μπορεί να σταθεί το επιχείρημα ότι το πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ και επεδίωκε την παραπλάνηση του λαού για αυτό και έπρεπε να μην υποστηριχθεί το ΟΧΙ σε νέα μέτρα. Το ζήτημα είναι αν σε ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί κανείς να προτείνει αποχή ή να ρίχνει ένα ερώτημα που έθετε το ΚΚΕ και να σφυρίζει αδιάφορα. Περισσότερο αν όντως ένα ισχυρό ΟΧΙ μπορούσε να είναι κρίκος όχι για την αποφυγή νέου μνημονίου, όπως αναφέρει το άρθρο, αλλά για να δοθεί μία νέα μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη του κινήματος, στην αντιπαράθεση με την αστική τάξη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό ήταν και αυτό έπρεπε να είναι το κεντρικό ζήτημα που έπρεπε να απαντήσει το κομμουνιστικό κόμμα.

Ο λαός έδωσε ισχυρή την απάντηση του, 62% ΟΧΙ και, αν το ΚΚΕ τάσσονταν ενεργητικά υπέρ του ΟΧΙ, υπήρχε σοβαρή δυνατότητα το ποσοστό αυτό να υπερβαίνει το 70%, μία συντριπτική ήττα των αστικών δυνάμεων και μία μεγάλη ώθηση στην ενότητα του λαού και των πολιτικών δυνάμεων του και μεγάλη τόνωση της αισιοδοξίας του.

Είναι σαφές ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν βόλευε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ πού πήγαινε ολοταχώς για συμφωνία με τους δανειστές και 3ο μνημόνιο. Αυτό ήταν σαφές ή έπρεπε να είναι σαφές σε όλους τους κομμουνιστές και τον κόσμο της αριστεράς. Αξιοποιώντας ένα συντριπτικό ποσοστό εναντίον των νέων μέτρων και με διαμορφωμένο ένα ενωτικό σχέδιο κινητοποίησης του λαού στη γραμμή της αντίστασης στο ξεπούλημα της λαϊκής ψήφου και αποτροπής των νέων μέτρων, μπορούσε να τεθεί ζήτημα παραίτησης ή ανατροπής της κυβέρνησης. Τότε όντως τα πράγματα θα ήταν δύσκολα για την κυβέρνηση και μπορούσαν να διαμορφωθούν νέα δεδομένα. Η απόρριψη από τον ελληνικό λαό της ΕΕ με πλειοψηφικά ποσοστά και με την αποχώρηση από αυτήν να προσεγγίζει ή και να ξεπερνά το μισό του λαού μπορούσε να γίνει πραγματική χιονοστιβάδα. Κανείς δεν είναι σε θέση να πει ποια θα ήταν τελικά η εξέλιξη, αλλά είναι γεγονός ότι το εργατικό κίνημα και το κομμουνιστικό κόμμα θα αποκτούσαν μεγάλο κύρος και επιρροή, σε κάθε περίπτωση θα έβγαιναν σημαντικά ενισχυμένα και οι αστικές δυνάμεις τραυματισμένες, ενδεχομένως αναγκασμένες να κάμψουν το κίνημα με τη βία.

Αυτή θεωρούμε ότι ήταν η ενδεδειγμένη τακτική στις συγκεκριμένες συνθήκες, πραγματικά επαναστατική τακτική. Αντί αυτής όμως επικράτησαν φοβικά σύνδρομα, μεγάλη αναδίπλωση και συντηρητική διαχείριση της συγκυρίας που απέβη καταστροφική και αυτή ακριβώς έρχεται να δικαιολογήσει το άρθρο της Αλέκας Παπαρήγα.

