Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

του Δ. Δημητριάδη

1.   Το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: Τα κόμματα που κυβέρνησαν τη χώρα δέχθηκαν από τη λαϊκή ψήφο σοβαρό πλήγμα στα ποσοστά και την επιρροή τους.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπολείπεται σε ποσοστό και ψήφους από το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου του 2012. Δεν εισπράττει τη λαϊκή δυσαρέσκεια, αλλά έρχεται πρώτον κόμμα λόγω της μείωσης της ΝΔ. Η λαϊκή δυσαρέσκεια εμφανίζεται εγκλωβισμένη στα αστικά πλαίσια, ενώ η Αριστερά στη γενική της έννοια και κυρίως αυτή με κομμουνιστική αναφορά δεν σημειώνει πρόοδο. Από τα παραπάνω μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η πολιτική κρίση συνεχίζεται. Παρά τη στρατηγική και ιδεολογική ηγεμονία της η αστική τάξη δυσκολεύεται να σταθεροποιήσει την κατάσταση και κυρίως το πολιτικό σύστημα, να επηρεάσει ουσιαστικά στον προσανατολισμό και τη συμπεριφορά του λαού. Το κρίσιμο ζήτημα είναι η ενσωμάτωση των εργαζομένων στους σχεδιασμούς και τις άμεσες και μεσοπρόθεσμες επιδιώξεις της και αυτό μέχρι τώρα δεν το επιτυγχάνει. Όσο συνεχίζεται η οικονομική κρίση και η ανάγκη λήψης νέων μέτρων είναι επιτακτική, η πολιτική κρίση δύσκολα θα ξεπεραστεί.

2.   Αναμένονται νέα οικονομικά μέτρα. Αυτό αποκάλυψε όχι μόνο η επιμονή του Γερμανού υπουργού οικονομικών, αλλά τώρα πλέον και η ανακοίνωση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Εντός του 2014 ή το αργότερο στις αρχές του 2015 η κυβέρνηση θα υπογράψει νέο μνημόνιο, έστω και αν δεν χαρακτηριστεί με αυτό τον όρο. Θα αποδειχθεί με το πιο τρανταχτό τρόπο ότι η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης πως δεν χρειάζεται άλλο δάνειο ήταν ένα τεράστιο ψέμα ώσπου να περάσει τον κάβο των εκλογών. Νέο δάνειο σημαίνει νέο μνημόνιο, νέα μέτρα. Το 2015 η κυβέρνηση αντιμετωπίζει Με βάση το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Eυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οικονομικό κενό ύψους 12,6 δισεκατομμυρίων ευρώ. Επίσης έχει ήδη συμφωνήσει για τη λήψη νέων δημοσιονομικών μέτρων την τριετία 2015 - 2017 ύψους 7 δισεκατομμύρια ευρώ και παράλληλα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο απαιτεί τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων που αφενός οδηγούν αναπότρεπτα στην μείωση μισθών και συντάξεων και αφετέρου στη διάλυση των εργασιακών σχέσεων. Η αγορά εργασίας μετατρέπεται κυριολεκτικά σε κόλαση. Η μεγάλη επιδείνωση της κατάστασης της πλειοψηφίας του λαού, που για μεγάλο τμήμα του υπάρχει πλέον ζήτημα επιβίωσης, θα χειροτερεύσει πολύ περισσότερο.

