Ηδη γράφτηκαν πολλά, πάρα πολλά. Ίσως και να έχουν ήδη ειπωθεί όλα όσα πρέπει να ειπωθούν. Όμως, δεν μπορούμε να μείνουμε σιωπηλοί μπροστά στη ρωγμή που άνοιξε στο χρόνο και στο φως που ξεχύθηκε από μέσα, άγριο, ανελέητο, αποκαλυπτικό. Τα γνωρίζαμε από μαρτυρίες, από αφηγήσεις, από λογοτεχνήματα, από το αριστούργημα του Π. Βούλγαρη (που τόσο κοντά αποδείχτηκε στην απεικόνιση της αλήθειας). Η γράφουσα πρωτάκουσε από τον πατέρα της, που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, την αφήγηση ότι το αίμα τους έρρεε από τα καμιόνια και η οδός Φιλολάου που ενώνει την Καισαριανή με το Παγκράτι είχε μετατραπεί σε ποτάμι…
Οι 200 κομμουνιστές ήρωες που εκτελέστηκαν από τους ναζί κατακτητές την Πρωτομαγιά του 1944 στη «ματωμένη καρδιά της Ελλάδας», στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, ήταν πάντα δικοί μας άνθρωποι. Ανήκουμε – και επαιρόμαστε γι` αυτό – σ` εκείνους τους τυχερούς που έπεσε πάνω στους ώμους μας βαριά η κληρονομιά τους – εννοείται σε συνθήκες που δεν έχουν καμμιά σχέση μ` αυτές που οι ίδιοι βίωσαν. Μουδιάσαμε με τη γνώση του επικείμενου θανάτου τους. Διονυσιαστήκαμε μαζί τους στο περίφημο προθανάτιο γλέντι (ιστορία αληθέστατη, όπως έχει καταγραφεί από το γιατρό του στρατοπέδου Χαϊδαρίου Αντώνη Φλούντζη και από το συγκρατούμενό τους πεζογράφο Θέμο Κορνάρο). Είναι πέρα από κάθε συναίσθημα αυτό που νιώσαμε με την περήφανη απάντηση του Ναπολέοντα Σουκατζίδη στο διοικητή Φίσερ. Συντονίσαμε τα βήματά μας και τις ανάσες μας με τις δικές τους στα τελευταία τους βήματα. Σηκώσαμε μαζί τις γροθιές μας και τραγουδήσαμε μαζί τους τον Ύμνο και τη Διεθνή, την εθνική και την κοινωνική ελευθερία.
Κι έπειτα, μαζί με τις γυναίκες του συνοικισμού, τις προσφυγίνες που βλέπανε για δεύτερη φορά τη φρίκη του πολέμου να διαλύει τη ζωή τους, προσκυνήσαμε το αίμα τους και ανάψαμε κεράκια στη μνήμη τους. Και το βίωμα μετατράπηκε σε ιδεολογία και, όσο μπορεί ο καθένας μας κι όσο οι συνθήκες κάθε φορά το επιτάσσουν, προσπαθούμε να κάνουμε την ιδεολογία πράξη.
Κι έπειτα το ξαφνικό φως που εισέβαλε μέσα από τις οθόνες μας στις ψυχές μας, τους ζωντάνεψε. Τους έδωσε υπόσταση και πρόσωπο. Πολλών από αυτούς είχαμε δει ήδη τις φωτογραφίες: ο Ναπολέων με τη στολή του φαντάρου, ή ανάμεσα στους ακροναυπλιώτες συντρόφους του. Ο κρητίκαρος γεωπόνος Νίκος Μαριακάκης, μυστακοφόρος, ξανθός, πανέμορφος. Και άλλοι πολλοί, σε άψυχες φωτογραφίες ταυτότητας της εποχής. Οι φωτογραφίες που ήρθαν στην επιφάνεια μετά από 82 χρόνια, τους έδωσαν το μέσα τους πρόσωπο: και ήταν όπως ακριβώς τους περιμέναμε. Ευθυτενείς, αλύγιστοι, χαμογελαστοί, με το χέρι υψωμένο σε γροθιά, πατώντας το θάνατο με το θάνατό τους.
«Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με το αίμα μας και με την καρδιά μας», θα πει, 8 χρόνια αργότερα, μπροστά στους στρατοδίκες του, ο κομμουνιστής εθνικός και λαϊκός ήρωας Νίκος Μπελογιάννης. Και αυτά τα κορμιά, τεντωμένα σαν τόξα μπροστά στο απόσπασμα, αυτά τα ήρεμα, σχεδόν χαμογελαστά πρόσωπα, αυτές οι χαλαρές κινήσεις του κορμού και των χεριών στην πορεία προς το θάνατο, έρχονται να επιβεβαιώσουν για μιαν ακόμη φορά τα λόγια του.