Συμπερασματικά για την περίοδο εκείνη οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν με την επιβολή των μνημονίων και την τεράστια λεηλασία του εισοδήματος και της ζωής του λαού και παρά τις δυσκολίες που προέκυψαν, έδωσαν πολύ μεγάλες δυνατότητες καταρχήν να πιεστεί και ενδεχομένως να ηττηθεί ο ρεφορμισμός, η «λογική» του μικρότερου κακού και να αμφισβητηθεί η αστική στρατηγική και η αστική κυριαρχία. Σε μία τέτοια περίπτωση το κομμουνιστικό κόμμα και γενικότερα το εργατικό κίνημα θα έβγαιναν τουλάχιστο σημαντικά ενισχυμένα. Δυστυχώς επικράτησε μία αμυντική, φοβική πολιτική ουράς στις εξελίξεις και στις πρωτοβουλίες της αστικής τάξης, η οποία οδήγησε σε μεγάλη ήττα και η αστική τάξη χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες έλεγξε την κατάσταση και βγήκε ιδιαίτερα ενισχυμένη. Οι ευθύνες είναι πολύ μεγάλες.

Τάξεις και πολιτικά κόμματα

Στο πολιτικό εποικοδόμημα τα πολιτικά κόμματα και οι ιδέες εκφράζουν συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Τα κάθε είδους ταξικά συμφέροντα αποδίδονται με συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις και ιδέες και συγκεκριμένα αιτήματα, τα οποία προωθούν ξεχωριστά πολιτικά κόμματα χωρίς να συνδέονται με ένα εντελώς άμεσο και ευθύγραμμο τρόπο οι τάξεις με τα κόμματα. Στην ελληνική κοινωνία και γενικότερα στις καπιταλιστικές κοινωνίες πέρα από τις δύο βασικές τάξεις (αστική με όλες τις διαιρέσεις στο εσωτερικό της και εργατική με όλη τη μεγάλη πολυμορφία της) υπάρχουν εκτεταμένα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, μικροαστικά και μεσοαστικά που το ανώτερο τμήμα τους βρίσκεται πολύ κοντά στο μη μονοπωλιακό τμήμα της αστικής τάξης. Τα κοινωνικά αυτά στρώματα έχουν διαφορετικά συμφέροντα και από τις δύο βασικές τάξεις και εκφράζονται με διαφορετικές πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις και διεκδικήσεις, αδυνατούν να διαμορφώσουν μία αυτοτελή πρόταση για την κοινωνική εξέλιξη πέραν αυτής του κεφαλαίου και της αντίστοιχης της εργατικής τάξης και ταλαντεύονται μεταξύ των δύο. Άλλοτε συμπορεύονται με την αστική τάξη ιδιαίτερα σε ιστορικές στιγμές που η αστική τάξη είναι ισχυρή και, πιο δύσκολα, με την εργατική τάξη όταν ο συσχετισμός μεταβάλλεται υπέρ της και κατορθώνει αυτή να εκφράσει πιο ολοκληρωμένα τα αιτήματα και τους πόθους της μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας. Υπάρχει πλήθος ιστορικών παραδειγμάτων που το επιβεβαιώνει. Κορυφαία παραδείγματα συμπόρευσης με την εργατική τάξη είναι η συμμετοχή τους στο ΕΑΜ στην κατοχή ενώ σε φάσεις ήττας του εργατικού κινήματος τα στρώματα αυτά τάχθηκαν μαζικά με την αστική τάξη.

Αξιοσημείωτη είναι η στάση των ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων κατά τη διάρκεια των μνημονίων. Μαζικά πήραν αποστάσεις και έδρασαν εναντίον του μονοπωλιακού κεφαλαίου και της κυβέρνησης του, εναντίον των μνημονίων και σε συνεργασία με την εργατική τάξη σε σημαντικό βαθμό. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να ειπωθεί και για τα μικροαστικά κόμματα, δεν είχαν ιστορικά τον ίδιο προσανατολισμό σε όλη τη διαδρομή τους, αλλά ταλαντεύονταν πότε προς την αστική τάξη και πότε δρούσαν από κοινού με την εργατική τάξη.