Η λήψη νέων μέτρων και η συνολική διαχείριση της κρίσης απαιτεί σταθερή κυβέρνηση, σταθερή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώστε κάτω από το βάρος της λαϊκής δυσαρέσκειας και πιθανών αντιδράσεων να μη κινδυνεύσει να απειληθεί η συνοχή της και οδηγηθεί στην οπισθοχώρηση και στη ματαίωση της λήψης των μνημονικών μέτρων που έχουν συμφωνηθεί. Για την εξασφάλιση αυτών των προϋποθέσεων η άρχουσα τάξη πρώτον, αναζητεί τρόπους για τη διασφάλιση εκλογής προέδρου της δημοκρατίας το Φλεβάρη ώστε να αποφύγει τις εκλογές και να κερδίσει χρόνο για την καλύτερη προετοιμασία και διαμόρφωση των δεδομένων. Χαρακτηριστικά είναι αυτά που συμβαίνουν το διάστημα αυτό στην ΔΗΜΑΡ και τους ΑΝΕΛ. Επίσης προωθούν τη συσπείρωση στην κυβερνητική πλειοψηφία ανέντακτων βουλευτών και την υπουργοποίηση άλλων. Δεύτερον προωθούνται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς οι ζυμώσεις και οι πρωτοβουλίες για τη συσπείρωση του κεντροαριστερού χώρου και παράλληλα του κεντροδεξιού ώστε να διαμορφωθούν συνθήκες αφενός μεν εγκλωβισμού ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων και αφετέρου σχηματισμού σταθερών αστικών κυβερνήσεων.

3.   Απέναντι στην κυβέρνηση, ως εναλλακτική κυβερνητική λύση προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ με την «κυβέρνηση της αριστεράς» που προτείνει, αν και στην πρόσφατη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του που συζήτησε τα εκλογικά αποτελέσματα, δεν αναφέρεται σε «κυβέρνηση της αριστεράς», αλλά σε «νέο συνασπισμό εξουσίας», στη «συγκρότηση μιας πλατιάς δημοκρατικής προοδευτικής ριζοσπαστικής συμμαχίας», «στη νέα μεγάλη κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία που θα αναλάβει το ιστορικό έργο της κοινωνικής σωτηρίας και της ανασυγκρότησης της πατρίδας μας». Η κυβέρνηση αυτή θα προκύψει μέσα από τους θεσμούς, κοινοβουλευτικά, έξω από το κίνημα και τους λαϊκούς αγώνες, κυβέρνηση αποδοχής από την αστική τάξη και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Υπόσχεται την εξασφάλιση της σταθερότητας του συστήματος και νομιμοφροσύνη απέναντι στην κυρίαρχη τάξη και τους σχεδιασμούς της. Ο προσανατολισμός της χώρας προς τη Δύση και το πλαίσιο των συμμαχιών της (ΕΕ- ΝΑΤΟ κ.λπ.) δεν αμφισβητούνται. Η επιδίωξη της πλειοψηφίας του να κερδίσει σημαντικό τμήμα κεντροαριστερών κύρια ψηφοφόρων τον οδηγεί όλο και πιο δεξιά, προς ολοκληρωτική ενσωμάτωση. Αυτό όμως σημαίνει μεγαλύτερη διάσταση από τις λαϊκές επιδιώξεις και διεκδικήσεις και άρα μεγαλύτερη επιφύλαξη απέναντι του, ιδιαίτερα των πιο ριζοσπαστικών τμημάτων της κοινωνίας. Μέχρι σήμερα παρά τις προσαρμογές που η ηγεσία του επιχειρεί στην πολιτική του και τις εξετάσεις που δίνει στον ΣΕΒ και την ΕΕ, δεν καταφέρνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους. Οι λόγοι είναι αρκετοί και στη βάση βρίσκεται ο φόβος της αστικής τάξης να μην διακινδυνευτεί η σταθερότητα. Κυριότερος λόγος είναι η ύπαρξη ισχυρής αριστερής αντιπολίτευσης στο εσωτερικό του, την ηγεσία και τη βάση του και η πιθανότητα στην εξέλιξη των πραγμάτων να δυναμώσει η αμφισβήτηση της πολιτικής του. Η αστική τάξη και η ΕΕ προτιμούν μέχρι στιγμής την απόλυτη σιγουριά που δίνουν ο Σαμαράς και η ΝΔ, μαζί με το Βενιζέλο και τα υπολείμματα του ΠΑΣΟΚ.

