Στις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Φεβρουαρίου 1945 υπογράφηκε στη Βάρκιζα η συμφωνία ανάμεσα στο ΕΑΜ και την κυβέρνηση των Αθηνών. Μια συμφωνία που παρουσιάστηκε τότε ως βήμα προς την «ομαλότητα», αλλά στην πράξη άνοιξε τον δρόμο για έναν από τους πιο σκοτεινούς κύκλους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Ο ΕΛΑΣ υποχρεώθηκε να παραδώσει τα όπλα. Για χιλιάδες αντάρτες, αυτή η στιγμή δεν ήταν απλώς μια τυπική στρατιωτική διαδικασία. Ήταν ένας βαθύς προσωπικός και συλλογικός σπαραγμός. Το όπλο δεν αποτελούσε απλό εργαλείο μάχης· ήταν σύμβολο αντίστασης, αξιοπρέπειας και ελπίδας. Με αυτό πολέμησαν τον κατακτητή, με αυτό υπερασπίστηκαν τα χωριά και τις πόλεις τους, με αυτό οραματίστηκαν μια άλλη Ελλάδα.
Εκείνες τις ημέρες, ακόμη και στελέχη του ΕΑΜικού κινήματος εξέφραζαν δημόσια τον πόνο και την αγωνία για τον αφοπλισμό, προσπαθώντας ταυτόχρονα να κρατήσουν ζωντανή την πίστη ότι ο αγώνας απλώς αλλάζει μορφή και περνά στο πολιτικό πεδίο. Οι μαχητές καλούνταν να αφήσουν τα όπλα, αλλά όχι τις αξίες τους. Παρουσιάζονταν ως η ζωντανή παρακαταθήκη του λαού, ως δύναμη αναγέννησης για το μέλλον.
Όμως η πραγματικότητα που ακολούθησε διέψευσε γρήγορα αυτές τις προσδοκίες.
Η μεταβαρκιζιανή περίοδος σημαδεύτηκε από μαζικές διώξεις, φυλακίσεις, βασανισμούς και δολοφονίες αγωνιστών. Αντί για συμφιλίωση, εγκαθιδρύθηκε ένα καθεστώς ωμής τρομοκρατίας. Οι δυνάμεις που είχαν συνεργαστεί ή ανεχτεί την κατοχή βρέθηκαν συχνά στο απυρόβλητο, ενώ όσοι πρωτοστάτησαν στην Αντίσταση αντιμετωπίστηκαν ως «εσωτερικός εχθρός».
Χαρακτηριστικό της εποχής ήταν το δηλητηριώδες κλίμα μίσους που καλλιεργήθηκε συστηματικά. Πολιτικοί και πρώην αρχηγοί ένοπλων αντικομμουνιστικών σχηματισμών εξαπέλυαν δημόσιες απειλές, απαιτώντας εκδίκηση και καταγγέλλοντας ακόμη και στοιχειώδη μέτρα αποσυμφόρησης των φυλακών ως «έγκλημα κατά του έθνους». Η ρητορική αυτή δεν έμεινε στα λόγια: νομιμοποίησε την αγριότητα που ακολούθησε.
Καμία «γραμμή κατευνασμού» δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Αντίθετα, επιβλήθηκε πολιτικός αποκλεισμός και ρατσισμός για δεκαετίες, οδηγώντας τελικά στον εμφύλιο πόλεμο και στις τραγικές του συνέπειες.
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω, γίνεται σαφές ότι τα δάκρυα των ανταρτών τη στιγμή της παράδοσης των όπλων δεν αφορούσαν μόνο εκείνη τη μέρα. Ήταν προμήνυμα για όσα θα ακολουθούσαν. Ήταν η σιωπηλή επίγνωση πως μαζί με τον αφοπλισμό άνοιγε ο δρόμος για μια βαριά ιστορική ήττα του λαϊκού κινήματος, με κόστος που θα πλήρωνε ολόκληρη η κοινωνία.







