Τα αγροτικά μπλόκα κράτησαν σχεδόν 2 μήνες. Ήταν ένας αγώνας δίκαιος μαζικός μαχητικός, πλατιά ενωτικός, ο μεγαλύτερος των τελευταίων δεκαετιών ισάξιος με εκείνον του 1996.
Μετά από συγκεντρώσεις, συσκέψεις και συνελεύσεις κατά αγροτικό σύλλογο, ομοσπονδία και περιοχή, μήνες ολόκληρους διαμορφώθηκαν τα αιτήματα των αγροτών και κατατέθηκαν στην κυβέρνηση, διενεργήθηκαν εκτενείς διαπραγματεύσεις μαζί της για την ικανοποίηση τους. Ήταν μία συλλογική διαδικασία που αγκάλιασε το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού κόσμου της χώρας. Από πλευράς κυβέρνησης όμως βρήκαν οι αγρότες “τοίχο”. Κάποιες υποσχέσεις καμία ουσιαστική δέσμευση και λύσεις στα πιεστικά ζητήματα. Αυτό που έμενε ήταν η μεγάλη κινητοποίησή τους με τη γνωστή μορφή των μπλόκων σε εθνικές οδούς και υποδομές.
Οι αιτίες
Την τεράστια συσπείρωση αγωνιστικότητα και αποφασιστικότητα των αγροτών προκάλεσε η διόγκωση των προβλημάτων τους, ότι έχουν φτάσει σε πλήρες αδιέξοδο, το φάσμα της καταστροφής ακόμη και της εγκατάλειψης των καλλιεργειών και της γης τους είναι ορατό.
Το κόστος παραγωγής έχει εκτοξευτεί, οι τιμές των εφοδίων σταδιακά ανέβηκαν στα ύψη, οι διεθνείς τιμές των προϊόντων που παράγονται στη χώρα κατέρρευσαν, η ευλογιά στα αιγοπρόβατα έχει οδηγήσει στις σφαγή 500.000 ζώων. Σε πολλά προϊόντα το κόστος παραγωγής είναι σημαντικά υψηλότερο από τις τιμές που απολαμβάνουν οι παραγωγοί, οι αποθήκες είναι γεμάτες απούλητα προϊόντα λόγω των εξευτελιστικών τιμών, εκεί βρίσκεται η βασική αιτία που πυροδότησε τον αγώνα.
Το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ και όσα ακολούθησαν, οι αποκαλύψεις και οι πρακτικές που είδαν το φως της δημοσιότητας ήταν η αφορμή, το φυτίλι που οδήγησε στην ανάφλεξη σε συνδυασμό με τη χρόνια κυβερνητική αδιαφορία για τη γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά και οι αποκαλύψεις ότι το σκάνδαλο το γνώριζε η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή, το απέκρυψε και πιθανότατα το ευνόησε και το συγκάλυπτε. Εξάλλου δικοί της άνθρωποι στη συντριπτική πλειοψηφία λεηλάτησαν τα κονδύλια των επιδοτήσεων και έκαναν επιχειρήσεις, περιουσίες και μεγάλη ζωή, οργάνωναν και επέκτειναν την επιρροή της Νέας Δημοκρατίας σε διάφορες περιοχές της χώρας. Από το 2019 η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός γνώριζαν πλήρως τι συνέβαινε, ο Βορίδης, υπουργός γεωργίας, έδωσε το πράσινο φως και τα βοσκοτόπια αυξήθηκαν από 350.000 στρέμματα το 2018 σε 670.000 το 2019 και σε 1.570.000 στρέμματα το 2020 μόλις το δεύτερο χρόνο της παρουσίας τους στο υπουργείο. Το 2024 η κυβέρνηση είχε πλήρη γνώση των ευρημάτων της έρευνας που πραγματοποιούσε η ευρωπαία εισαγγελέας, ένα χρόνο πριν αυτή διαβιβαστεί στη βουλή. Έτσι πυροδοτήθηκε η έκρηξη της συσσωρευμένης οργής.
