Εργατικός Αγώνας

Είναι, στ` αλήθεια, «αθάνατο το κρασί του 21»;

Μερικές σκέψεις για τη Μεγάλη Επανάσταση των Ελλήνων και για το αποτύπωμά της στο σημερινό κόσμο.

της Δώρας Μόσχου

Πέρασαν 205 χρόνια από τη Μεγάλη Επανάσταση των Ελλήνων, η, όπως επίσημα λέγεται στο επιστημονικό λεξιλόγιο, από τον Πόλεμο για την Ανεξαρτησία. Γενέθλια πράξη της σύστασης του ελληνικού κράτους, η αποτύπωσή της στην επίσημη, κρατική αφήγηση, έχει γίνει, πολλές φορές, εργαλείο μεταφοράς αντιεπιστημονικών απόψεων – οι γνωστοί «μύθοι του `21» –  αλλά και θέσεων βαθιά συντηρητικών, εθνικιστικών, ακραία θρησκόληπτων.

Έχει γίνει όμως και τμήμα μιας λαϊκής μυθολογίας, η οποία εμπλουτίστηκε και προσγειώθηκε στην επιστημονική και αντικειμενική πραγματικότητα μέσα από τις μαρξιστικές (αν και κάποτε, ειδικά οι πρώιμες, μηχανιστικές) που επιχείρησε η προσκείμενη στο ΚΚΕ διανόηση. Όταν ο Κωστής Παλαμάς κάλεσε τον ελληνικό λαό να «μεθύσει με τ` αθάνατο κρασί του `21» μόλις εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας τον Οκτώβρη του 1940, απευθυνόταν ακριβώς στο λαϊκό υποσυνείδητο, στον ψυχισμό που αυτή η λαϊκή μυθολογία είχε διαμορφώσει στον ελληνικό λαό. Το ΚΚΕ όμως, μέσα από το ΕΑΜ στη διάρκεια της τριπλής φασιστικής κατοχής, επεξεργάστηκε αυτή τη λαϊκή μυθολογία, αυτές τις λαϊκές μνήμες, και τις αξιοποίησε, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές, για να «χτίσει» το δικό του αντάρτικό, την κλεφτουριά της εποχής του. «Αντάρτης, κλέφτης, παλληκάρι – πάντα είν` ο ίδιος ο λαός», θα γράψει η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, στον Ύμνο του ΕΛΑΣ.

Ταυτόχρονα βέβαια, οι επιστημονικές επεξεργασίες των μαρξιστών/ κομμουνιστών διανοουμένων κατόρθωσαν να αποκαθάρουν κατά σημαντικό μέρος την επίσημη, κρατική μυθολογία που συνδέεται με το `21 και που διδάσκεται, φοβάμαι, ακόμα και σήμερα, στην εγκύκλια εκπαίδευση.

Στο παρόν σημείωμα, θα προσπαθήσω να κωδικοποιήσω ορισμένα βασικά ερμηνευτικά σχήματα της μιας και της άλλης πλευράς, της επίσημης κρατικής αφήγησης πάνω στο `21, αλλά και της επιστημονικής – από μαρξιστική άποψη – θεώρησης που, επαναλαμβάνω, μπόλιασε και την προϋπάρχουσα λαϊκή πρόσληψη της επανάστασης.

Ξεκινώντας πάντως να τονίσω ότι η Επανάσταση του 1821 είναι όντως ένα ιστορικό γεγονός σπουδαίο, πανευρωπαϊκής αλλά και παγκόσμιας εμβέλειας. Σ` αυτό το σημείο όμως θα επανέλθω.