4.     Τα προηγούμενα προσδιορίζουν το πλαίσιο των δυσκολιών της αστικής τάξης στη διαμόρφωση σταθερών κυβερνήσεων και ελέγχου της πολιτικής κρίσης και παράλληλα προσδιορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί η αστική πολιτική, μεταξύ μιας καθαρής νεοφιλελεύθερης λύσης και μιας λύσης με στοιχεία νεοφιλελευθερισμού και ορισμένα στοιχεία κεϋνσιανισμού που μπορεί να σημαίνουν και μια ορισμένη χαλάρωση των αντιλαϊκών οικονομικών μέτρων. Γύρω από την αντίθεση αυτή, αντίθεση εντός των ορίων της αστικής πολιτικής θα αναπτυχθεί η αντιπαράθεση για το μείγμα της πολιτικής που θα εφαρμοστεί και παράλληλα ποια κυβέρνηση θα το εφαρμόσει. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ με δυνάμεις της κεντροαριστεράς.

Το δεύτερο μέτωπο, η δεύτερη αντίθεση, η οποία αφορά την εργατική τάξη και το λαό αναπτύσσεται γύρω από το δίλημμα σταθεροποίηση της κατάστασης και έλεγχος των εξελίξεων από τη μια και παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα, ένταση των αγώνων και αμφισβήτηση των αστικών σχεδιασμών από την άλλη. Όσο κι αν φαντάζει δύσκολη και όντως έτσι είναι, μια τέτοια πιθανότητα είναι υπαρκτή, στο βαθμό που η ένταση και η επιδείνωση των κοινωνικών προβλημάτων για την μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία εντείνεται, η οικονομική κρίση επιμένει και η παρατεταμένη πολιτική αστάθεια επίσης. Όλα αυτά διαμορφώνουν την αδυναμία της αστικής τάξης, πράγμα που παράλληλα σημαίνει σημαντική δυνατότητα για την εργατική τάξη να αμφισβητήσει την αστική κυριαρχία. Οι συνθήκες που επικρατούν στη χώρα κρύβουν σημαντικές ανατρεπτικές δυνατότητες.

Το σημαντικό ερώτημα είναι αν έχει σήμερα η εργατική τάξη και ο λαός τις δυνάμεις να αμφισβητήσει τους αστικούς σχεδιασμούς και να αξιοποιήσει την κρίση του συστήματος; Η πορεία των αγώνων από την έναρξη της κρίσης και ιδιαίτερα από την εγκατάσταση της τρόικας και την επιβολή του μνημονίου έδειξε ότι τέτοια δυνατότητα υπάρχει. Οι λαϊκές διαθέσεις φάνηκαν μεγάλες. Μπορεί το εργατικό και το λαϊκό κίνημα να ανακάμψουν και να δώσουν τη μάχη εναντίον της πολιτικής του κεφαλαίου. Η μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση και μαχητικότητα των δύο πρώτων χρόνων της κρίσης μπορεί να επανέλθει, αρκεί να υπάρξουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

5.     Είναι φανερό ότι στο πρώτο δίλημμα που προαναφέραμε θα επιδιώξουν να εγκλωβίσουν ευρύτατες λαϊκές και εργατικές δυνάμεις τα αστικά κυβερνητικά κόμματα και η κεντροαριστερά. Είναι επίσης φανερό ότι μια τέτοια προοπτική είναι καταφανώς αντίθετη με τα συμφέροντα των εργαζομένων και της νεολαίας. Η επικράτηση του διλήμματος αυτού σημαίνει ήττα για το εργατικό και λαϊκό κίνημα και τις δυνάμεις που αναφέρονται στην εργατική τάξη και το σοσιαλισμό, γι' αυτό και ο αγώνας να δυναμώσει η αντίσταση των εργαζομένων και να μην εγκλωβιστούν στα διλήμματα της αστικής πολιτικής είναι μονόδρομος. Σήμερα ο κίνδυνος εγκλωβισμού ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων μεγαλώνει ως συνέπεια της όξυνσης των λαϊκών προβλημάτων και των πιεστικών αναγκών, της υποχώρησης του εργατικού και λαϊκού κινήματος και κυρίως της έλλειψης πειστικής και καλά επεξεργασμένης εναλλακτικής λύσης που θα απαντά στην κρίση από τη σκοπιά του εργαζόμενου λαού. Βέβαια η πλειοψηφία των εργαζομένων και δεν εξαιρούνται οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν τρέφουν ελπίδες ότι η «αριστερή κυβέρνηση» του θα είναι κυβέρνηση πραγματικά αριστερή, δηλαδή φιλολαϊκή, που θα πάρει μέτρα εναντίον του κεφαλαίου. Ο απλός εργαζόμενος αντιλαμβάνεται την κατάσταση και αυτό το εκφράζει λέγοντας «κάτι να αλλάξει, ό,τι και να προκύψει δεν θα είναι χειρότερο από τη σημερινή κυβέρνηση και την πολιτική της».