Η στάση της κυβέρνησης
Η συμπεριφορά της κυβέρνησης απέναντι στους αγρότες ήταν εντελώς αρνητική. Για μήνες στις συζητήσεις που διεξήγαγε μαζί τους δεν έδινε καμία απάντηση θετική, όλα τα εξέταζε και τα παρέπεμπε στο μέλλον. Με την έναρξη των αγροτικών αγώνων επικαλέστηκε δύο κυρίως παράγοντες που την εμπόδιζαν να δεχθεί τα αιτήματα τους και να πάρει μέτρα. Ο πρώτος είναι οι κανόνες που έχει θέσει η ΕΕ και η Κοινή Αγροτική Πολιτική και ο δεύτερος είναι τα δημοσιονομικά της χώρας, η ανύπαρκτη ή εντελώς περιορισμένη δημοσιονομική ευχέρεια. Θυμήθηκε τη χρεοκοπία της χώρας το 2010 και τη χρέωσε στις αλόγιστες δαπάνες και κυρίως στους αγρότες, ενώ η ίδια δήλωνε αποφασισμένη να κάνει μία συνετή την νοικοκυρεμένη διαχείριση. Όμως οι ευρωπαϊκοί κανόνες και τα εμπόδια στην ικανοποίηση των αναγκών των αγροτών αποκαλύπτουν ακριβώς το χαρακτήρα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και γενικότερα την πολιτική της ΕΕ. Αποκαλύπτουν ότι οι κανόνες αυτοί στέκουν εμπόδιο στην ικανοποίηση των αιτημάτων των αγροτών και τη στήριξη και αναβάθμιση της αγροτικής οικονομίας της χώρας. Η ΕΕ απαγορεύει τη λύση των αγροτικών προβλημάτων.
Τη δημοσιονομική πολιτική και τα περιθώρια της, πού κατευθύνονται εν τέλει τα κρατικά έσοδα και τα αιματηρά υπερπλεονάσματα που συγκεντρώνει το κράτος αποφασίζει το ίδιο που θα τα διαθέσει. Έχει αποφασίσει να αποπληρώνει χαμηλότοκα δάνεια της περιόδου του μνημονίων πριν τη λήξη τους, ώστε να μπορεί να δανείζεται η κυβέρνηση ευκολότερα μειώνοντας το χρέος και για να είναι η χώρα ελκυστική για επενδύσεις, που αφορούν την πώληση κατοικιών και ακινήτων που τροφοδοτούν τις τουριστικές ανάγκες, για την αγορά πανάκριβων οπλικών συστημάτων χρηματοδοτώντας τη βιομηχανία όπλων του Ισραήλ και της Γαλλίας, τους παλαιότερος και νέους συμμάχους της ελληνικής ολιγαρχίας. Δεν έδειξε καμία διάθεση όμως με κάποια από αυτά τα δισεκατομμύρια να ικανοποιήσει τουλάχιστον ένα μέρος των ζωτικών αναγκών των αγροτών.
Τελικά η κυβέρνηση “έξυσε τον πάτο του βαρελιού”, όπως ισχυρίζεται, και βρήκε κάτι για να δώσει και αυτό αφενός για να εκτονώσει σε κάποιο βαθμό την οργή των αγροτών και να επιβραβεύσει τα προσκείμενα σε αυτήν μικρά αγροτικά μπλόκα. Βρήκε έτσι την ευκαιρία να διασπάσει τους αγρότες δημιουργώντας σπείρωση αγροτών προσκείμενη σε αυτή και στήριγμα της πολιτική της εναντίον του κυρίου όγκου του αγωνιζόμενων αγροτών. Αυτή όπως αποδείχθηκε ήταν βασική επιδίωξη της.
Οι λίγες παροχές που πήραν οι αγρότες ήταν μία ανάσα που σχετίζεται μόνο με την αναπλήρωση ενός τμήματος του εισοδήματός τους και κάποια μικρή μείωση του κόστους παραγωγής. Το κύριο πρόβλημα της επιβίωσης τους και της ανάπτυξης αγροτικής οικονομίας τα μέτρα της καθόλου δεν άγγιξαν. Στο μεγάλο αυτό πρόβλημα δεν υπήρξε καμία απολύτως απάντηση. Παραπέμφθηκε μελλοντικά σε κάποια διακομματική επιτροπή της βουλής για να το μελετήσει. Πόσο όμως μπορούν να είναι οι αγρότες και ο ελληνικός λαός βέβαιοι ότι εκεί όλα θα αναλυθούν, θα βγουν τα σωστά συμπεράσματα και στη συνέχεια θα υποδειχθούν όλα τα αναγκαία μέτρα; Πείρα από διακομματικές επιτροπές της βουλής υπάρχει πλούσια. Κάθε κόμμα καταθέτει ξεχωριστά το πόρισμα του, διαφορετικό ή και αντίθετο από των άλλων κομμάτων, πράγμα εντελώς λογικό για τέτοιου χαρακτήρα προβλήματα που σχετίζεται με την ταξική ουσία της πολιτικής και των συμφερόντων που αντιπαρατίθενται και οι όποιες θετικές προτάσεις ουσιαστικά κλειδώνονται στο βαθύτερο σημείο των συρταριών της κυβέρνησης.