Και όμως, υπήρξαν κάποιοι που δε δάκρυσαν, δε λύγισαν μπροστά σ` αυτό το μεγαλείο: στη ζούγκλα του διαδικτύου, ξεχύθηκαν τα κακόφημα τρολ, οι επίγονοι των μαυραγοριτών, των δοσιλόγων, των απόντων από την αντίσταση, από την όποια αντίσταση, για να πετάξουν τα βοθρολύματα της συνείδησής τους προσπαθώντας να σπιλώσουν αυτό που δε σπιλώνεται: τον πατριωτισμό των κομμουνιστών. Κι από πίσω, ένα «φτωχό, αδαές, πλήθος» να χειροκροτεί…
Θα το επαναλάβουμε για πολλοστή ίσως φορά, με την αφορμή που μας έδωσε η ανακάλυψη των συγκεκριμένων φωτογραφιών: ο πατριωτισμός των κομμουνιστών είναι βαθύς, πλατύς και ουσιαστικός. Είναι – να μη φοβηθούμε τη λέξη – ταξικός πατριωτισμός. Ο «πατριωτισμός» της άρχουσας τάξης συνίσταται στην υπεράσπιση του χώρου ανάπτυξης των επιχειρηματικών της συμφερόντων – και όταν αυτά δεν απειλούνται, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνεργαστεί με τον καταχτητή, τον επικυρίαρχο, τον ιμπεριαλιστή. Ο «πατριωτισμός» της άρχουσας τάξης συνίσταται στην επίκληση της αρχαίας δόξας – κανένα πρόβλημα δεν έχει ωστόσο να ξεπουλήσει μνημεία και κειμήλια για το κέρδος. Στηρίζεται στη θεώρηση του ελληνικού έθνους ως περιούσιου – κανένα πρόβλημα όμως δεν έχει να καταδικάζει την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα στην ανέχεια και να την εγκαλεί για «τεμπελιά», «ανευθυνότητα», «λαϊκισμό».
Η αστική τάξη, μαζί με τους συμμάχους της, ήταν αυτή που έσυρε την πατρίδα στο μικρασιατικό πόλεμο και στον όλεθρο της Σμύρνης. Η αστική τάξη, οι μηχανισμοί της, τα πολιτικά της μορφώματα ήταν αυτή που εγκατέλειψε το λαό στην τύχη του το σκληρό Απρίλη του `41, που φόρτωσε τα τιμαλφή της στα καράβια κι έφυγε για τη Μέση Ανατολή. Άφησε βέβαια πίσω της την αφρόκρεμά της: μαυραγορίτες, λαδέμποροι, κουκουλοφόροι, ταγματασφαλήτες… Α, και βέβαια, πριν φύγει, δεν ξέχασε να παραδώσει με πρωτόκολλο τους κρατούμενους από το καθεστώς Μεταξά κομμουνιστές στον κατακτητή. Τους ίδιους αυτούς που είχαν ζητήσει να απελευθερωθούν για να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν και που αποτέλεσαν αργότερα τη δεξαμενή από την οποία αντλούσαν τα στρατεύματα κατοχής το «υλικό» των αντιποίνων τους…
Η αστική τάξη της Ελλάδας θεωρεί πατριωτισμό το να απευθύνεται στο Βαν Φλητ με τη φράση «στρατηγέ μου, ιδού ο στρατός σας». Θεωρεί πατριωτισμό να υπονομεύει για 100 χρόνια τον εθνικό πλούτο της χώρας, να παραδίδει το χάρτη της Ελλάδας σ` ένα αρχιλαμόγιο αμερικάνο γερουσιαστή και να του λέει ότι παραδίδει τη χώρα «σε καλά χέρια». Να πνίγει μωρά στο Αιγαίο και να στέλνει στρατεύματα στη Γάζα, ενάντια στον ηρωικό παλαιστινιακό λαό…
Είναι η αλήθεια ότι με αυτόν τον «πατριωτισμό» οι κομμουνιστές δεν έχουν καμμία σχέση. Το είπα και πριν, ο πατριωτισμός των κομμουνιστών είναι ταξικός και λαϊκός. Πατρίδα μας είναι «οι πεζούλες και τα καλύβια μας». Είναι ο ελλαδικός χώρος, ζυμωμένος με αίμα και δίκαιους αγώνες, εθνικοαπελευθερωτικούς και κοινωνικούς. Είναι ο λαός μας, οι ανάγκες του, οι μνήμες αλλά και το μέλλον του. Γι` αυτό το λόγο, ιστορικά, δεν δίστασαν να βρεθούν απέναντι σε κεντρικές επιλογές της άρχουσας τάξης και να πληρώσουν το τίμημα γι` αυτό, με τρανό παράδειγμα τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Και όταν ήρθε η μεγάλη ώρα της επίθεσης της φασιστικής Ιταλίας απέναντι στη χώρα μας, το ιστορικό γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη έδωσε την κατεύθυνση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το ΕΑΜ και η εποποιία της Αντίστασης. Ναι, από την πρώτη στιγμή του πολέμου, οι Έλληνες κομμουνιστές πολέμησαν το φασίστα καταχτητή. Δραπέτευσαν από φυλακές και εξορίες για να πάνε να πολεμήσουν στην Κρήτη. Κι επειδή πολλά λέγονται από τρολ, προβοκάτορες και αδαείς, ότι το ΚΚΕ μπήκε στην Αντίσταση από τη στιγμή και μόνο που δέχτηκε η Σοβιετική Ένωση την επίθεση των χιτλερικών (Ιούνιος 1941), να υπενθυμίσουμε ότι: το γράμμα του Ζαχαριάδη έχει ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1940‧ η μάχη της Κρήτης έγινε το Μάϊο του `41‧ η Εθνική Αλληλεγγύη ιδρύθηκε επίσης το Μάϊο του `41‧ μέσα στον ίδιο μήνα τέλος, δημιουργήθηκαν, με απόφαση των κομματικών οργανώσεων, ένοπλες ομάδες σε όλη την Ελλάδα που, μάλιστα, έφεραν ονόματα αγωνιστών του `21.