Μεγάλο τμήμα των μικροαστικών δυνάμεων και των πολιτικών εκπροσώπων τους έδρασαν με την εργατική τάξη από κοινού σε περιόδους επαναστάσεων ή σε ένοπλους αγώνες –ΕΛΑΣ-και αντίστοιχα έδρασαν οι δυνάμεις που στον ένα ή τον άλλο βαθμό τα εξέφρασαν. Είναι λάθος να αντιμετωπίζονται ως κάτι ενιαίο, σταθερά προσανατολισμένο, κάτι διαμορφωμένο από την ίδια του τη φύση παντού και πάντα. Στον προσανατολισμό των μεσαίων στρωμάτων πλην των αντικειμενικών συνθηκών που είναι η βάση της συμπεριφοράς τους σημαντικό ρόλο παίζει η δράση της επαναστατικής πρωτοπορίας.

Η ΑΠ στο άρθρο της σχετικά με το ΣΥΡΙΖΑ γράφει: «Ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύφθηκε αυτό που πραγματικά αντιπροσώπευε, πρόθυμη δύναμη να γίνει το σωσίβιο του αστικού πολιτικού συστήματος, τα δύο βασικά του στηρίγματα Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, δεν μπορούσαν να διασφαλίσουν σταθερή διακυβέρνηση διαχείρισης της κρίσης υπέρ του κεφαλαίου…. Η μόνη προσφορά του ΣΥΡΙΖΑ συνίσταται στο γεγονός ότι και ως αντιπολίτευση από το 4% ποσοστό στο 16% και το 27% και ως κυβέρνηση έδωσε σημαντικό πολιτικό υλικό επιβεβαίωσης πόσο βαθιά  λαθεμένη και επικίνδυνη είναι η αντίληψη περί “μεταβατικής” κυβέρνησης και “μεταβατικού” προγράμματος»[3]. Με απλά λόγια ο ΣΥΡΙΖΑ από τη γέννησή του και από τη φύση του ως εκφραστής παλαιότερα κυρίως μικροαστικών και ορισμένων εργατικών στρωμάτων και ως κόμμα που υπηρετεί τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου σήμερα, ήταν ταγμένος να υπηρετεί την αστική τάξη και να σύρει σε «δημοκρατική» κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού τους κομμουνιστές και την αριστερά γενικότερα. Δεν άλλαξε σε όλη την πορεία του καθόλου, ήταν το ίδιο και ως ΣΥΝ του 4% και ως ΣΥΡΙΖΑ αργότερα που συσπείρωσε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πολίτες από διάφορους χώρους, και όταν υπέγραψε το μνημόνιο, πάντα ήταν η κατεύθυνση του ίδια και δεν υπήρξαν διαφοροποιήσεις στις γραμμές του. Ταγμένος παντού και πάντα να υπηρετεί το κεφάλαιο, ίδιος πριν τον Ιούλιο του ’15 ίδιος και μετά τον εξοβελισμό χιλιάδων στελεχών και μελών που συγκρότησαν τη ΛΑΕ ή έμειναν ανεξάρτητοι και βεβαίως όπως κι αν έρθουν τα πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ πάντα θα παραμείνει ο ίδιος και στο μέλλον.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μία μεταφυσική, ισοπεδωτική άποψη που αδυνατεί να δει συγκεκριμένα την πραγματικότητα και να την εντάξει στη δράση της κάτι που ταλαιπωρεί το κομμουνιστικό κίνημα από τη γέννησή του. Όλοι οι σοσιαλδημοκράτες είναι εντελώς οι ίδιοι ισχυρίζονταν από τη δεκαετία του 1920 ακόμη, δεν υπάρχουν δεξιοί και αριστεροί αφού αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους αριστερό δεν έχουν θέσεις παρόμοιες με αυτές των κομμουνιστών, ίσα -ίσα που οι αριστεροί ρεφορμιστές και σοσιαλδημοκράτες είναι οι πιο επικίνδυνοι. Παλαιότερα η ισοπεδωτική αυτή αντίληψη εκφράστηκε στο ΚΚΕ ως “πέντε κόμματα δύο πολιτικές”. Δυστυχώς η άποψη αυτή είναι σήμερα κυρίαρχη στην ηγεσία του κόμματος.