Το εύρος των μπλόκων από ταξική άποψη
Τα μπλόκα από κοινωνική και ταξική άποψη ήταν ανομοιόμορφα. Πρώτη φορά κινητοποιήθηκαν ευρύτερα από ταξική άποψη τμήματα των αγροτών, φτωχοί αγρότες, μεσαίοι, μεγαλύτεροι καλλιεργητές ακόμη και με μεγάλες καλλιέργειες και έδειξαν ένα πείσμα και μία μαχητικότητα πρωτοφανή απόδειξη ότι απειλείται η ίδια ύπαρξη τους, ότι συνειδητοποίησαν και συνειδητοποιούν τον κίνδυνο και σε σημαντικό βαθμό και τις αιτίες. Ενδεικτικό είναι ότι η συμφωνία ΕΕ – Mercosur δεν ήταν στα αρχικά αιτήματα και την ανέδειξαν ως αίτημα οι μεσαίοι και μεγαλύτεροι καλλιεργητές και συντηρητικοί άνθρωποι. Έτσι το μέτωπο αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται μεταξύ της μεγάλης πλειονότητας του αγροτικού κόσμου από τη μία πλευρά και από την άλλη τον μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, πρωτίστως των καθετοποιημένων, που αναπτύσσουν και άλλες δραστηριότητες, διαπλέκονται με το κράτος και τους κρατικούς πόρους, με την κυβέρνηση και την πολιτική της και την ΕΕ.
Η μεγάλη Συρρίκνωση του αγροτικού τομέα της οικονομίας και της αγροτιάς
Η αντιμετώπιση των εκρηκτικών προβλημάτων του αγροτικού κόσμου και της αγροτικής οικονομίας προϋποθέτει απαραίτητα την αντιμετώπιση των κύριων αιτιών που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ διέψευσε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την επιχειρηματολογία της τότε κυβέρνησης της ΝΔ και κάποιων δυνάμεων της αριστεράς ότι θα ανθίσει η αγροτική οικονομία της χώρας στην ΕΟΚ των 300 εκατομμυρίων καταναλωτών, θα αντιμετωπιστούν τα διαρθρωτικά της προβλήματα και έτσι θα ωφεληθούν τα μέγιστα οι αγρότες. Αντίθετα δικαιώθηκε το ΚΚΕ σε ολόκληρη την επιχειρηματολογία του και το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου άσχετα με το γεγονός ότι μόλις έγινε κυβέρνηση κυριολεκτικά τα «γύρισε» και η αγροτική πολιτική του οδήγησε στη μεγαλύτερη επιδείνωση των προβλημάτων. Ο αγροτικός τομέας της χώρας όπως ήταν αναμενόμενο δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των περισσότερων χωρών της ΕΕ με αποτέλεσμα η χώρα να πλημμυρίσει με πιο ανταγωνιστικά από τα ελληνικά προϊόντα και χρόνο το χρόνο η αγροτική οικονομία να συρρικνώνεται. Η Ελλάδα από εξαγωγική χώρα αγροτικών προϊόντων έγινε μέσα στην πρώτη κιόλας δεκαετία εισαγωγική. Η αγροτική παραγωγή μειωνόταν, οι επενδύσεις δημόσιες και ιδιωτικές επίσης, η παραγωγικότητα μειώθηκε, κλάδοι σημαντικοί υποχώρησαν με πιο ενδεικτική την υποχώρηση του παραγωγής βόειου κρέατος σε απόλυτη αναντιστοιχία με την αύξηση της ζήτησης. Οι προτιμησιακές συμφωνίες που συνήπτε τακτικά η ΕΕ με διάφορες χώρες για την εισαγωγή αγροτικών προϊόντων, συνήθως φθηνότερων και ιδιαίτερα ανταγωνιστικών απέναντι στα ελληνικά ήταν και είναι ένα επιπλέον πρόβλημα.