Το θέσαμε και προηγουμένως. Η πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση που προωθεί δεν είναι κυβέρνηση ανατροπής των μνημονίων, της πολιτικής του κεφαλαίου και των διαχειριστών της. Είναι κυβέρνηση εναλλαγής και ως τέτοια σε τελική ανάλυση θα λειτουργήσει. Σε αυτό το συμπέρασμα οδηγεί η πολιτική των συμμαχιών στη χώρα μας και διεθνώς που η ηγεσία του προωθεί, ο πολιτικός προσανατολισμός του και με μεγάλη σαφήνεια το προγραμματικό του πλαίσιο. Δεν μπορεί να είναι κυβέρνηση που θα συγκρουστεί με την αστική τάξη και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Όποιες καλές προθέσεις και αν έχει στις συγκεκριμένες συνθήκες που επικρατούν στη χώρα, με το σημερινό συσχετισμό δύναμης και το συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο, με το λαϊκό κίνημα αποδυναμωμένο και το ΣΥΡΙΖΑ να μην κάνει καμιά προσπάθεια να στηριχθεί στη δύναμη του λαού η οποιαδήποτε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Στο προγραμματικό επίπεδο, ιδιαίτερα στα κεντρικά ζητήματα που χαρακτηρίζουν τις προθέσεις της η ηγεσία του έχει ήδη συμβιβαστεί. Δεν αντιμετωπίζει τη διακυβέρνηση του ως σύγκρουση με το μονοπωλιακό κεφάλαιο και την ΕΕ, αλλά ως συμβιβασμό μαζί τους. Θεωρεί πλέον το διεθνές πλαίσιο και τις συμμαχίες της χώρας αδιαπραγμάτευτες. Η διαγραφή του χρέους έγινε διαγραφή μέρους του και μάλιστα σε συμφωνία με τους δανειστές, πέρασε από την εθνικοποίηση των τραπεζών στο δημόσιο έλεγχο τους. Τα μνημόνια η κυβέρνηση του δεν θα τα καταργήσει πλέον, αλλά θα απεμπλακεί από αυτά. Και ενώ το τεράστιο νομοθετικό πλαίσιο που δημιουργήθηκε την περίοδο των μνημονίων βασιλεύει, δεσμεύεται μόνο για την επαναφορά του κατώτατου μισθού στα προ μνημονίων επίπεδα. Με διαλυμένες όμως τις εργασιακές σχέσεις, τη μερική απασχόληση να κυριαρχεί και την ανεργία στα ύψη το μέτρο αυτό έχει πολύ σχετική αξία. Με δεδομένα όλα αυτά δεν είναι φανερό ότι θα πρόκειται για κυβέρνηση εναλλαγής;

6.     Σήμερα κάτω από την πίεση της κατάστασης και την αδυναμία του λαϊκού παράγοντα να διεκδικήσει βαθύτερες αλλαγές, η ιδέα μιας κυβέρνησης «προοδευτικής», «αριστερής», ή «ριζοσπαστικής» που θα συνοδεύει ένα πλαίσιο ριζοσπαστικών στόχων φαίνεται ότι συγκινεί διάφορες κινήσεις, συμπορεύσεις και αγωνιστές, πολλοί από τους οποίους έχουν κομμουνιστικές αναφορές και θεωρούμε ότι έχουν καλή πρόθεση. Μπορεί να μην έχουν κατά νου μια πρόταση τόσο συντηρητική όσο του ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί οι «μεταβατικοί» στόχοι και τα αιτήματα που θέτουν να έχουν περιεχόμενο που απαντά ως ένα βαθμό στη συγκυρία, ουσιαστικά όμως έστω από άλλο δρόμο και με διαφορετικές προϋποθέσεις δεν κινούνται σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ και το αποτέλεσμα φοβούμαστε ότι δεν θα είναι διαφορετικό. Δεν θα δώσει ουσιαστικά φιλολαϊκά αποτελέσματα και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να οδηγήσει στην απογοήτευση, την αποστράτευση και σε τελική ανάλυση στην υποταγή στα σχέδια της αστικής τάξης μεγάλο τμήμα των εργαζομένων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ένα πιο προωθημένο πλαίσιο στόχων που θα έχει μια μετωπική κίνηση, αλλά η κυβέρνηση που προτείνει, ο χαρακτήρας της, οι δυνάμεις που θα την αποτελέσουν και σε ποιες συνθήκες θα επιδιωχθεί, επίσης η απόσπαση όλου αυτού του εγχειρήματος από τον αγώνα για τη σοσιαλιστική προοπτική στη χώρα, καθώς και το γεγονός ότι οποιοδήποτε μέτωπο, οποιεσδήποτε και αν είναι οι προθέσεις των ιδρυτών του χωρίς επαναστατικό κόμμα, πραγματικό καθοδηγητή δεν μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα. Όλα αυτά δεν φαίνεται ότι τους απασχολούν ή απλώς αποσιωπούνται.

Για την ανάγκη μαζί με το πλαίσιο των στόχων να προταθεί και η διεκδίκηση «προοδευτικής» κυβέρνησης χρησιμοποιείται ένα «τρανταχτό» επιχείρημα ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ ακριβώς πρότεινε αριστερή κυβέρνηση το 2012 και γι' αυτό έφθασε το ποσοστό του στο 27% και σήμερα διεκδικεί τη διακυβέρνηση της χώρας. Εμείς θα προσθέταμε ότι και πριν το ΣΥΡΙΖΑ το ίδιο έκανε και το ΠΑΣΟΚ και άλλα κόμματα. Έτσι λειτουργεί το αστικό πολιτικό σύστημα με την εναλλαγή κομμάτων στην κυβέρνηση. Το πρόβλημα για τους κομμουνιστές και όσους αγωνίζονται για το σοσιαλισμό είναι η διεκδίκηση της κυβέρνησης ή η αλλαγή της κοινωνίας, η οποία προϋποθέτει την κατάληψη της εξουσίας;

Μια δεύτερη πλευρά της επιχειρηματολογίας αυτής είναι ότι ορισμένοι την πρόταση για «προοδευτική» κυβέρνηση την εμφανίζουν ότι είναι απόρροια των θέσεων των κλασσικών και της Κομμουνιστικής Διεθνούς, γενικά της ιστορικής πείρας του επαναστατικού κινήματος. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Π.χ. ο Λένιν καθόλου δεν αποκλείει την ανοχή, τη στήριξη ή και τη συμμετοχή ακόμη των κομμουνιστών σε κυβέρνηση, τότε όμως όταν υπάρχουν συνθήκες επαναστατικές, «εφόσον ο λαός διαφωνεί με την κυβέρνηση και η μάζα έχει επίγνωση της ανάγκης να εγκαθιδρυθεί μια νέα τάξη πραγμάτων», τότε «το κόμμα που έχει βάλει σκοπό του την ανατροπή της κυβέρνησης πρέπει κατ' ανάγκη να σκεφτεί με ποια κυβέρνηση θα αντικαταστήσει την παλιά κυβέρνηση που πρόκειται να ανατραπεί…. Το κόμμα όμως για να δώσει απάντηση στο ζήτημα αυτό πρέπει να ξεκαθαρίσει πρώτον τη σημασία της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης στην συντελούμενη επανάσταση και σε όλο τον αγώνα του προλεταριάτου γενικά, δεύτερο τη στάση του απέναντι στην προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, τρίτο τους ακριβείς όρους συμμετοχής της σοσιαλδημοκρατίας στην κυβέρνηση αυτή και τέταρτο τους όρους άσκησης πίεσης πάνω σ' αυτή την κυβέρνηση από τα κάτω, στην περίπτωση που η σοσιαλδημοκρατία δεν αντιπροσωπεύεται σ' αυτή. Μόνο όταν ξεκαθαριστούν αυτά τα ζητήματα η πολιτική στάση του κόμματος θα είναι σύσταση αρχών, καθαρή και σταθερή». Αυτά έγραφε ο Λένιν το 1905.

