Εργατικός Αγώνας

Ένα κορίτσι από τη Θήβα στο Γεντί Κουλέ

Πριν από λίγες βδομάδες, κατά τη διάρκεια εργασιών ανάπλασης που έκανε ο Δήμος Συκεών Θεσσαλονίκης στο Πάρκο Εθνικής Αντίστασης, βρέθηκαν ούτε ένας ούτε δυο αλλά 33 (!) ανθρώπινοι σκελετοί‧ στα κρανία τους, υπήρχε η χαρακτηριστική τρύπα της χαριστικής βολής. Πολλοί από αυτούς ήταν γυμνοί. Μαζί τους βρέθηκαν όμως και αντικείμενα που, προφανώς, προέρχονταν από το ρουχισμό τους: μια χτένα, κουμπιά, ένα άρβυλο, ένα γυναικείο παπούτσι‧ ένα όμορφο, κομψό, γυναικείο παπούτσι, που μια νέα και όμορφη γυναίκα το φόρεσε την τελευταία στιγμή της ζωής της για να μην πάει «άφτιαχτη κι αστόλιστη» στο θάνατο…

Οι «νεκροί της πλατείας», νέοι άνθρωποι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, όπως αποδεικνύεται από τις οδοντοστοιχίες τους, είχαν διαπράξει το «υπέρτατο έγκλημα» για την άρχουσα τάξη της χώρας και τους συμμάχους και προστάτες της: ήταν κομμουνιστές. Πάλεψαν, στη σύντομη ζωή τους, για την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα‧ πήραν τα όπλα ενάντια στους φασίστες καταχτητές και τους ντόπιους συνεργάτες τους‧ πολέμησαν ενάντια στην αστική τάξη και στο βρετανικό και αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που έκαψε με βόμβες Ναπάλμ τα χωριά της Δυτικής Μακεδονίας‧ μετά την πικρή ήττα του `40, πάλεψαν για την παγκόσμια ειρήνη. Μ` ένα λόγο, οραματίστηκαν ένα καλύτερο κόσμο και πολέμησαν γι` αυτόν.

Η άρχουσα τάξη τους έκλεισε στο κάτεργο του Γνετί – Κουλέ. Τους πέρασε από δίκες σκοπιμότητας και τους εκτέλεσε μαζικά, ανά ομάδες, πίσω από τα τείχη της διαβόητης φυλακής. Και μετά διέπραξε την υπέρτατη ύβρη: τους παράχωσε στην «έρημη αλάνα», λεηλάτησε τα νεκρά τους σώματα, έδωσε το δικαίωμα στους ποινικούς που αναλάμβαναν την ταφή τους να πάρουν τα ρούχα τους και να τα πουλήσουν. Δεν έδωσε τα κορμιά τους στους συγγενείς για να τους κλάψουν και να τους τιμήσουν. Κι εδώ μιλάει μια φωνή που έρχεται από τους αιώνες:

«Μα το δόλιο το κορμί του Πολυνείκη

Λένε ότι διάταξε τους πολίτες

Να μην το σκεπάσουνε με τάφο ούτε κανείς να το θρηνήσει,

Αλλά να τον αφήσουν άκλαυτο και άταφο,

Γλυκό θησαυρό για τα όρνια

Που ψάχνουν για να βρουν τροφή».

(Σοφοκλέους, Αντιγόνη, στ. 26 – 31).

Η αρχετυπική αποτύπωση στην τέχνη της σύγκρουσης ανάμεσα στο Κράτος, ως μηχανισμού επιβολής της κυρίαρχης τάξης πάνω στις υπόλοιπες και σε μια κοινωνία ελευθερίας και ισότητας, οικοδομείται ακριβώς γύρω από το ζήτημα του σεβασμού των νεκρών και δεν είναι άλλη βέβαια από την Αντιγόνη. Το νεκρό σώμα είναι φορέας ισχυρής ιστορικής μνήμης: «και νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ», θα γράψει ο Τάσος Λειβαδίτης και ο Στρατής Τσίρκας θα προσθέσει: «υπάρχουν πιο ζωντανοί από τους πεθαμένους μας;». Σε όλες τις θρησκείες, σε όλες τις κουλτούρες, ο σεβασμός και η απόδοση τιμών στο νεκρό σώμα είναι ένδειξη ανθρωπιάς και πολιτισμού.

Ε λοιπόν, το ελληνικό μετεμφυλιακό κράτος καταπάτησε αυτές τις – ας το πω – πανανθρώπινες αρχές και αξίες, ακριβώς γιατί φοβόταν την ιστορική μνήμη. Φοβόταν το μέγεθος της προσφοράς και της παρακαταθήκης αυτών των ανθρώπων που τόσο βάρβαρα και άδικα έκοψε το νήμα της ζωής τους.

Αλλά η Ιστορία και η μνήμη είναι πράγμα ζόρικο. Το θλιβερό κενοτάφιο ήρθε στην επιφάνεια, στο φως του ήλιου, για να φωτίσει ένα ακόμα έγκλημα της αστικής τάξης της χώρας μας, έτσι όπως στους «Κυνηγούς», του Αγγελόπουλου το παγωμένο πτώμα του αντάρτη θα λειτουργήσει σαν καταλύτης στην παρέα των αστών που απολαμβάνουν μέχρι εκείνη την ώρα αμέριμνοι το κυνήγι τους. Ήρθε στο φως του ήλιου για να μας θυμίσει τη μεγάλη εποποιία της δεκαετίας του `40, τον αγώνα και τις θυσίες των κομμουνιστών, την επικαιρότητα, σ` αυτές τις νέες συνθήκες, των αιτημάτων τους. Ήρθε για να μας πει ότι το αστικό κράτος είναι εδώ, αλλά όσο οι ανάγκες του ανθρώπου μένουν ζωντανές και οι μνήμες δεν πεθαίνουν, η πραγματικότητα μιας άλλης ζωής είναι ζωντανή και αναγκαία.

Δυόμιση χιλιάδες χρόνια τώρα, ένα κορίτσι από τη Θήβα, μια «αγάπη που τη λέγανε Αντιγόνη», σεριανίζει στη μνήμη των λαών, αποδίδοντας τις πρέπουσες νεκρικές τιμές στην ατέλειωτη σειρά των θυμάτων του ταξικού Κράτους. Η Αντιγόνη κάνει μια στάση στις Συκεές, φορά, η ανυπόδητη, το σκονισμένο, αλλά πάντα κομψό γοβάκι ενός άλλου κοριτσιού που έπεσε νεκρό από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος και συνεχίζει το δρόμο της στους αιώνες μέχρι τη στιγμή που «θα πάρουν τα όνειρα εκδίκηση»…

Δώρα Μόσχου

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας