Ιμπεριαλιστική εξάρτηση, ανταγωνισμοί και ο κίνδυνος του πολέμου
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από την κρίση των Ιμίων, όταν Ελλάδα και Τουρκία βρέθηκαν στα πρόθυρα πολεμικής σύγκρουσης. Ένα θερμό επεισόδιο που παρουσιάστηκε ως εθνική κρίση, αλλά στην πραγματικότητα αποκάλυψε με τον πιο ωμό τρόπο τον χαρακτήρα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας και τη λειτουργία της ως προκεχωρημένου φυλακίου των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τον Γενάρη του 1996, με τις στρατιωτικές δυνάμεις των δύο χωρών παρατεταγμένες και «το δάχτυλο στη σκανδάλη», ο πόλεμος αποφεύχθηκε όχι από κάποια φιλειρηνική διάθεση των αστικών τάξεων, αλλά μετά από άμεση παρέμβαση των ΗΠΑ. Το τίμημα ήταν βαρύ: τρεις αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού νεκροί, και μια ιστορική δήλωση πολιτικής υποτέλειας από τον τότε πρωθυπουργό, ο οποίος ευχαρίστησε δημόσια την αμερικανική κυβέρνηση από το βήμα της Βουλής. Ήταν μια στιγμή που συμπύκνωσε τον πραγματικό συσχετισμό: ούτε εθνική κυριαρχία, ούτε «ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική», αλλά πλήρης πρόσδεση στο δυτικό ιμπεριαλισμό.
Η κρίση των Ιμίων δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Προηγήθηκαν οι εντάσεις του 1976 και του 1987 γύρω από τις έρευνες του τουρκικού σκάφους Σισμίκ/Χόρα. Και τότε, όπως και το 1996, το πραγματικό επίδικο δεν ήταν βραχονησίδες ή «σημαίες», αλλά ο έλεγχος θαλάσσιων ζωνών, ενεργειακών δρόμων και η μελλοντική εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στο πλαίσιο των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σύγκρουση Ελλάδας-Τουρκίας διεξάγεται μέσα σε ένα πλαίσιο όπου το λεγόμενο «Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας» λειτουργεί ως εργαλείο των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Πρόκειται για ένα νομικό πλαίσιο σκόπιμα ασαφές, που ερμηνεύεται κατά το δοκούν από τις αστικές τάξεις, ανάλογα με τα συμφέροντά τους και τις συμμαχίες τους. Η ελληνική αστική τάξη προβάλλει το «δικαίωμα επέκτασης στα 12 μίλια», διεκδικεί πλήρη επήρεια ΑΟΖ για όλα τα νησιά, συμπεριλαμβανομένου του Καστελόριζου και, σε συνδυασμό με τις συμφωνίες με Κύπρο, Αίγυπτο και Ισραήλ, επιδιώκει τον στρατηγικό αποκλεισμό της Τουρκίας από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ταυτόχρονα, υπερασπίζεται το παγκόσμιο παράδοξο του εναέριου χώρου των 10 μιλίων, πέραν των 6 μιλίων των χωρικών υδάτων.
Από την άλλη πλευρά, η τουρκική αστική τάξη αρνείται οποιαδήποτε επήρεια των ελληνικών νησιών σε ΑΟΖ, διεκδικεί το μισό Αιγαίο και μεγάλα τμήματα της Ανατολικής Μεσογείου, προβάλλοντας τη «Γαλάζια Πατρίδα» και απειλώντας διαρκώς με casus belli. Και οι δύο πλευρές δημοσιεύουν χάρτες, «κόκκινες γραμμές» και εθνικά αφηγήματα, προσπαθώντας να πείσουν τους λαούς ότι πρόκειται για ζήτημα «δικαίου» και «εθνικής επιβίωσης».
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν άδικο, επιθετικό και επικίνδυνο ανταγωνισμό ανάμεσα σε αστικές τάξεις, πλήρως ενταγμένο στον ιμπεριαλιστικό καταμερισμό ισχύος. Έναν ανταγωνισμό που δεν έχει καμία σχέση με τα συμφέροντα των εργαζομένων, αλλά διεξάγεται στις πλάτες τους, προς όφελος του κεφαλαίου και των πολυεθνικών της ενέργειας, με βαριές συνέπειες για το περιβάλλον και την ειρήνη.
Τριάντα χρόνια μετά τα Ίμια, ο ανταγωνισμός αυτός βαθαίνει και διαπλέκεται με το γενικευμένο πολεμικό σκηνικό. Η Ελλάδα, ως εξαρτημένος κρίκος του δυτικού ιμπεριαλιστικού συστήματος, έχει μετατραπεί σε βασικό ορμητήριο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ, με βάσεις, εξοπλισμούς και στρατηγική συμμαχία με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, μια στρατηγική που οικοδομήθηκε διακομματικά και βαθαίνει μέχρι σήμερα. Στο όνομα της «γεωπολιτικής αναβάθμισης», η ελληνική αστική τάξη επιλέγει να προσφέρει πιστή υπηρεσία στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ώστε να ανταμειφθεί, οικονομικά, πολιτικά, γεωστρατηγικά.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία παρεμβαίνει στρατιωτικά στη Συρία, καταπιέζει τον κουρδικό λαό και αξιοποιεί τον ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης για να παζαρεύει με ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και Ρωσία. Και οι δύο χώρες αυξάνουν δραματικά τις στρατιωτικές δαπάνες, ενώ οι λαοί πληρώνουν με φτώχεια, ακρίβεια και περικοπές κοινωνικών δαπανών.
Στη χώρα μας καλλιεργείται επί δεκαετίες η αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι αμυνόμενη, ενώ η Τουρκία είναι ο αποκλειστικός επιθετικός παράγοντας. Όμως οι πρόσφατες εξελίξεις, όπως η μετονομασία της ΑΣΔΕΝ σε Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου και οι δηλώσεις για «προληπτικά χτυπήματα στρατηγικού βάθους», δείχνουν ότι η κλιμάκωση δεν είναι μονομερής. Τα «πανηγύρια» για φρεγάτες και εξοπλισμούς είναι το άλλο πρόσωπο της ίδιας πολιτικής που αφήνει τους εργαζόμενους να μετράνε τα ευρώ για να βγει ο μήνας, σύγχρονοι σκλάβοι σε εργασιακό μεσαίωνα.
Η εργατική τάξη, οι βιοπαλαιστές της πόλης και της υπαίθρου, η νεολαία, δεν μπορούν να μιλάνε με τη γλώσσα των «εθνικών δικαίων». Μιλάνε με τη γλώσσα της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της διεθνιστικής αλληλεγγύης και της πάλης ενάντια στην ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Η αποτροπή του πολέμου δεν μπορεί να έρθει από κυβερνήσεις υποταγμένες σε ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ, ούτε από αστικές τάξεις που ανταγωνίζονται για κέρδη και σφαίρες επιρροής. Μπορεί να γίνει υπόθεση των εργατικών και λαϊκών κινημάτων στην Ελλάδα και την Τουρκία, σε αντιμονοπωλιακή – αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση.
Όχι στον πόλεμο και τον εθνικισμό.
Όχι στα φέρετρα για τα κέρδη του κεφαλαίου.
Έξοδος από ΝΑΤΟ και ΕΕ – καμία εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς.







