Γράφει ο Νίκος Σαμαρίνας.

Τα μέτρα για την αντιμετώπιση της επιδημίας του κοροναϊού παίρνονται με αποφάσεις της κυβέρνησης που φέρει ακέραιη την ευθύνη και θα κριθεί, άσχετα αν κάποιοι οδύρονται ότι η ώρα δεν είναι κατάλληλη για αντιπολίτευση.

Η αντιμετώπιση λοιπόν της επιδημίας δεν είναι αποκλειστικά ιατρικό ζήτημα, αλλά συνδέεται άμεσα με τις πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα, αλλά και τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν από τη ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ και παλιότερα. Ακραίο κυνικό δείγμα των πολιτικών που επικράτησαν είναι οι γνωστές σε όλους ανεκδιήγητες δηλώσεις του Άδωνη Γεωργιάδη, όταν ήταν ιπουργός Υγείας, ότι δεν «θα του πάρει τη δόξα» ο Τόμσεν της Τρόικας για τις μειώσεις που προτίθεται να κάνει σε προσωπικό στα δημόσια νοσοκομεία. Και πράγματι, η υποχρηματοδότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας έχει οδηγήσει σε τεράστιες ελλείψεις προσωπικού, κλινικών, εργαστηρίων, εξοπλισμού κτλ, χάριν της εξυπηρέτησης των ιδιωτικών συμφερόντων των «υπηρεσιών υγείας». Η υγεία αντιμετωπίζεται ως «προϊόν» που πουλιέται και αγοράζεται.

Σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ μπροστά στην αδυναμία του συστήματος υγείας, δημόσιου και ιδιωτικού, να αντιμετωπίσει την επιδημία που έρχεται, αναγκάζεται να εξαγγέλλει έκτακτα μέτρα που περιλαμβάνουν αύξηση της χρηματοδότησης και προσλήψεις προσωπικού στα δημόσια νοσοκομεία, καθώς και επίταξη ιδιωτικών υποδομών υγείας. Το ζήτημα, λοιπόν, της αντιμετώπισης του κορωναϊού από την άποψη αυτή είναι πολιτικό και οικονομικό.

Ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του στις 17/3/20 μίλησε για τις δυο διαφορετικές κατευθύνσεις στην αντιμετώπιση της επιδημίας του κορωναϊού. Τη μια που δεν θέλει να θίξει την οικονομία και δεν παίρνει κανένα μέτρο περιορισμού, σύμφωνα με την θεωρία της «ανοσίας της αγέλης» που εφαρμόζει η Μ. Βρετανία, και την άλλη που περιλαμβάνει μέτρα που φέρνουν δυσβάσταχτο οικονομικό κόστος και υιοθετεί η ελληνική κυβέρνηση. Όπως ομολογεί ουσιαστικά ο Έλληνας πρωθυπουργός το πρόβλημα είναι στη βάση του οικονομικό και στη συνέχεια πολιτικό. Θα συμφωνήσουμε μαζί του.

Τα ζητήματα της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης, όμως, δεν περιορίζονται στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά απλώνονται από πολλές απόψεις και στο κοινωνικό. Εμείς εδώ θα σταθούμε κύρια στο ζήτημα του κατ’ οίκον αυτοπεριορισμού των πολιτών, καθώς και στο επίπλαστο ζήτημα της «ατομικής ευθύνης» που τόσο πολύ τονίζεται στα διαγγέλματα του Πρωθυπουργού και αναπαράγεται από όλα τα φιλικά προς την κυβέρνηση ΜΜΕ και τα «παπαγαλάκια».