Ένα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί στις θέσεις μας περιλαμβάνεται στην υποσημείωση 8 στη σελίδα 33 του άρθρου, εκεί γράφει: «Το ΚΚΕ μετέχει στις γραμμές της συμμαχίας όχι ως αυτοτελές κόμμα, αλλά μέσω των στελεχών και των μελών του στα όργανα του κινήματος που δρουν στις οργανώσεις της εργατικής τάξης, των αυτοαπασχολούμενων, της φτωχής αγροτιάς, των οργανώσεων των φοιτητών, σπουδαστών, μαθητών, γυναικών. Το ίδιο διατηρεί την αυτοτέλεια του έναντι της συμμαχίας και στην περίπτωση που ενδεχόμενα εμφανιστούν πολιτικές δυνάμεις που εκφράζουν τις θέσεις μικροαστικών στρωμάτων, συμφωνούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στον αντικαπιταλιστικό αντιμονοπωλιακό χαρακτήρα του κοινωνικοπολιτικού αγώνα, στην αναγκαιότητα να κατευθύνεται αυτός στην εργατική λαϊκή εξουσία και οικονομία, το κόμμα θα επιδιώξει την κοινή δράση του μέσα στις γραμμές της συμμαχίας με τη συμπόρευση των μελών και οπαδών του στις γραμμές των μαζικών οργανώσεων μέσω των εκλεγμένων μελών τους»[4].

Από την σκοπιά που εξετάζουμε το ζήτημα αυτό υπάρχουν εδώ δύο αξιοσημείωτες παρατηρήσεις. Στην Κοινωνική Συμμαχία, αναφέρει το άρθρο, μπορεί να εμφανιστούν δυνάμεις που εκφράζουν θέσεις μικροαστικών στρωμάτων και φυσικά πρέπει να συμφωνούν στον αντιμονοπωλιακό αντικαπιταλιστικό αγώνα και στην ανάγκη της εργατικής λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, δηλαδή δυνάμεις μικροαστικού χαρακτήρα που συμφωνούν με τη στρατηγική και το πρόγραμμα του ΚΚΕ.

Το πρώτο ερώτημα είναι αν μπορούν να υπάρξουν τέτοιες μικροαστικές δυνάμεις, οι οποίες παρότι μικροαστικές, θα συμφωνούν με το πρόγραμμα του ΚΚΕ και φυσικά τότε δεν θα είναι μικροαστικού χαρακτήρα, ιδιαίτερα στη σημερινή φάση, διότι στην περίοδο της επανάστασης πολλά μπορούν να συμβούν, αν και τότε αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Τέτοιες δυνάμεις όσο κι αν ψάξει κανείς σήμερα δεν θα βρει.

Το δεύτερο ερώτημα είναι “γιατί θα πρέπει οι δυνάμεις αυτές να είναι απαραιτήτως εκφραστές μικροαστικών συμφερόντων;”. Στην εποχή μας η εργατική τάξη έχει τόσο διευρυνθεί και περικλείει τόσο διαφορετικά και αντίθετα πολλές φορές μεταξύ τους συμφέροντα, παρά την αντίθεση όλης της εργατικής τάξης στην αστική τάξη και στην αστική εξουσία. Σ’ αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρξει μία δύναμη που να εκφράζει τα συμφέροντα τμημάτων της εργατικής τάξης, όχι όμως τα άμεσα συμφέροντα του συνόλου της εργατικής τάξης και ακόμη περισσότερο την προοπτική της. Η δύναμη αυτή δεν θα ναι οπωσδήποτε το κόμμα της εργατικής τάξης αλλά θα είναι μία πολιτική δύναμη με εργατική πολιτική και αναφορά. Κατ’ αυτή την αντίληψη οι πολιτικές δυνάμεις πέραν του ΚΚΕ θα είναι δυνάμεις που θα υπηρετούν μικροαστικά συμφέροντα και σε καμία περίπτωση εργατικά και με βάση τα προηγούμενα θα υπηρετούν πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την αστική τάξη και ο βασικός τους ρόλος θα είναι να σύρουν το κόμμα της εργατικής τάξης σε «δημοκρατική» κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού και να αφοπλιστεί. Αν κάποια τέτοια δύναμη εμφανιστεί και μπει στην Κοινωνική Συμμαχία θα έχει οπωσδήποτε πρόγραμμα αντίστοιχο αυτού του ΚΚΕ.

