Για τα 73 χρόνια από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη
Αυτή η Μεγάλη Παρασκευή ήταν και τότε Κυριακή. «Μια Κυριακή – ποιος το περίμενε πως θάταν Κυριακή». (Πάντα η γράφουσα είχε την αίσθηση ότι πίσω από τους σπαρακτικούς αλλά κάπως ασυνάρτητους στίχους αυτού του συγκλονιστικού τραγουδιού, κρύβεται μια αναφορά στο θάνατο του ήρωα, του πατριώτη, του διεθνιστή, του κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη). Την Κυριακή, στις 30 του Μάρτη του 1952, ο Μπελογιάννης και οι τρεις σύντροφοί του στήθηκαν απέναντι στο εκτελεστικό απόσπασμα, «δώρο» της άρχουσας; Τάξης στους συμμάχους και προστάτες της. Μια Κυριακή που δεν περίμενε κανείς, γιατί τις Κυριακές δεν έκαναν εκτελέσεις ούτε τα ναζιστικά τέρατα…
Ο Νίκος Μπελογιάννης πέρασε στη σφαίρα του μύθου. Τα υλικά όμως του μύθου αυτού είναι πολύ γήϊνα: είναι ο καιρός και ο τόπος του, είναι η πατρίδα και το κόμμα του, οι «Μεγάλες Ουσίες» του καιρού του. Η αγέρωχη μορφή του συγκαταλέγεται στις πιο εμβληματικές της μακράς ιστορίας του ΚΚΕ.
Ο Νίκος Μπελογιάννης είναι ένα παλίμψηστο: στην προσωπικότητά του εγγράφονται, κατά στρώματα, οι πολλαπλές εκείνες συνιστώσες που συγκροτούν, που πρέπει να συγκροτούν, τη φυσιογνωμία και το ήθος του κομμουνιστή‧ οι συνιστώσες εκείνες στις οποίες η κομμουνιστική ιδεολογία και δράση δίνουν νέα υπόσταση και νέο βάθος:
– Η μνήμη του τόπου. «Στου κολοκοτρωνέϊκου Μοριά το μετερίζι», γράφει ο Αλέξης Πάρνης, στο επικό ποίημά του για το Μπελογιάννη, στην ενότητα που αναφέρεται στη δράση του στον ΕΛΑΣ, κατά τη διάρκεια της κατοχής στην Πελοπόννησο. Η συλλογική αγωνιστική μνήμη του Μοριά υλοποιείται στο πρόσωπό του ως ένα αντίστροφο «Χρονικόν του Μορέως», ιδωμένο όχι από τη σκοπιά του καταχτητή και του κυρίαρχου, αλλά από τη σκοπιά του εξεγερμένου λαού. Μια αφήγηση – της οποίας δεν έχω μπορέσει να διασταυρώσω την ισχύ και, για να πω την αλήθεια, δε νομίζω ότι είναι γλωσσολογικά έγκυρη, λέει ότι το επώνυμο Μπελογιάννης προέρχεται από το «μπελά γιουνάν», ο καυγατζής Έλληνας και ότι πρωτοδόθηκε στο γενναίο και απείθαρχο κλέφτη, προπάππου του Νίκου. Ακόμα κι αν τα πράγματα δεν είναι έτσι, η παρετυμολογία αυτή υποδηλώνει τις μυθικές διαστάσεις που πήρε το πρόσωπο και η δράση του στον τόπο που τον γέννησε.
– Η πολυσχιδής επαναστατική δράση. Ο Νίκος Μπελογιάννης υπήρξε ένας συνολικός άνθρωπος, ένας πλήρης επαναστάτης. Ο Μπελογιάννης στρατεύτηκε στο ΚΚΕ από τα πολύ νεανικά του χρόνια και υπηρέτησε την υπόθεση της εργατικής τάξης από πολλά μετερίζια: από τους αγώνες για το σταφιδικό της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Αμαλιάδας, στην καθοδηγητική δουλειά, στην Πάτρα, στις φυλακές και στις εξορίες του καθεστώτος Μεταξά, στο σανατόριο «Σωτηρία», στα βουνά του Μοριά, στην απελευθερωμένη Καλαμάτα‧ και μετά στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, στην υπερορία, στην παράνομη δουλειά, μέχρι να έρθει η ώρα της υπέρτατης θυσίας, πάντα αλύγιστος και πάντα πρωτοπόρος.