Στην επίσημη αφήγηση για την Επανάσταση, κυριαρχεί το ακόλουθο σχήμα: οι Έλληνες, υποδουλωμένοι για 400 χρόνια στους Τούρκους (αποφεύγεται η χρήση του όρου Οθωμανοί) έζησαν αβίωτες συνθήκες, στερήθηκαν την άσκηση της θρησκείας τους, υπέστησαν απαγορεύσεις ως προς την εκμάθηση της γλώσσας και ως προς την παιδεία (την οποία ωστόσο καλλιέργησε ο κλήρος, μέσω του Κρυφού Σχολειού) και όλοι ενωμένοι υπέστησαν τα βάσανα και της διώξεις της σκλαβιάς. «Όσο οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι, σε γενικές γραμμές τηρούσαν κοινή στάση απέναντι στον κατακτητή», αναφέρει το Βιβλίο Ιστορίας Γ` Λυκείου για την Ανθρωπιστική Κατεύθυνση,

Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ουδείς αρνείται τη σκληρότητα του Οθωμανικού καθεστώτος. Όμως, αυτά τα περίφημα 400 χρόνια που θεωρούνται ένα είδος «ελληνικού Μεσαίωνα», χρόνια ήττας, υποδούλωσης και πισωγυρίσματος, στην πραγματικότητα είναι η μήτρα του ελληνικού έθνους. Οι Οθωμανοί ασχολούνταν κυρίως με τον πόλεμο και, εν μέρει, με τη διοίκηση. Δεν κατέχουν όμως πολλά πράγματα από το εμπόριο ούτε και από ναυτιλία. Αλλά και στη διοίκηση υπάρχουν τομείς που τους δυσκολεύουν. Όταν η οικονομία στον υπόλοιπο κόσμο εκχρηματίζεται, η οικονομία της αυτοκρατορίας τους παραμένει κυριότατα αγροτική. Για να μπορέσουν όμως να συναλλαγούν με τις ξένες οικονομίες, χρειάζονται χρήματα κι άλλα χρήματα και πάλι χρήματα. Η σκληρότητα του καθεστώτος εκδηλώνεται λοιπόν στο πεδίο της οικονομίας, με την άγρια φορολόγηση των υπόδουλων. Οι φόροι δε ήταν κυρίως χρηματικοί.

Από την άλλη όμως, η έλλειψη εμπειρίας σε ζητήματα ναυτιλίας και εμπορίου τους οδηγεί στο να επιτρέψουν την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων στους ελληνικούς πληθυσμούς, ειδικά των νησιών και των ορεινών περιοχών. Όχι μόνο να την επιτρέψουν, αλλά να την επιδοτήσουν κιόλας, μέσω πολύ σημαντικών φοροαπαλλαγών. Έτσι προετοιμάζουν το νεκροθάφτη τους: σχηματίζεται σιγά – σιγά μια εμπορευματική αστική τάξη που θα αποτελέσει το φορέα της εθνικής ιδέας και τον πολιτικό καθοδηγητή της Επανάστασης.

Και στη διοίκηση όμως χρησιμοποιούν Έλληνες, τους περίφημους (ή, αν θέλετε, διαβόητους) Φαναριώτες.

Στη βάση αυτών των οικονομικών και πολιτικών δραστηριοτήτων μεγάλης μερίδας των Ελλήνων, διαμορφώνεται και η ταξική διαστρωμάτωση του ελληνισμού υπό την οθωμανική κυριαρχία, η οποία, σε αδρές γραμμές, έχει ως εξής:

Φαναριώτες. Πρόκειται για την εμπορική και διοικητική αριστοκρατία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης (πήραν το όνομά τους από τη συνοικία Φανάρι). Οι οθωμανοί τους χρησιμοποιούσαν σε υψηλές διοικητικές θέσεις, σημαντικότερες από τις οποίες είναι: α) μεγάλος δραγουμάνος της Πύλης (υπουργός εξωτερικών της αυτοκρατορίας), β) δραγουμάνος του στόλου (υπαρχηγός του στόλου), γ) ηγεμόνας στην ημιαυτόνομη περιοχή της Μολδοβλαχίας (σημερινή Ρουμανία – από τις αρχές του 18ου αιώνα).