Φαίνεται ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι ο Μαρξ διατύπωσε με σαφήνεια ριζικά διαφορετική θέση. «Οι κομμουνιστές δεν αποτελούν κανένα ιδιαίτερο κόμμα απέναντι στα άλλα εργατικά κόμματα... Οι κομμουνιστές διαφέρουν από τα άλλα προλεταριακά κόμματα μονάχα κατά τούτο: Ότι από τη μία μεριά στους διάφορους εθνικούς αγώνες των προλετάριων τονίζουν και προβάλλουν τα συμφέροντα που είναι κοινά σε όλο το προλεταριάτο κι ανεξάρτητα από την εθνότητα. Και από την άλλη, ότι στις διάφορες βαθμίδες ανάπτυξης του αγώνα ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη εκπροσωπούν πάντα τα συμφέροντα του κινήματος στο σύνολό του…. Η σχέση των κομμουνιστών προς τα συγκροτημένα εργατικά κόμματα, δηλαδή οι σχέσεις τους προς τους χαρτιστές στην Αγγλία και τους αγροτικούς μεταρρυθμιστές στη βόρεια Αμερική είναι ότι αγωνίζονται για την επίτευξη των άμεσων σκοπών και συμφερόντων της εργατικής τάξης αλλά στο σημερινό κίνημα εκπροσωπούν ταυτόχρονα και το μέλλον του κινήματος»[5].

Με βάση τις θέσεις αυτές το ΚΚΕ έχει μείνει το μοναδικό εργατικό κόμμα που θα παλέψει για την επαναστατική αλλαγή αφού τα υπόλοιπα κόμματα εκφράζουν στην πράξη αστικά συμφέροντα και σε τελική ανάλυση θα υπηρετήσουν την αστική τάξη. Με αυτό τον τρόπο λύθηκε το ζήτημα των πολιτικών συμμαχιών: απορρίφθηκαν, απομένει μόνο η δυνατότητα κοινωνικής συμμαχίας.

«Προβάλλεται και σήμερα η αντίληψη», αναφέρει η αρθρογράφος, «ότι είναι δυνατόν η πολιτική συμμαχία «προοδευτικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων» στις συνθήκες κυριαρχίας των καπιταλιστικών σχέσεων να συμβάλει στη διαμόρφωση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας με κάποιο αριστερό, γενικά εναλλακτικό πρόσημο απέναντι στις μέχρι σήμερα αστικές κυβερνήσεις. Θεωρούν απολύτως επιβεβλημένη υποχρέωση του ΚΚΕ να συμμετέχει ενεργά σε ένα μετωπικό σχήμα συνεργασίας. Ποιοι θα είναι οι στόχοι της συνεργασίας αυτής; Θα αλλάξει δήθεν το χαρακτήρα του κράτους θα προσπεράσει τους νόμους της καπιταλιστικής οικονομίας και θα γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Βεβαίως οι διάφοροι, νεοφιλελεύθεροι, μένει οπορτουνιστές όταν αναφέρονται στο σοσιαλισμό περιγράφουν ένα δήθεν ανθρώπινο καπιταλισμό»[6].