Αργότερα το 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς εισήγαγε στην τακτική του ενιαίου μετώπου την «εργατική» και όχι την «προοδευτική» ή οποιαδήποτε κυβέρνηση με άλλο πρόσημο. Τονίζει μάλιστα ότι «σαν άμεσο πολιτικό σύνθημα, η «εργατική» κυβέρνηση αποκτά σημασία στις χώρες, όπου η κατάσταση της αστικής κοινωνίας είναι ιδιαίτερα πολύ λίγο ασφάλισης και όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων μεταξύ των εργατικών κομμάτων και της μπουρζουαζίας θέτει στην ημερήσια διάταξη τη λύση της εργατικής κυβέρνησης σαν πολιτική ανάγκη. Σε αυτές τις χώρες το σύνθημά της «εργατικής» κυβέρνησης αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια όλης της τακτικής του ενιαίου μετώπου». Προσθέτει μάλιστα ότι μια τέτοια κυβέρνηση είναι δυνατή μόνο αν βγει μέσα από την πάλη των ίδιων των μαζών, αν στηριχτεί πάνω σε εργατικά όργανα κατάλληλα για αγώνα και δημιουργημένα   από τα πιο πλατιά στρώματα των καταπιεσμένων εργατικών μαζών». Είναι φανερό ότι η Κομμουνιστική Διεθνής καθόλου δεν αναφέρεται σε συνθήκες παρόμοιες με τις σημερινές συνθήκες στη χώρα μας, αναφέρεται σε συνθήκες όπου η δυναμική των Επαναστατικών δυνάμεων ευνοεί μια «εργατική» κυβέρνηση με στόχο να οδηγήσει τις εξελίξεις σε σύγκρουση με την αστική τάξη με επιδίωξη την κατάληψη της εξουσίας.

Αργότερα στο 7ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς ο Δημητρώφ στην εισήγησή του αναφέρεται στα λάθη που έγιναν κατά την εφαρμογή του ενιαίου μετώπου και της «εργατικής» κυβέρνησης. Τονίζει πρώτο «ότι για να αποφευχθεί η επανάληψη παρόμοιων αγαθών πρέπει να παίρνουμε ακριβώς υπόψη μας τις ιδιαίτερες συνθήκες της πολιτικής κρίσης και της ανόδου του μαζικού κινήματος, μέσα στις οποίες θα αποδειχθεί, ότι η δημιουργία μιας κυβέρνησης του ενιαίου μετώπου είναι δυνατή και πολιτικά απαραίτητη», το δεύτερο λάθος έχει τη ρίζα του στο γεγονός ότι το ζήτημα της «εργατικής» κυβέρνησης δεν συνδέθηκε με την ανάπτυξη του αγωνιστικού μαζικού κινήματος του ενιαίου μετώπου του προλεταριάτου και τρίτο λάθος εντοπίζεται στην πρακτική πολιτική της «εργατικής» κυβέρνησης με την έννοια ότι υποστηρίζονταν είτε ότι η «εργατική» κυβέρνηση έπρεπε να παραμείνει μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας και να μην κάνει κανενός είδους βήματα που να ξεπερνά τα πλαίσια αυτά, είτε να παραιτηθεί ουσιαστικά από κάθε προσπάθεια δημιουργίας κυβέρνησης ενιαίου μετώπου Και ανέφερε χαρακτηριστικά ως αρνητικό παράδειγμα την κυβέρνηση κομμουνιστών - σοσιαλδημοκρατών το 1923 στη Γερμανία που κανένα πραγματικό μέτρο ανάπτυξης του κινήματος και προώθησης των Επαναστατικών διαδικασιών δεν πήρε, αντίθετα συμπεριφέρθηκε ως συνηθισμένη κοινοβουλευτική κυβέρνηση.

