Σήμερα ήρθαν στο φως ανέκδοτες φωτογραφίες, κρυμμένες για ογδόντα και πλέον χρόνια.
Όχι σαν απλά στιγμιότυπα.
Σαν ζωντανές μαρτυρίες.
Φορούσαν ευτελή ρούχα, ρετάλια σχεδόν. Ρούχα φτωχά, ταλαιπωρημένα από φυλακές και εξορίες. Κι όμως, μέσα σε αυτά τα κουρέλια στεκόταν μια ανιδιοτέλεια και μια παρρησία που τους έκανε γίγαντες. Τους μεγάλωνε η πίστη τους στον άνθρωπο και την κοινωνική απελευθέρωση. Οι κομμουνιστές της εποχής ήταν τιτάνες, όχι γιατί δεν φοβήθηκαν, αλλά γιατί ξεπέρασαν τον φόβο και τον αντιμετώπισαν με περιφρόνηση, γιατί η εποχή επέβαλε να γίνουν τιτάνες…
Και ίσως αυτό που συγκλονίζει περισσότερο είναι η αίσθηση της συνέχειας. Εκείνη η στιγμή δεν έμεινε παγωμένη στο 1944. Κυλά μέσα στον χρόνο, φτάνει ως εμάς, μας αγγίζει. Κάθε γενιά καλείται να σταθεί απέναντι στο ύψος που επιτάσσει η ιστορία και η ανάγκη της να τρέξει μπροστά. Οι εκτελεσμένοι της Καισαριανής δεν είναι απλώς μορφές ενός μακρινού παρελθόντος, είναι φάρος και παράδειγμα, είναι πήχης, χρέος και υπόσχεση, άσβεστο κίνητρο για αποφασιστικότητα, ετοιμότητα σε κάθε δοκιμασία. Στο κάλεσμα της ιστορίας για τον σοσιαλισμό θα ξαναγεννηθούν οι νέοι μας τιτάνες.
Αυτοί οι άνθρωποι ήταν κομμουνιστές.
Σήκωναν τη γροθιά γνωρίζοντας πως δεν θα ξαναδούν ποτέ τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ποτέ.
Αυτοί οι άνθρωποι αρνήθηκαν να σκύψουν το κεφάλι.
Ήταν κομμουνιστές και πέθαναν σαν κομμουνιστές.
Ήταν κομμουνιστές και έτσι έμειναν στην Ιστορία:
αλύγιστοι, αδούλωτοι, περήφανοι.
Το δείχνει πρώτος – πρώτος ανάμεσα σε ίσους – ο γραμματέας της ΟΚΝΕ
και στέλεχος του ΚΚΕ, ο Ναπολέων Σουκατζίδης.
Στις 7.30 το πρωί στήνουν χορό.
«Ελάτε παιδιά να χορέψομε, να δουν οι Γερμανοί πώς πεθαίνουν οι Έλληνες», λέει.
Λίγο νωρίτερα, στο προσκλητήριο, ο Γερμανός διοικητής του δίνει τη δυνατότητα να σωθεί.
Κι εκείνος απαντά:
«Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή μόνο με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή».
Δεν έμεινε κενή.
Ακολούθησε ο Εθνικός Ύμνος.
Λίγο μετά τις 9, τους φορτώνουν στα καμιόνια.
Προορισμός: το Σκοπευτήριο Καισαριανής.
Στο κόκκινο λάβαρο πάντα πιστοί.
Για τον λαό και τη λευτεριά από όλα τα δεσμά.
Δεν πήγαν σαν μελλοθάνατοι.
Πήγαν σαν μαχητές.
Με τραγούδι, με αξιοπρέπεια, με υψωμένη γροθιά.
Δεν είναι «παρελθόν».
Είναι παρακαταθήκη.
Είναι μέτρο σύγκρισης.
Είναι χρέος.
ΑΘΑΝΑΤΟΙ