Η αρθρογράφος δεν κάνει καθόλου τον κόπο να κατονομάσει ποιοι προτείνουν όλα αυτά. Αντίθετα συσκοτίζει στα πράγματα τσουβαλιάζοντας τους πάντες, κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και αστούς θεωρώντας ότι έτσι θα τελειώσει μαζί τους μία και καλή. Προσπαθεί με μία αυθαιρεσία να ακυρώσει μία αναγκαιότητα, την ανάγκη δημιουργίας της αναγκαίας κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας που σήμερα επιβάλλουν οι συνθήκες και έχει απόλυτη ανάγκη η εργατική τάξη και ο ελληνικός λαός.

Οι κομμουνιστές δεν προτείνουν κανένα τέτοιο μέτωπο όπως το περιγράφει η αρθρογράφος. Διαχωρίζονται από τις επεξεργασίες και την τακτική του ΚΚΕ σήμερα και παραμένουν σταθερά στο έδαφος του μαρξισμού και του λενινισμού και της σπουδαίας πείρας της Κομιντέρν.

Συσπείρωση και συνεργασία και στην προοπτική συμμαχία και κοινωνικοπολιτικό μέτωπο πάνω στη βάση των οξύτατων προβλημάτων της εργατικής τάξης και των εργαζομένων γενικότερα στις μέρες μας, στον αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και του πολέμου, εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών υπερεθνικών οργανισμών το οποίο σταδιακά και ανάλογα με τις εξελίξεις παίρνει πιο ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά και επαναστατικά όταν η κρίση ωριμάζει. Δεν έχουν κανένα λόγο «να διαχειριστούν τις αντιθέσεις και αντιφάσεις του καπιταλισμού ως ρεαλιστική επιλογή υπέρ του λαού»[7], δεν απορρίπτουν όμως apriori τη στήριξη εργατικής κυβέρνησης με βασική επιδίωξη το δυνάμωμα του κινήματος και την όξυνση της αντιπαράθεσης με την αστική τάξη, με στόχο τη σύγκρουση και την διεκδίκηση της εξουσίας συνολικά, αρκεί φυσικά να συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις όπως τις έθεσε η Κομιντέρν[8]: ισορροπία μεταξύ εργατικών και αστικών δυνάμεων, η διαμόρφωση και η στήριξη κυβέρνησης να στηρίζεται από την εργατική τάξη και το λαό, να βγαίνει κυριολεκτικά μέσα από τους αγώνες του και όχι να διαμορφώνεται από τις κορυφές και η ανάγκη μιας εργατικής διακυβέρνησης να τίθεται καθημερινά ως άμεση πολιτική αναγκαιότητα. Δεν θεωρούν οπωσδήποτε αναγκαία μία τέτοια κυβέρνηση, δεν είναι νομοτέλεια, δεν είναι εμμονικοί με τη συμμετοχή σε κυβέρνηση «προοδευτική» στο έδαφος του καπιταλισμού ούτε φυσικά εμμονικοί με την απόρριψή της που μεταβλήθηκε σε φάρμακο που προφυλάσσει από κάθε νόσο και κάθε κακοτοπιά. Οι εμμονές δεν πρόκειται να προφυλάξουν το κίνημα από το ρεφορμισμό και την καταστροφή αφού οι δρόμοι για την κόλαση είναι πολύ και ανοιχτοί.

Με το ίδιο πάθος που απορρίπτει τη συμμετοχή σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού , η ηγεσία του κόμματος απορρίπτει και τα στάδια στο κομματικό πρόγραμμα και ανάγει τα στάδια σε αιτία όλων των δεινών που υπέστη το κομμουνιστικό κίνημα και ο λαός μας. Στο κείμενο χρεώνεται η συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου το 1989 στη θέση του κόμματος για στάδια. Ανακαλύφθηκε ο Τρότσκι έναν αιώνα αργότερα.

