Γράφει ο Γιώργος Πετρόπουλος

Το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής είναι πολύ πιθανό να μην δώσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οπότε είναι καλό να γνωρίζουμε τι ακριβώς θα συμβεί σε μια τέτοια περίπτωση καθώς αλλάζουν οι όροι με τους οποίους θα παιχτεί το πολιτικό παιχνίδι.

 

Τι προβλέπει το Σύνταγμα για τις διερευνητικές εντολές

Σύμφωνα με το άρθρο 37 του Συντάγματος «Αν κανένα κόμμα δεν διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει στον αρχηγό του κόμματος που διαθέτει τη σχετική πλειοψηφία διερευνητική εντολή για να διακριβωθεί η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης που να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αν δεν διαπιστωθεί αυτή η δυνατότητα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρέχει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του δεύτερου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος και εάν δεν τελεσφορήσει και αυτή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δίνει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του τρίτου σε κοινοβουλευτική δύναμη κόμματος. Κάθε διερευνητική εντολή ισχύει για τρεις ημέρες. Αν οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καλεί τους αρχηγούς των κομμάτων και, αν επιβεβαιωθεί η αδυναμία σχηματισμού Κυβέρνησης που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επιδιώκει το σχηματισμό Κυβέρνησης από όλα τα κόμματα της Βουλής για τη διενέργεια εκλογών και σε περίπτωση αποτυχίας αναθέτει στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου το σχηματισμό Κυβέρνησης, όσο το δυνατόν ευρύτερης αποδοχής, για να διενεργήσει εκλογές, και διαλύει τη Βουλή».

 

Μια αναγκαστική διαδικασία που μπορεί να γίνει πλεονέκτημα

Οι διερευνητικές εντολές είναι μία αναγκαστική διαδικασία στην οποία οφείλουν να πάρουν θέση όλα τα κόμματα της Βουλής. Τα τρία πρώτα που δικαιούνται να λάβουν εντολή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τα υπόλοιπα που θα κληθούν να τοποθετηθούν αν δέχονται- και με ποιους όρους- να συμμετάσχουν ή να στηρίξουν μία κυβέρνηση.

Με διακηρύξεις του τύπου «εμείς δεν στηρίζουμε καμία κυβέρνηση» ή θέλουμε μία κυβέρνηση που, όπως την περιγράφουμε, μόνο στο σοσιαλισμό μπορεί να υπάρξει, πολιτική δεν γίνεται. Πολιτική δεν σημαίνει να πετάς κορώνες και φυσικά δεν σημαίνει να βγάζεις ένα φετφά με αυτά που εσύ πιστεύεις αδιαφορώντας για τα δεδομένα της εκάστοτε πραγματικότητας. Αυτό θα μπορούσε να είχε κάποια αξία αν απουσίαζαν όλοι οι άλλοι- πρώτα και κύρια οι αντίπαλοί σου- και το παιχνίδι το έκανες εξολοκλήρου μόνος σου. Τέτοιο πράγμα δεν συμβαίνει και δεν προβλέπεται να συμβεί ποτέ. Υποχρεωμένος να συμμετάσχεις σε μια κυβέρνηση, να την στηρίξεις ή να την ανεχτείς δεν είσαι. Οφείλεις μάλιστα να μην συμμετάσχεις ή να στηρίζεις επουδενί μια κυβέρνηση που σηματοδοτεί το μικρότερο κακό ή το ελάχιστο καλό. Όταν, όμως, κάνεις πολιτική πρέπει να λαμβάνεις σοβαρά υπόψη σου τις διαθέσεις των μαζών, την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, τις άμεσες και μακροπρόθεσμες ανάγκες τους, τα συμφέροντά τους, τις απαιτήσεις που έχουν από σένα. Αν αδιαφορήσεις γι’ αυτό το ζήτημα, οφείλεις τουλάχιστον να γνωρίσεις πως δεν αδιαφορούν οι αντίπαλοί σου. Αν δεν πας εσύ καλά διαβασμένος για την κατάσταση του λαού, θα έρθουν οι αντίπαλοί σου με επεξεργασμένο πρόγραμμα. Αν τους προσφέρεις κενό θα φροντίσουν να το καλύψουν εκείνοι. Τους αντιπάλους σου οφείλεις να τους ξέρεις καλά και να τους υπολογίζεις σωστά. Να μετράς τις δυσκολίες και τις δυνατότητές που έχουν, τους φανερούς και κρυφούς στόχους τους, τις άμεσες και τις μακροπρόθεσμές επιδιώξεις τους, την τακτική και τη στρατηγική τους. Να προβλέπεις τους δρόμους που, ενδεχομένως, θα ακολουθήσουν για να φτάσουν στο επιδιωκόμενο γι’ αυτούς αποτέλεσμα. Εύκολες λύσεις στην πολιτική δεν υπάρχουν. Πολιτική δεν γίνεται με απλές εξισώσεις.

