Η ακρίβεια στα καύσιμα συνεχίζει να αποτελεί μια από τις πιο βαριές επιβαρύνσεις για τα εργατικά και λαϊκά νοικοκυριά. Την ώρα που η κυβέρνηση επικαλείται τη διεθνή αστάθεια και την ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή για να δικαιολογήσει τις αυξήσεις, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται ήδη στις ακριβότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την τιμή της βενζίνης.
Σύμφωνα με πρόσφατα συγκριτικά στοιχεία, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 οκτανίων διαμορφώνεται περίπου στα 1,85 ευρώ το λίτρο, τοποθετώντας την Ελλάδα περίπου στην 5η θέση μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ. Την ίδια στιγμή, σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία, η τιμή της βενζίνης κινείται ακόμη και κοντά στο 1,27 ευρώ το λίτρο, ενώ σε αρκετές άλλες χώρες κυμαίνεται μεταξύ 1,40 και 1,50 ευρώ.
Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν εξεταστεί η σύνθεση της τελικής τιμής που πληρώνει ο καταναλωτής. Στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος της τιμής της βενζίνης δεν αφορά το ίδιο το καύσιμο, αλλά τη φορολογία. Από τα περίπου 1,85 ευρώ που πληρώνει ο οδηγός στην αντλία, πάνω από 1,40 ευρώ κατευθύνονται στα κρατικά ταμεία μέσω του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ. Δηλαδή σχεδόν το 60% της τελικής τιμής αποτελεί φόρους.
Με άλλα λόγια, το πραγματικό κόστος του καυσίμου, μαζί με τη διύλιση, τη μεταφορά και τα περιθώρια εμπορίας, αντιστοιχεί σε λιγότερο από το μισό της τελικής τιμής. Η βενζίνη έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο αποδοτικούς φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς του κράτους, την ώρα που οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και το κόστος ζωής εκτοξεύεται.
Μέσα σε αυτή την κατάσταση, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως λύση την επιβολή πλαφόν στα περιθώρια κέρδους στην αλυσίδα διάθεσης των καυσίμων. Σύμφωνα με το μέτρο που ανακοινώθηκε, τίθενται συγκεκριμένα όρια στα περιθώρια κέρδους από τη στιγμή που το καύσιμο φεύγει από το διυλιστήριο μέχρι να φτάσει στον καταναλωτή.
Πιο συγκεκριμένα, οι εταιρείες εμπορίας που προμηθεύουν τα πρατήρια καυσίμων δεν μπορούν να επιβάλλουν περιθώριο μεγαλύτερο από 5 λεπτά ανά λίτρο πάνω από την τιμή προμήθειας από το διυλιστήριο. Στη συνέχεια, τα πρατήρια καυσίμων μπορούν να προσθέσουν έως 12 λεπτά ανά λίτρο στην τιμή αγοράς τους για να διαμορφώσουν την τελική τιμή στην αντλία. Έτσι, το συνολικό περιθώριο κέρδους από το διυλιστήριο μέχρι τον καταναλωτή δεν μπορεί να ξεπερνά τα 17 λεπτά ανά λίτρο προ ΦΠΑ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το μέτρο ως παρέμβαση για την αποτροπή φαινομένων αισχροκέρδειας και για τη συγκράτηση των τιμών. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια ρύθμιση που περιορίζεται στους τελευταίους κρίκους της αλυσίδας διάθεσης και δεν αγγίζει καθόλου το σημείο όπου συγκεντρώνονται τα μεγαλύτερα κέρδη: τα ίδια τα διυλιστήρια και τους μεγάλους πετρελαϊκούς ομίλους.
Δηλαδή το πλαφόν αφορά κυρίως τους διακινητές και τα πρατήρια καυσίμων, αφήνοντας στο απυρόβλητο τα κέρδη των ισχυρών ενεργειακών ομίλων που δραστηριοποιούνται στη διύλιση και στον έλεγχο της αγοράς καυσίμων. Με άλλα λόγια, η παρέμβαση γίνεται στο τέλος της αλυσίδας, χωρίς να θίγεται η πηγή των μεγάλων υπερκερδών.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση δεν αγγίζει ούτε τη βασική αιτία που κρατά τις τιμές στα ύψη: την υπέρογκη φορολογία στα καύσιμα. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο ΦΠΑ παραμένουν αμετάβλητοι, διατηρώντας το μεγαλύτερο βάρος στην πλάτη των καταναλωτών.
Έτσι, ακόμη και με την εφαρμογή του πλαφόν, το βασικό πλαίσιο της αγοράς καυσίμων παραμένει αμετάβλητο. Τα συμφέροντα των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων προστατεύονται, ενώ τα εργατικά και λαϊκά νοικοκυριά συνεχίζουν να πληρώνουν πανάκριβα τις μετακινήσεις τους για εργασία και για τις βασικές ανάγκες της καθημερινότητας.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι απαιτούνται ουσιαστικά μέτρα για την ανακούφιση του λαού από την ακρίβεια. Η δραστική μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, με κατάργηση ή σημαντική μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ, αποτελεί ένα από τα άμεσα μέτρα που πρέπει να διεκδικηθούν. Παράλληλα, χρειάζεται πραγματικός έλεγχος στα κέρδη των μεγάλων ενεργειακών ομίλων και μέτρα προστασίας του λαϊκού εισοδήματος.
Γιατί η μετακίνηση για εργασία, για υγεία και για τις καθημερινές ανάγκες δεν μπορεί να αποτελεί πολυτέλεια για τον λαό, ούτε πεδίο διαρκούς κερδοφορίας για το μεγάλο κεφάλαιο.







