Σε μια εποχή όπου προβάλλεται ως «πρόοδος» η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση της εκπαίδευσης από ψηφιακά μέσα, η επιστημονική έρευνα επιβεβαιώνει κάτι που έχει βαθύτερη σημασία: Η γνώση δεν μεταφέρεται μηχανικά, αλλά κατακτιέται μέσα από ενεργητική, υλική διαδικασία. Μελέτες που παρουσιάστηκαν δείχνουν ότι η γραφή με το χέρι αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την απομνημόνευση και την ουσιαστική μάθηση, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες.
Οι επιστήμονες που κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα μαθητών διαπίστωσαν ότι όταν γράφουν με το χέρι ενεργοποιείται ένα ευρύτερο δίκτυο περιοχών του εγκεφάλου: περιοχές που σχετίζονται με την κίνηση, την όραση, την αισθητηριακή επεξεργασία και τη μνήμη. Δηλαδή, η γνώση δεν είναι απλή αποθήκευση πληροφορίας, αλλά αποτέλεσμα μιας σύνθετης λειτουργίας όπου ο άνθρωπος δρα πάνω στην πληροφορία, την επεξεργάζεται και τη μετασχηματίζει.
Αντίθετα, η λήψη σημειώσεων σε υπολογιστή συχνά οδηγεί σε μια πιο παθητική διαδικασία. Παλαιότερη έρευνα είχε δείξει ότι πολλοί φοιτητές και μαθητές καταγράφουν λέξη προς λέξη όσα ακούν, χωρίς ουσιαστική επεξεργασία. Η πληροφορία περνά σχεδόν αυτούσια από την ακρόαση στην πληκτρολόγηση, χωρίς να γίνεται κτήμα του μαθητή.
Η χειρόγραφη γραφή, αντίθετα, επιβάλλει επιλογή και σκέψη. Ο μαθητής δεν μπορεί να γράψει τα πάντα, αναγκάζεται να ξεχωρίσει τα βασικά, να τα συμπυκνώσει, να τα συνδέσει με όσα ήδη γνωρίζει. Αυτή ακριβώς η ενεργητική διαδικασία είναι που ενισχύει τη μνήμη και την κατανόηση.
Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν το δούμε μέσα από μια πιο συνολική αντίληψη για τη γνώση. Η μάθηση δεν είναι ουδέτερη τεχνική διαδικασία ούτε απλή μεταφορά δεδομένων, όπως συχνά παρουσιάζεται στο σύγχρονο ψηφιακό αφήγημα. Η γνώση συγκροτείται μέσα από την πράξη, τη δραστηριότητα του ανθρώπου πάνω στον κόσμο, κάτι που επιβεβαιώνεται ακόμη και στο επίπεδο της λειτουργίας του εγκεφάλου.
Γι’ αυτό και οι μελέτες δείχνουν ότι η παραγωγή κάποιου χειροπιαστού αποτελέσματος, όπως το να γράφεις, να σχεδιάζεις, να αναπαριστάς, ενισχύει τη μνήμη. Όταν ο μαθητής μετασχηματίζει την πληροφορία σε γραπτό λόγο ή σε εικόνα, ενεργοποιεί κινητικά προγράμματα και δημιουργεί ισχυρότερες συνδέσεις ανάμεσα σε νευρωνικά δίκτυα. Με απλά λόγια, η γνώση γίνεται αποτέλεσμα δημιουργικής δραστηριότητας και όχι παθητικής κατανάλωσης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα ευρήματα από την εκπαίδευση των μικρών παιδιών. Η χειρόγραφη γραφή βοηθά στην αναγνώριση των γραμμάτων και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων που σχετίζονται με τον συντονισμό και τη σκέψη. Αντίθετα, η αποκλειστική χρήση οθονών και πληκτρολογίων δεν μπορεί να αναπαράγει αυτή τη διαδικασία μάθησης.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε χώρες όπου επιχειρείται η γρήγορη μετάβαση σε πλήρως ψηφιακό σχολείο εμφανίζονται ήδη προβλήματα: εκπαιδευτικοί αναφέρουν ότι παιδιά φτάνουν στο Δημοτικό χωρίς να έχουν αναπτύξει βασικές δεξιότητες, όπως να κρατούν σωστά ένα μολύβι ή να σχεδιάζουν. Αυτό σημαίνει ότι χάνουν σημαντικά ερεθίσματα για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και της σκέψης τους.
Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν θα χρησιμοποιούνται ή όχι οι νέες τεχνολογίες στην εκπαίδευση. Η επιστήμη δεν απορρίπτει τη χρήση τους. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος είναι ο ρόλος τους και ποια εκπαιδευτική αντίληψη υπηρετούν.
Στο σημερινό σχολείο, που ολοένα και περισσότερο προσαρμόζεται στις ανάγκες της αγοράς και της ταχύτητας της πληροφορίας, προωθείται μια λογική όπου ο μαθητής μετατρέπεται σε παθητικό δέκτη δεδομένων. Όμως η ίδια η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η γνώση δεν οικοδομείται έτσι. Χρειάζεται ενεργητική συμμετοχή, υλική δραστηριότητα, δημιουργία.
Η γραφή με το χέρι, επομένως, δεν είναι «παρωχημένη συνήθεια». Είναι μια διαδικασία που συνδέεται βαθιά με τον τρόπο που αναπτύσσεται η ανθρώπινη σκέψη. Και αυτό υπενθυμίζει κάτι ευρύτερο: ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή διαχείριση πληροφοριών, αλλά ως διαδικασία διαμόρφωσης συνειδητών ανθρώπων που κατανοούν τον κόσμο και δρουν μέσα σε αυτόν.