Όλα αυτά έχουν ξεχωριστή αξία μπροστά στο ενδεχόμενο από την Δευτέρα να ξεκινήσει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Κι αυτό γιατί τα κόμματα που θα λάβουν εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα προσπαθήσουν να την αξιοποιήσουν προς όφελός τους. Ανεξαρτήτως αν τελικά σχηματιστεί κυβέρνηση, η διαδικασία των διερευνητικών εντολών δίνει μια δυνατότητα στα κόμματα που θα κληθούν σε διαπραγματεύσεις να παρουσιάσουν τις θέσεις τους (το πολιτικό πλαίσιο δηλαδή πάνω στο οποίο θέλουν να φτιάξουν μια κυβέρνηση ή θα μπορούσαν να στηρίξουν μια κυβέρνηση) και να αποκαλύψουν την πολιτική των άλλων κομμάτων και να περιορίσουν την εμβέλειά της. Με αυτή την έννοια, οι διερευνητικές εντολές είναι μια ευκαιρία για ένα κόμμα που θέλει να λέγεται εργατικό και κομουνιστικό να ζυμώσει πλατιά μια φιλολαϊκή πολιτική και ταυτόχρονα να ξεσκεπάσει την αντιλαϊκή πολιτική των αντιπάλων του. Αν δεν το κάνει ή αν επιχειρήσει να το κάνει προβάλλοντας για παράδειγμα την στρατηγική του («Εμείς στηρίζουμε μόνο μια κυβέρνηση που θα κοινωνικοποιήσει τα μονοπώλια»), τότε κινδυνεύει να βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο.

 

Στην ταξική πάλη δεν υπάρχει αναχωρητισμός

Οι διερευνητικές έχουν και μια άλλη χρηστικότητα. Ειδικά στην παρούσα συγκυρία. Επειδή είναι πολύ είναι πιθανόν να καταλήξουν σε αποτυχία, να μην σχηματιστεί κυβέρνηση και να γίνουν επαναληπτικές εκλογές, το κάθε κόμμα που συμμετέχει σ’ αυτή την διαδικασία θα επιδιώξει- πρέπει να θεωρείται βέβαιο ειδικά για τα δύο μεγάλα κόμματα- να φορτώσει όσο το δυνατόν περισσότερες ευθύνες στους άλλους και να αποσπάσει για τον εαυτό του το μεγαλύτερο δυνατό πολιτικό όφελος. Είναι σίγουρο ότι η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ- αλλά όχι μόνο αυτοί- με το ένα μάτι τους θα κοιτάζουν στον σχηματισμό κυβέρνησης και με το άλλο στις επαναληπτικές εκλογές: Πώς δηλαδή θα κερδίσουν με το μέρος τους ακόμη περισσότερους ψηφοφόρους στην περίπτωση των επαναληπτικών εκλογών.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι «ποσώς μας ενδιαφέρει τι θα κάνουν τα δύο πρώτα κόμματα αναμεταξύ τους». Σωστό. Έλα, όμως, που δεν θα είναι μόνο αναμεταξύ τους αυτό το παιχνίδι. Ο ΣΥΡΙΖΑ, για παράδειγμα, ενώ έχει αποκλείσει όλα τα άλλα κόμματα ως πιθανούς συμμάχους του σε μια αυριανή κυβέρνηση, αφήνει πολύ έξυπνα- για το δικό του συμφέρον και εντελώς υστερόβουλά- ανοιχτή την πόρτα για τον σχηματισμό κυβέρνησης με το ΚΚΕ. Επομένως, είναι φανερό πως επιδιώκει να αντλήσει δυνάμεις από την εκλογική δεξαμενή του ΚΚΕ και στο ζήτημα μιας ενδεχόμενης συμμαχικής κυβέρνησης μαζί του. Αυτό δεν θα έπρεπε να απασχολεί την κομματική ηγεσία;

Κανείς δεν της λέει να συνδράμει σε σχηματισμό κυβέρνησης με το οποιοδήποτε κόμμα. Κανείς δεν της ζητάει να στηρίξει ή να ανεχτεί μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Η ίδια όμως δεν θα έπρεπε να αναλογίζεται αν προστατεύει το κόμμα από μια εκλογική συντριβή με αφορμή και αυτό το ζήτημα; Η ίδια δεν θα έπρεπε να αναλογίζεται ότι με διακηρύξεις του τύπου «δεν στηρίζουμε καμία κυβέρνηση» ή «θέλουμε μία κυβέρνηση που ο λαός θα είναι στην εξουσία» (δηλαδή κυβέρνηση στο έδαφος του σοσιαλισμού) καθιστά την εκλογική βάση του κόμματος εύκολη λεία για τον ΣΥΡΙΖΑ;

Εν κατακλείδι, οι διερευνητικές εντολές για ένα εργατικό κόμμα είναι ένα αναγκαστικό (δεν μπορείς να αποφύγεις την εμπλοκή σου όταν προκύπτει) πεδίο πολιτικής πάλης ή μια φάση της πολιτικής πάλης που έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ως γνωστόν, κάθε πολιτική πάλη είναι ταξική πάλη. Αναχωρητισμός από την ταξική πάλη δεν δικαιολογείται κι εξ αντικειμένου δεν υπάρχει. Αν τον επιδιώξεις, τον πληρώνεις ακριβά. Αυτό είναι αλφαβήτα για τους μαρξιστές. Την πολιτική πάλη- όποια μορφή κι αν λαμβάνει κάθε φορά- ένα κομμουνιστικό κόμμα οφείλει να μην την αποφεύγει αλλά να την δίνει με τους καλύτερους δυνατούς όρους για το ίδιο, την εργατική τάξη και τον εργαζόμενο λαό. Ο ΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ σε προηγούμενο άρθρο του ανέφερε αναλυτικά πώς, κατά τη γνώμη του, θα πρέπει το ΚΚΕ να χειριστεί το ζήτημα των διερευνητικών εντολών. Ήταν μια υπεύθυνη στάση απέναντι στους κομμουνιστές καθώς η ηγεσία του κόμματος αυτοπαγιδεύει το ΚΚΕ σε μια διαδικασία που μόνο κόστος για το ίδιο θα έχει. Ενδεχομένως πολύ μεγάλο κόστος.