Χαρακτηριστική πρόσφατη τέτοια συμφωνία είναι η συμφωνία ΕΕ- Mercosur που οι αγρότες ζήτησαν από την κυβέρνηση να μην την υπογράψει. Είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική των συμφερόντων που η Ευρωπαϊκή Ένωση εξυπηρετεί και ποια κοινωνικά στρώματα οδηγεί στην καταστροφή. Λειτουργεί υπέρ των πολυεθνικών και γενικά υπέρ των συμφερόντων των κυρίαρχων χωρών του ιμπεριαλιστικού πυρήνα. Προβλέπει την κατάργηση ή τη μείωση του 93% των υπαρχόντων δασμών. Έτσι η ΕΕ θα κατακλυστεί από φθηνά και αμφίβολης ποιότητας γεωργικά προϊόντα με αποτέλεσμα ο γεωργικός τομέας κυρίως των νότιων χωρών να δεχθεί μεγάλο πλήγμα. Σημαντικά ελληνικά προϊόντα και οι αντίστοιχες καλλιέργειες δεν θα αντέξουν με κίνδυνο να καταστραφούν. Το επιχείρημα των Βρυξελλών είναι ότι αγρότες είναι μόνο το 3% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και αντίθετα στη βιομηχανία απασχολείται το 24% σαν να πρόκειται να ικανοποιηθούν τα συμφέροντα της μεγαλύτερες μερίδας του λαού και όχι το συμφέρον των πολυεθνικών. Όμως στην Ελλάδα οι αγρότες καλύπτουν το 9% της απασχόλησης και το 40% της ελληνικής μεταποίησης σχετίζεται με τα τρόφιμα. Είναι σαφές ότι η μείωση των δασμών υπαγορεύεται από τις βιομηχανικές χώρες του βορρά και κυρίως τη Γερμανία και τις Σκανδιναβικές χώρες και όσες χώρες εξάγουν στην Mercosur, ωφελούνται δηλαδή οι μεγαλοβιομήχανοι και πλήττονται οι αγρότες και περισσότερο οι πλέον αδύναμοι και συνολικά η αγροτική οικονομία. Αυτή τη συμφωνία υπέγραψε κατά τη διάρκεια των αγροτικό μπλόκων η κυβέρνηση της ΝΔ. Τα υπόλοιπα κοινοβουλευτικά κόμματα για την αποφυγή ευθυνών διαφώνησαν και όχι επειδή διαφωνούν ουσιαστικά.
Δεύτερος παράγοντας που επηρέασε αρνητικά την αγροτική οικονομία ήταν η κυβερνητική πολιτική διαχρονικά και οι επιλογές της. Ουσιαστικά η αγροτική πολιτική των κυβερνήσεων και ιδίως το περιεχόμενο του υπουργείου γεωργίας μπορεί να αποδοθεί ως κατανομή και διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων, αντιπαραγωγική και με μεγάλες εστίες διαφθοράς με στόχο την αύξηση της πολιτικής επιρροής κομμάτων και κυβερνήσεων χωρίς σχέδιο που να παίρνει υπόψη τις διατροφικές ανάγκες του λαού και τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, τη στήριξη της μικρής παραγωγής και των παραγωγών, την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών προβλημάτων και τον εκσυγχρονισμό της, αντίθετα τις εξελίξεις διαμόρφωναν τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Οι μεγάλοι στόχοι που έθεταν οι κυβερνήσεις και οι «επιτυχίες» τους ήταν “η Ελλάδα να αναδειχθεί σε συγκοινωνιακό κόμβο”, ύστερα σε “πρωτοπόρα στην απανθρακοποίηση και ενεργειακή μετάβαση” σε βάρος της γεωργίας και της τροφής και εντελώς πρόσφατα ανακηρύχθηκε η χώρα “ενεργειακός κόμβος” για τη μεσόγειο και την ανατολική και κεντρική Ευρώπη. Είναι η έκφραση των συμφερόντων των κυρίαρχων ημερίδων του ελληνικού κεφαλαίου που ορίζουν την πορεία της χώρας, η έκφραση του εμπορομεσιτικού χαρακτήρα και του παρασιτισμού τους και της υποβάθμισης των παραγωγικών δυνατοτήτων της βιομηχανίας και κυρίως της αγροτικής οικονομίας.
Καθρέφτης όλων αυτών είναι η περιβόητη ψαλίδα των τιμών από το χωράφι στο ράφι. Το κόστος παραγωγής εκτινάσσεται από τις αυξήσεις που επιβάλλουν οι έμποροι των αγροτικών εφοδίων, φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων, μηχανημάτων, ενέργειας, η μεταποίηση και οι ενδιάμεσοι με αποτέλεσμα η ψαλίδα των τιμών να φτάνει το 1 προς 4 και 1 προς 5 ακόμα. Με αποτέλεσμα τη συντριβή του παραγωγού και το γονάτισμα του καταναλωτή από την ακρίβεια. Πρόσθετος λόγος είναι οι ελληνοποιήσεις αλλοδαπών προϊόντων εντελώς ανεξέλεγκτα με πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα τη μεγάλη αύξηση της ποσότητας του γάλακτος που καταναλώνεται και μεταποιείται στη χώρα τη στιγμή που έχουν θανατωθεί 500.000 αιγοπρόβατα.