Τσιφλικάδες, εκμισθωτές φόρων, τοπάρχες: δεν πρόκειται για ενιαία κοινωνική τάξη, αλλά για κοινωνικά στρώματα που χαρακτηρίζονται από μεγάλη οικονομική επιφάνεια και από την εμπλοκή τους με τον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό, γι` αυτό και είναι ιδιαίτερα αντιπαθείς στους έλληνες.

Αστική τάξη (υπό διαμόρφωση): έμποροι και καραβοκύρηδες που πλουτίζουν και προκόβουν. Όταν το οθωμανικό οικονομικό και διοικητικό πλαίσιο τους γίνεται ασφυκτικό, εγκαθίστανται στο εξωτερικό, όπου συγκροτούν ανθηρές οικονομικά παροικίες. Πρόκειται για την πιο ριζοσπαστική κοινωνική μερίδα του ελληνισμού που, αργότερα, θα καθοδηγήσει την ελληνική επανάσταση.

Αγροτιά: εδώ, συμπεριλαμβάνονται οι ακτήμονες αγρότες, οι καλλιεργητές που έχουν μικρό δικό τους κλήρο και οι «κολλήγοι» (εξαρτημένοι χωρικοί) των τσφλικιών. Είναι το πιο καταπιεσμένο κοινωνικό στρώμα και, γι` αυτό το λόγο, το πιο μαχητικό στη διάρκεια της επανάστασης. Από τις γραμμές του, προέρχεται η «δύναμη κρούσης» της, δηλαδή τα αντάρτικά σώματα των κλεφτών.

Νομίζω είναι αρκετά σαφές ότι όλες αυτές οι κοινωνικές τάξεις και τα κοινωνικά στρώματα δεν μπορεί να είχαν – και δεν είχαν – την ίδια σχέση με την οθωμανική διοίκηση, ούτε βέβαια, τους ίδιους υλικούς όρους ζωής.

Ως προς το πεδίο της θρησκείας, της γλώσσας και της παιδείας, ας επισημάνω συνοπτικά ορισμένα πράγματα:

–       Οι Οθωμανοί δεν απαγορεύουν μαζικά την άσκηση της λατρείας ούτε και το λεγόμενο «παιδομάζωμα» ήταν τόσο εκτεταμένο όσο πιστεύεται. Πολλώ δε μάλλον, δεν απαγόρευσαν το χριστιανισμό. Αντίθετα, ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης είχε σημαντικό πολιτικό ρόλο, ως πολιτικός εκπρόσωπος όλων των ορθοδόξων της αυτοκρατορίας. Πάντως, οι Οθωμανοί απέφευγαν τους μαζικούς εξισλαμισμούς, διότι οι μουσουλμάνοι υπήκοοι πλήρωναν λιγότερους φόρους από ό,τι οι χριστιανοί, άρα θα έχαναν χρήματα.

–       Οι Οθωμανοί δεν απαγόρευσαν – δεν μπορούσαν άλλωστε, καθώς ήταν γενικευμένη η χρήση της σε όλα τα Βαλκάνια – την ελληνική γλώσσα. Ούτε και την ελληνική παιδεία: απλώς, δεν μεριμνούσαν γενικά για την ίδρυση σχολείων σε όλη την επικράτειά τους. Για τα μουσουλμανόπαιδα, υπήρχαν τα ιερατικά σχολεία, οι μεντρεσέδες. Ύπαρξη «Κρυφού Σχολειού» δεν μαρτυρείται από πουθενά, ούτε και υπήρχε λόγος για να υπάρξει. Αντίθετα, το 18ο αιώνα, με την ανάπτυξη της αστικής τάξης, ιδρύονται στον ελλαδικό χώρο 188 σχολεία – καθόλου κρυφά, ολοφάνερα.

Μιλώντας τώρα για την ίδια της Επανάσταση, ο μύθος ξεκινά από την ημερομηνία αλλά και τη διαδικασία κήρυξής της. Η επίσημη αφήγηση αναφέρει την 25η Μαρτίου, ημέρα της θρησκευτικής γιορτής του Ευαγγελισμού. Σύμφωνα με το ίδιο αφήγημα, η κήρυξη έγινε στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, κοντά στα Καλάβρυτα, από τον επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Πρόκειται για μεταγενέστερη ιδεολογική κατασκευή, η οποία επιχειρεί (πράγμα που συμβαίνει και με το «Κρυφό Σχολειό») να υπερτονίσει το ρόλο της εκκλησίας στην Επανάσταση. Οπωσδήποτε το ορθόδοξο δόγμα έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Ωστόσο, η επίσημη Εκκλησία, με επικεφαλής τον εκάστοτε πατριάρχη, ειδικά από τον 17ο αι. και μετά, έβλεπε τα συμφέροντά της στενά δεμένα με εκείνα της Οθωμανικής διοίκησης. Ο Γρηγόριος ο Ε`, ο πατριάρχης που απαγχόνισαν οι Οθωμανοί σε αντίποινα για την Επανάσταση, την είχε ήδη αφορίσει, όπως είχε αφορίσει παλιότερα και το Ρήγα Φεραίο.

Άλλο πράγμα βέβαια είναι ο λαϊκός κλήρος, που αγωνίστηκε και θυσιάστηκε μαζί με το σύνολο του λαού και που, ανάμεσα στις γραμμές του, κυριαρχεί ο Παπαφλέσσας‧ ένας πραγματικός λαϊκός ηγέτης, παράφορος, απείθαρχος, παρορμητικός και ασυμβίβαστος (κάτι – κάποιον μας θυμίζει αυτό…). Τί κρίμα που τον περιέλαβε η χούντα και τον έκανε ταινία – καρικατούρα…

Ως προς τον τόπο και το χρόνο κήρυξης της Επανάστασης: η επίσημη έναρξη γίνεται ένα μήνα πριν, όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αξιωματικός του ρωσικού στρατού αλλά και αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, περνά τον ποταμό Προύθο και πηγαίνει στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας όπου διαβάζει την περίφημη Προκήρυξή του. Το κίνημα στη Μολδοβλαχία θα πνιγεί στο αίμα, αλλά δίνεται ο κατάλληλος χρόνος για να ετοιμαστεί η επανάσταση στο Μοριά.

Στις 21 Μαρτίου απελευθερώνονται τα Καλάβρυτα και στις 23 η Καλαμάτα. Η συνάντηση των οπλαρχηγών στην Αγία Λαύρα δε μαρτυρείται από πουθενά. Ο δε Παλαιών Πατρών Γερμανός δε βρισκόταν καν εκεί – και αυτό με βάση τα απομνημονεύματά του.

Ένα άλλο κομβικό ζήτημα για την Επανάσταση είναι οι εμφύλιοι πόλεμοι – έγιναν 2 κατά τη διάρκειά της. Η αστική ιστοριογραφία τους αποδίδει στην «προαιώνια κατάρα της φυλής, τη διχόνοια». Είδαμε παραπάνω την ταξική διάρθρωση του ελληνισμού κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Κάθε μια από αυτές τις κοινωνικές ομάδες μπαίνει στην Επανάσταση με τους σκοπούς και τους στόχους της σε σχέση με το ρόλο της στο υπό σύσταση κράτος. Μόνο μία από αυτές όμως μπορεί να φτιάξει κράτος: η αστική. Και αυτή ακόμα είναι διχασμένη. Υπάρχει το ριζοσπαστικό στοιχείο της, όπως εκφράζεται μέσα από τη Φιλική Εταιρεία‧ υπάρχει η αγγλόφιλη μερίδα της. Υπάρχουν και οι κοτζαμπάσηδες, αυτό το ιδιαίτερο στρώμα που πατάει με δυο πόδια σε δυο βάρκες: είναι διοικητικοί άρχοντες, είναι τσιφλικάδες, αλλά είναι και έμποροι και συλλέκτες φόρων, πραγματοποιούν συσσώρευση. Αυτές οι 3 μερίδες πολεμούν μεταξύ τους, ενώ οι αντιθέσεις τους υποδαυλίζονται και από τον αγγλικό παράγοντα. Η Φιλική Εταιρεία (εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο Δημήτριος Υψηλάντης) σύμμαχη με την αγροτιά, χάνει τη μάχη από πολύ νωρίς. Στο τέλος του 1821, έχει ήδη παραμεριστεί. Όσο προχωρά η Επανάσταση, τόσο παραμερίζονται και ηττώνται τα πιο λαϊκά της στρώματα και τόσο εδραιώνεται στην εξουσία η αγγλόφιλη μερίδα της, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, συντάκτη ωστόσο των εξαιρετικά φιλελεύθερων Συνταγμάτων της Επανάστασης.

Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο το κυρίαρχο αφήγημα συγκρούεται με την πραγματικότητα ή, τουλάχιστον, αναδεικνύει μια μόνο πλευρά της, είναι το ζήτημα του φιλελληνισμού. Σύμφωνα με την αστική ιστοριογραφία, ο φιλελληνισμός σχετίζεται με την αγάπη προς την κλασική Ελλάδα ή προς κάποια υπερβατική και υπερκόσμια «ελληνική ιδέα». Η μελέτη όμως της ζωής και της δράσης των φιλελλήνων αποκαλύπτει και μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά: η ελληνική Επανάσταση ξεσπά σε μια περίοδο γενικευμένης νίκης της αντεπανάστασης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Απόμαχοι γιακωβίνοι, καρμπονάροι, επαναστάτες καριέρας (και όχι, δεν έχει κάτι υποτιμητικό ο τίτλος) που είχαν πολεμήσει με τα στρατεύματα του Μπολιβάρ στη Λατινική Αμερική, έρχονται να πολεμήσουν και να πεθάνουν για την ελληνική υπόθεση. Η Ελλάδα του 1821 είναι η υπόσχεση ότι η Επανάσταση, ως έννοια, αξία, καθήκον και ιστορική αναγκαιότητα, δεν έχει πεθάνει. Και σε μια εποχή συγκρότησης των εθνών, γεννιέται και μια άλλη αγωνιστική αξία: η διεθνής αλληλεγγύη.

Ένα ζήτημα που θέτει η αστική ιστοριογραφική και πολιτική σκέψη, από κοσμοπολίτικη σκοπιά, τα τελευταία κυρίως χρόνια, είναι το εξής: ποιος απελευθέρωσε την Ελλάδα και έδωσε τη δυνατότητα να ιδρυθεί το ελληνικό κράτος. Η απάντηση που δίνεται είναι «μα, οι μεγάλες δυνάμεις» – κυρίως λόγω της Ναυμαχίας του Ναυαρίνου (να πούμε βέβαια ότι τα τελευταία χρόνια, η μία από τις 3 δεν είναι του γούστου τους…). Υποτιμούν, με αυτό τον τρόπο, τους αγώνες, τις θυσίες και το αίμα του ελληνικού λαού, τη δυναμική που ανέπτυξε το επαναστατικό κίνημά του, ακόμα και τις διπλωματικές ενέργειές του, που αξιοποίησαν τις αντιθέσεις ανάμεσα στους ισχυρούς της εποχής.

Πέρα όμως από το ζήτημα των ερμηνειών της Μεγάλης Επανάστασης των Ελλήνων, σήμερα, που τιμώνται τα 205 χρόνια της, πρέπει να δούμε και ποια συμπεράσματα βγαίνουν για τις δύσκολες μέρες που ζούμε‧ κι ακόμα, ποια αποτυπώματα στη συλλογική μας συνείδηση μπορούν να μεταπλαστούν σε αγωνιστική διάθεση για το σήμερα.