“Η αντίληψη περί σταδίων οδήγησε στη συγκρότηση του Συνασπισμού” αναφέρει το άρθρο και αν δεν υπήρχε αυτή η αντίληψη ο συνασπισμός δεν θα συγκροτούνταν. Να θυμίσουμε όμως ότι τα στάδια στην αντίληψη του ΚΚΕ είχαν σε σημαντικό βαθμό ξεπεραστεί από το 12ο συνέδριο του και έμενε να διαμορφωθεί στη βάση αυτή ολοκληρωμένο πρόγραμμα. Η ηγεσία στη βάση των σημερινών απόψεων της για απόρριψη των πολιτικών συμμαχιών θεωρεί ότι κακώς έγινε η συζήτηση και η συμφωνία με την ΕΑΡ και συγκροτήθηκε ο Συνασπισμός τότε. Το 14ο συνέδριο του κόμματος όμως το Δεκέμβριο του 1991 άλλη εκτίμηση έκανε και τότε η σημερινή ηγεσία την ψήφισε. Το συνέδριο έριξε το βάρος όχι στη δημιουργία του Συνασπισμού, την εξέλιξη αυτή τη θεωρούσε αναγκαία, αλλά στις αδυναμίες που παρουσίασε το κόμμα κατά την διάρκεια που ήταν στο Συνασπισμό, ότι δεν έγινε βαθύτερη ανάλυση τι στην πραγματικότητα ο Συνασπισμός αυτός εκπροσωπούσε και ποιος ήταν ο ρόλος του ΚΚΕ στα πλαίσια του. Τόνιζε ότι παρά την αρχική ρεαλιστική εκτίμηση για τις δυνατότητες και τις δυσκολίες λόγω των μεγάλων προγραμματικών διαφορών μεταξύ των δυνάμεων που συγκρότησαν το συνασπισμό, στην πορεία ταυτίστηκε με το στρατηγικής σημασίας Συνασπισμό που πρόβαλε τότε το πρόγραμμα του ΚΚΕ και σημείωνε:  «Δεν πρέπει να οδηγήσει η διάλυση του Συνασπισμού στην αναπαραγωγή απόψεων που βλέπουν με επιφύλαξη έως και άρνηση την πολιτική συμμαχιών και την αντιπαραθέτουν προς την αυτοτέλεια του ΚΚΕ»[9]. Η θέση αυτή υπήρξε προφητική, αφού ακριβώς το ίδιο επιχείρημα προβάλλεται από την ηγεσία του κόμματος σήμερα.

Σήμερα 32 χρόνια μετά το 12ο συνέδριο και 23 χρόνια από την οριστική απάλειψη των σταδίων και την «αποκατάσταση του μαρξισμού» στο Κόμμα η πορεία φθοράς του επιταχύνεται. Ο ισχυρισμός της αρθρογράφου ότι το ΚΚΕ  βρίσκεται σε «πολύ καλύτερη κατάσταση από ότι τη δεκαετία του 90 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000»[10] δεν έχει καμία βάση. Τα επιχειρήματα που στηρίζουν τον ισχυρισμό αυτό είναι ότι το ΚΚΕ έκανε θεαματική πρόοδο στις θεωρητικές επεξεργασίες, στην ιστορία, στην αναθεώρηση της ιστορίας του με ριζικό τρόπο στη βάση των σημερινών θέσεων και των αναγκών του για να είμαστε σαφείς, στη μελέτη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης κλπ.

Οι θεωρητικές επεξεργασίες όμως γίνονται για να τροποποιήσουν την κομματική στρατηγική και την τακτική που εφαρμόζονται στη ζωή (αυτό έγινε στην περίπτωση του κόμματος) και όχι μόνο δεν αποδίδουν, αλλά οδηγούν σε μεγάλες απώλειες δυνάμεων και στη σμίκρυνση της απήχησης του στο λαό. Είναι ώρα να προβληματιστεί η ηγεσία του κόμματος μήπως η βάση αυτών των αλλαγών είναι λανθασμένη και η πολιτική που σήμερα το κόμμα εφαρμόζει δεν συγκινεί. Η εύκολη εξήγηση για όσους δεν πείθονται  ότι έχουν κοινοβουλευτικές αυταπάτες που συνεχώς επαναλαμβάνεται εξαντλεί τα όποια περιθώρια είχε να πείσει.