Το ΚΚΕ υπήρξε το μυαλό, η ραχοκοκαλιά και ο αιμοδότης της Εθνικής Αντίστασης. Αλλά και μετά από «αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε απελευθέρωση» και πάλι το ΚΚΕ έκανε το πατριωτικό, αλλά και ταξικό και διεθνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό του καθήκον, με την αντίστασή του απέναντι στο βρετανικό ιμπεριαλισμό και τη ντόπια αστική τάξη, με το μεγαλειώδη αγώνα του ΔΣΕ, με τη μεταγενέστερη πάλη του ενάντια στην αμερικανοκρατία και την εξάρτηση.
Ο πατριωτισμός των κομμουνιστών στηρίζει την πραγματική ανεξαρτησία της χώρας και την ευζωία της εργατικής τάξης. Στηρίζει τους λαϊκούς αγώνες για τα μικρά και για τα μεγάλα, από τα απλά οικονομικά αιτήματα μέχρι και την πάλη για το σοσιαλισμό.
Ο πατριωτισμός των κομμουνιστών είναι στενά και άρρηκτα δεμένος με το διεθνισμό τους: «θέλουμε ελεύθερη εμείς πατρίδα – και πανανθρώπινη τη λευτεριά», τραγουδούσαν οι αντάρτες μας στα βουνά της Ελλάδας. Οι κομμουνιστές είναι στο πλάϊ κάθε λαού που αγωνίζεται για την εθνική και κοινωνική του ελευθερία.
Αυτός ο πατριωτισμός, ο βαθιά ταξικός, ο διεθνιστικός, ο άδολος είναι που αντανακλάται στα πρόσωπα των μελλοθάνατων της Καισαριανής, στην ύψιστη, κατά την ταπεινή γνώμη της γράφουσας, θυσία της ελληνικής ιστορίας. Αυτός ο πατριωτισμός που συνδέεται στενά με την ελπίδα για ένα δικαιότερο κόσμο, ένα κόσμο σοσιαλιστικό.
Πολλοί χαιρέτησαν τα περήφανα αυτά πρόσωπα με στίχους του Βάρναλη, του Ρίτσου, του Βασίλη Ρώτα. Ας επιτραπεί στην ταπεινότητά μου να τους χαιρετίσω με τους στίχους του γεννήτορα της ελληνικής ποίησης, που με τον Ύμνο του στα χείλη πορεύτηκαν στην αθανασία. Με τους στίχους εκείνου που οι ισοβίτες και μελλοθάνατοι των φυλακών στην Κέρκυρα έκαναν έρανο για να ανοικοδομηθεί το βομβαρδισμένο από τους ναζί σπίτι του. Διότι, όπως η εργατική τάξη θα λύσει οριστικά όλες τις προηγούμενες ταξικές αντιθέσεις προς όφελος του Ανθρώπου, έτσι και όσοι θυσιάστηκαν γι` αυτήν συμπυκνώνουν, στα πρόσωπά τους, τους αγώνες, τις «Μεγάλες Ουσίες», του λαού μας και όλων των λαών, για το χθες, για το σήμερα και για πάντα. Διονύσιε Σολωμέ, σε σε κράζω:
«(…) οι ήρωες είναι ενωμένοι και μέσα τους λόγια λένε
Για την αιωνιότητα που μόλις τα χωράει‧
Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ` οι στοχασμοί τους‧
Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.
Αγάπη κι έρωτας καλού τα στήθεια τους τινάζουν.
Τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν‧
Γλυκειά κι ελεύθερ` η ψυχή σα να `τανε βγαλμένη,
Κι ύψωναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη».
(Διονυσίου Σολωμού, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β`0
Δώρα Μόσχου