Το σύνθημα «Μένουμε Σπίτι» είναι σωστό προκειμένου να προφυλαχτούμε από την διασπορά του ιού και υπαγορεύεται από την επιστήμη της Ιατρικής και της Λοιμωξιολογίας, όχι από την κυβέρνηση που, καλά κάνει και το εφαρμόζει. Η υπευθυνότητα που θα επιδείξει ο καθένας μας και η συμμόρφωση με τις οδηγίες των γιατρών επιστημόνων, όμως, από πού υπαγορεύεται;

Η πλειοψηφία των συμπολιτών μας ακολουθεί τα πορίσματα της επιστήμης. Πρώτοι από όλους οι κομμουνιστές, όταν έλαβαν την απαραίτητη ενημέρωση για την επικινδυνότητα της κατάστασης πειθάρχησαν στο μέτρο του αυτοπεριορισμού. Αντίθετα, ένα σύνολο συμπολιτών μας που ακολουθούν ένα άλλο σύστημα αντιλήψεων, στριμώχνονταν στις εκκλησίες και μεταλάβαιναν, παρά τα μέτρα και τις προειδοποιήσεις της επιστημονικής κοινότητας ότι αυτό είναι επικίνδυνο για την εξάπλωση του ιού. Πείθονταν από τους ιερείς, μητροπολίτες, βουλευτές και πολιτευτές της ΝΔ ότι «στην Εκκλησία και στη Θεία Κοινωνία δεν κολλάς ιώσεις, διότι σε προστατεύει ο Θεός». Οι άνθρωποι αυτοί ως ξεχωριστές προσωπικότητες δεν είναι ανεύθυνοι, ούτε επιθυμούσαν συνειδητά να κάνουν κακό στους συνανθρώπους τους. Γι’ αυτό δεν μπορούν παρά να κατηγορηθούν για τη συμμετοχή τους στη συλλογικά ανεύθυνη στάση της εκκλησιαστικής κοινότητας.

Αυτό το γνώριζε πολύ καλά ο Κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του, γι’ αυτό δεν έλεγαν κουβέντα, περίμεναν να δουν πού θα πάει το πράγμα και άργησαν να πάρουν πολιτική απόφαση. Δεν ήθελαν να τα βάλουν με την Εκκλησία. Φοβήθηκαν το πολιτικό κόστος και γι’ αυτό έκλεισαν τις εκκλησίες μόνον όταν εντάθηκε η πίεση της υπόλοιπης ελληνικής κοινωνίας που ζητούσε το αυτονόητο. Γι’ αυτή την εγκληματική ολιγωρία δεν μπορούμε να ενοχοποιήσουμε στον ίδιο βαθμό τη γιαγιά που θέλει να «σώσει την ψυχή της», με την κυβέρνηση και την εκκλησιαστική κοινότητα. Αυτό θα ήταν άρνηση της λογικής.

Όλοι μας συμπεριφερόμαστε ανάλογα με τα σύνολα στα οποία ανήκουμε και ως εκ τούτου υπαγόμαστε αντίστοιχα σε συλλογικές και όχι ατομικές ευθύνες απέναντι σε ζητήματα που είναι κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως το πρόβλημα της αντιμετώπισης του κορωναϊού είναι κατ’ αρχήν ιατρικό, άρα λύνεται με ιατρικούς όρους και όχι με προσευχές. Κατά δεύτερον είναι οικονομικό και πολιτικό, άρα πρέπει να αντιμετωπιστεί με τους αντίστοιχους όρους. Τέλος είναι κοινωνικό και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί κοινωνικά και ταξικά. Η «ατομική ευθύνη», όπως εννοιοποείται από την κυβέρνηση και διαχέεται ως ιδεολόγημα αυτή τη στιγμή σε τμήματα της κοινωνίας, δεν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα. Το παρακάτω απόσπασμα από το διάγγελμα του πρωθυπουργού στις 11/3/20 είναι χαρακτηριστικό:

«Πιστέψτε με, όμως: Κανένα μαζικό μέτρο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ατομική ευθύνη. Και στις ανοιχτές δημοκρατικές κοινωνίες μας, καμία κεντρική απόφαση δεν αποδίδει αν δεν την συμμεριστούν πρώτα όλοι οι πολίτες».

Το μόνο που τελικά εξυπηρετούν οι κορώνες περί «ατομικής ευθύνης» είναι από τη μια να δώσουν στην κυβέρνηση άλλοθι ενοχοποιώντας τον λαό σε περίπτωση αποτυχίας των μέτρων (κάτι ανάλογο δηλαδή με το «μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου), και από την άλλη να εξασφαλίσουν υποχρεωτικά τη συναίνεση απέναντι σε μέτρα περιορισμού των ελευθεριών και αυστηρότατων ποινών σε όσους δεν συναινούν.