Στο άρθρο είναι εμφανής η τάση ενός εκλεκτικισμού απέναντι στη μαρξιστική λενινιστική θεωρία. Γίνεται αναφορά «στις επιβεβαιωμένες αρχές του επιστημονικού σοσιαλισμού- κομμουνισμού»[11] και αναρωτιέται κανείς “υπάρχουν και αρχές που δεν επιβεβαιώθηκαν;”. Σημειωτέον ότι αναφερόμαστε σε αρχές και όχι σε εκτιμήσεις πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα ή και σε θέσεις και προβλέψεις για σημαντικά προβλήματα (πχ ότι η σοσιαλιστική επανάσταση θα λάβει χώρα πρωτίστως στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε και που φυσικά στην πορεία οι ίδιοι οι κλασικοί την αναίρεσαν). Είναι επίσης εκλεκτικισμός να απορρίπτεις στη θέση του Λένιν για δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, θέση που στηρίζεται στις επεξεργασίες του Μαρξ, λέγοντας ότι δεν την επιβεβαίωσε η ιστορία και ο ίδιος ο Λένιν την αναίρεσε, όταν αυτός επέμενε στην ορθότητα της μέχρι το θάνατό του. Είναι εκλεκτικισμός να αναφέρεσαι στο μαρξισμό λενινισμό και να απορρίπτεις συλλήβδην τη θεωρία για τον ιμπεριαλισμό κλπ. Ακόμη η αναφορά στο άρθρο ότι «η τακτική είναι απλά η συγκεκριμενοποίηση της στρατηγικής στις κάθε φορά συνθήκες και δεν έχει την παραμικρή αυτοτέλεια»[12].

Οι τεράστιες προσπάθειες που καταβάλλει η ηγεσία του κόμματος να πείσει το δυναμικό του, τους οπαδούς και τους πρωτοπόρους εργάτες γύρω από τις θέσεις που διαμορφώθηκαν στα τελευταία συνεδρία δεν είναι η απάντηση στη στασιμότητα και την υποχώρηση.

Η λύση βρίσκεται στην επανεξέταση των προγραμματικών θέσεων του κόμματος και της τακτικής του με βάση το μαρξισμό λενινισμό.


















 


[1] ΚΟΜΕΠ τεύχος 5 2019 σελίδα 15

[2] 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ, Ντοκουμέντα, σελίδες 82-83

[3] ΚΟΜΕΠ τεύχος 5 2019 σελίδες 27-28

[4] ΚΟΜΕΠ τεύχος 5 2019 σελίδα 33

[5] Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος σελίδες 41 και 67

[6] ΚΟΜΕΠ όπως προηγουμένως σελίδα 26

[7] ΚΟΜΕΠ όπως προηγουμένως σελίδα 25

[8] 3η Διεθνής τα 4 πρώτα συνέδρια σελίδα 396

[9] 14 συνέδριο ΚΚΕ   ντοκουμέντα σελίδα 161  

[10] ΚΟΜΕΠ όπως προηγουμένως σελίδα 36

[11] ΚΟΜΕΠ όπως προηγουμένως σελίδα 16

[12] ΚΟΜΕΠ όπως προηγουμένως σελίδα 30

IMAGE Σα να μην πέρασε μια μέρα
Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019
Γράφει ο Αμετανόητος. Νοέμβρης 1973. Οι πρυτανικές αρχές καλούν τα «όργανα της τάξεως» να επέμβουν και να αποκαταστήσουν την τάξη που διασαλεύτηκε εξαιτίας της κατάληψης του ΕΜΠ από φοιτητές. Αστυνομία, αρχικά, και στρατός, στη συνέχεια,... >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