– Η λογιοσύνη. Τον ανθρωπότυπο του λόγιου επαναστάτη που συνδυάζει την πένα με το σπαθί, τον πρωτοσυναντάμε στην ελληνική ιστορία στο πρόσωπο του πρωτομάρτυρα της ανεξαρτησίας όχι μόνο των Ελλήνων, αλλά και όλων των βαλκανικών λαών, στο γιακωβίνο Ρήγα Φεραίο. Στις συνθήκες του 20ου αιώνα, όπου κοινωνική και πολιτική πρωτοπορία είναι η εργατική τάξη και το κόμμα της, διαπλάθεται ένας ακόμα πληρέστερος τύπος επαναστάτη λόγιου. Ταυτόχρονα λοιπόν με την επαναστατική του δραστηριότητα, ο Νίκος Μπελογιάννης υπήρξε ένας λόγιος: μέσα στα κάτεργα εκπόνησε δυο σημαντικά έργα. Το 1940, έγκλειστος στην Ακροναυπλία, έγραψε το πρώτο του πόνημα «Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα», ένα σύγγραμμα στο οποίο ανατέμνει τη διαδικασία με την οποία εδραιώνεται και βαθαίνει η εξάρτηση της Ελλάδας από το ξένο κεφάλαιο, άρα και από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Και 12 χρόνια αργότερα, στο μεσοδιάστημα των δυο δικών που οδήγησαν στη θανατική καταδίκη του, ολοκλήρωσε στις φυλακές της Κέρκυρας ένα προσχέδιο με τον τίτλο «Σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Τοι έργο αυτό, στο οποίο ο Μπελογιάννης προσπάθησε να ιχνηλατήσει τη γέννηση και την εξέλιξη της νέας ελληνικής λογοτεχνίας σε συνάρτηση με τη συγκρότηση του ελληνικού έθνους και τη διαμόρφωση της εθνικής του συνείδησης. Πρόλαβε να ολοκληρώσει το πρώτο κεφάλαιο, εκεί όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά στο ακριτικό τραγούδι. Κι εκεί κάπου, άρχισε «ο Διγενής να ψυχομαχεί κι η γης να τόνε τρομάσσει»… Τη συγγραφή του έργου διέκοψαν οι σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος…
– Αλλά και η απολογία του Μπελογιάννη αποτελεί ένα μνημειώδες πολιτικό κείμενο, παρακαταθήκη για κάθε κομμουνιστή. «Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα με το αίμα μας», θα αναφωνήσει μπροστά στους στρατοδίκες, στο όνομα όλων των κομμουνιστών, όλων όσων έδωσαν ζωές για την εθνική και την κοινωνική ελευθερία.
– Ο έπαινός του δήμου. Η προσωπικότητα, η ακεραιότητα, το ήθος του Μπελογιάννη συγκλόνισαν τον ελληνικό λαό, συγκλόνισαν τους λαούς του κόσμου, συγκλόνισαν ακόμα και ιδεολογικούς του αντιπάλους, ακόμα και τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και το στρατηγό ντε Γκωλ. Ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης και απαίτησης να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή ξεσηκώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο και αποκρυσταλλώθηκε σε ένα από τα διασημότερα σχέδια του 20ου αιώνα: ο μέγιστος εικαστικός, ο κομμουνιστής Πάμπλο Πικάσο, με «μοντέλο» μια φωτογραφία που τραβήχτηκε στη διάρκεια της δίκης, σχεδίασε με τρόπο αφαιρετικό το γελαστό Μπελογιάννη (γελαστό εν όψει της θανατικής καταδίκης του !) με ένα γαρύφαλλο στο χέρι. Το παιδί από τη μικρή πολιτεία του δυτικού Μοριά, του «κολοκοτρωνέϊκου Μοριά» έγινε παιδί της ανθρωπότητας και πέρασε στην αιωνιότητα ως «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»…
Αυτές είναι οι καταβολές που έφτιαξαν την προσωπικότητα του κομμουνιστή Νίκου Μπελογιάννη και τον έκαναν έναν από τους παγκόσμιους μύθους της επανάστασης. Αυτές τις ιδιότητες θέλησαν να τσακίσουν οι διώκτες και δολοφόνοι του, η τάξη που εκπροσωπούσαν και οι πάτρωνές τους. Τα κατάφεραν άραγε;
Παρά το τεράστιο και οδυνηρό πισωγύρισμα της σπείρας της Ιστορίας, όσο η εργατική τάξη παράγει τον πλούτο του κόσμου χωρίς να μπορεί η ίδια να τον απολαύσει, όσο μια χούφτα ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών λυμαίνεται τα αγαθά όλης της ανθρωπότητας προετοιμάζοντας πολέμους και επισωρεύοντας ένδεια και συμφορές, όσο δεν έχουμε ακόμα περάσει από το βασίλειο της ανάγκης στο βασίλειο της ελευθερίας, ο Μπελογιάννης και οι αξίες που εκπροσωπεί, ο Μπελογιάννης και ο κόσμος που ονειρεύτηκε, θα είναι ζωντανός στη μνήμη των λαών «ξεκλειδώνοντας μ` ένα γαρύφαλλο την αθανασία».
Δώρα Μόσχου