Θεωρούμε ότι οι κομμουνιστές σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εμπλακούν στη διαχείριση του καπιταλισμού. Κάθε τέτοια απόπειρα θα αποβεί μοιραία, θα καταλήξει διαχείριση του συστήματος με τρομακτικές συνέπειες για το κίνημα. Δεν μπορούμε φυσικά να συμφωνήσουμε ότι δεν πρέπει οι κομμουνιστές και το εργατικό κίνημα ποτέ και σε καμία περίπτωση να δώσουν ανοχή, ή στήριξη σε κυβέρνηση ή συμμετάσχουν ακόμη σε κυβέρνηση πριν την επαναστατική ανατροπή. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε από τα πράγματα σε παραίτηση από την αξιοποίηση κάθε δυνατότητας για να ωριμάσει περισσότερο η κρίση, να δυναμώσει ο επαναστατικός παράγοντας και να επιδιώξει τη σύγκρουση με την αστική τάξη και την κατάληψη της εξουσίας. Ουσιαστικά αυτό σημαίνει παραίτηση από την προώθηση της τακτικής του ενιαίου μετώπου και την ωρίμανση των συνθηκών για τη διεκδίκηση της εξουσίας, όταν ακόμη η επαναστατική κατάσταση δεν έχει ολοκληρωτικά ωριμάσει. Πρακτικά σημαίνει ότι θα ακολουθούμε τις εξελίξεις και θα περιμένουμε την επαναστατική κατάσταση για την εξέγερση.

Το ζήτημα είναι σε ποιες συνθήκες, με ποιους συσχετισμούς, με ποιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και με ποιες ταξικές προϋποθέσεις προωθείται το σύνθημά της «εργατικής» και όχι της «προοδευτικής» κυβέρνησης. Σήμερα τέτοιες συνθήκες που να καθιστούν ώριμη την αναγκαιότητα της «εργατικής» κυβέρνησης στη συνείδηση των πλατιών τμημάτων της εργατικής τάξης δεν υπάρχουν στη χώρα μας. Σήμερα είναι αναγκαία η πλατιά ενιαιομετωπική δράση μέσα στο λαό σε αντιπαράθεση με το κεφάλαιο και τον ιμπεριαλισμό για την υπεράσπιση των εργαζομένων και παράλληλα η διεκδίκηση ενός πλαισίου στόχων που θα απαντούν στην κρίση από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και δεν θα είναι ανεκτοί από το καπιταλιστικό σύστημα.

Τέλος όσον αφορά την ανάγκη ισχυρού επαναστατικού κόμματος δεν χρειάζεται απλώς να επισημαίνεται και αμέσως να ξεχνιέται γιατί αυτός ο στόχος είναι δύσκολος, αλλά ουσιαστική δράση για την υλοποίηση του. Μέτωπα και κυβερνήσεις χωρίς την εργατική τάξη και το επαναστατικό κόμμα της δεν πρόκειται να υπάρξουν και πολύ περισσότερο δεν πρόκειται να ευδοκιμήσουν.

IMAGE Οι εν δυνάμει δολοφόνοι
Σάββατο, 18 Ιουλίου 2020
Γράφει ο Κώστας Γρηγοριάδης. Ο 27χρονος Βασίλης Μάγγος δεν ζει πια ανάμεσά μας. Ο ενεργός πολιτικά και κοινωνικά συμπολίτης μας, είχε ξυλοκοπηθεί άγρια, έξω από το δικαστικό μέγαρο του Βόλου, στις 14-6-2020 από δυνάμεις των ΜΑΤ και ΟΠΚΕ. >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