–       Η Ελληνική Επανάσταση είναι το πρώτο νικηφόρο κίνημα που ξέσπασε μετά την κατίσχυση της αντεπανάστασης στην Ευρώπη, μέσα σε συνθήκες όπου η πιθανότητες επιτυχίας ήταν συντριπτικά εναντίον της. Ήταν όμως νικηφόρα, αφού πέτυχε τον κύριο σκοπό της, τη συγκρότηση ελληνικού έθνους – κράτους. Η νίκη αυτή λειτούργησε καταλυτικά σε πανευρωπαϊκό, τουλάχιστον, επίπεδο. Οι αντιθέσεις που αναδείχτηκαν μέσα στα πλαίσια της Ιεράς Συμμαχίας, οδήγησαν στη ντε φάκτο διάλυσή της.

–       Αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε 2 γεγονότα από τον τιτάνιο αυτό αγώνα του ελληνικού λαού, προσωπικά θα στεκόμουν στα εξής:

α) την επαναστατική βία που άσκησε ο Κολοκοτρώνης μετά την απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, όπου με την προτροπή «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» έσωσε κυριολεκτικά την επανάσταση, διδάσκοντας ακόμα και σήμερα επαναστατική τακτική. Και

β) την Πολιορκία και την Έξοδο του Μεσολογγίου. Τα 200 χρόνια της θα «γιορταστούν» φέτος από τους επισήμους εκείνου του κράτους που τα νοσοκομεία, τα σχολεία, τα αγαθά του ελληνικού λαού, τα μετατρέπει σε συστοιχίες πυραύλων που προστατεύουν καθεστώτα πετρελαιάδων μεσαιωνικού τύπου. (Κάλλιο για την πατρίδα – κανένας να χαθεί – ή να κρεμάσει φούντα – για ξένον στο σπαθί, έγραφε ο Ρήγας, αλλά οι ελληνικές κυβερνήσεις διαχρονικά αφήνουν να πλέει το σώμα και το πνεύμα του αέναα στο Δούναβη). Θα «τιμήσουν» τους «Ελεύθερους πολιορκημένους» αυτοί που ξεδιάντροπα στέκονται στο πλευρό των σύγχρονων πολιορκητών, πειθόμενοι τοις ρήμασι του ιμπεριαλισμού.

–       Το Μεσολόγγι υπήρξε το «ένδοξο αλώνάκι» του Σολωμού. Υπήρξε το «καλυβάκι που το βαρεί πέλαγο μέγα». Είναι προσβολή για τη μνήμη των Ηρώων της Εξόδου, των αγωνιστών απ` όλο τον κόσμο που θυσιάστηκαν μαζί τους, η απόδοση τιμών από τα ενεργούμενα του ιμπεριαλισμού.

–       Το Μεσολόγγι μας δίνει διδάγματα για τους αγώνες του σήμερα, για τα ένδοξα αλωνάκια του σήμερα‧ για τα καλυβάκια που τα βαρεί πέλαγο μέγα και τα καταδικάζει σε θάνατο με τις βόμβες, με τον αποκλεισμό, με την πείνα.

Ο λαός μας κουβαλάει βαριά κληρονομιά εθνικοαπελευθερωτικών και κοινωνικών αγώνων.

Δεν μπορεί παρά να είναι σήμερα στο πλευρό του λαού του Ιράν, της Γάζας, του νησιού της επανάστασης, της Κούβας.

Να θαυμάζει τις γυναίκες τους που «δεν τες φοβίζει ο πόλεμος, μον` έγινε πνοή τους».

Την Παλαιστίνια μάνα που προσπαθεί να βρει τροφή και να χτίσει πατρίδα για το παιδί της.

Την περήφανη Ιρανή που ο αγώνας για τις ατομικές της ελευθερίες  συμβαδίζει για την αγώνα για την προστασία του αρχαίου τόπου της από την ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση.

Τη γυναίκα της Κούβας, ελεύθερη, κυρίαρχη που κάτω απ` τον ήλιο των τροπικών, χορεύει και πολεμάει για να κρατήσει την πατρίδα της ελεύθερη και σοσιαλιστική.

Ναι, είναι αθάνατο το κρασί του `21. Για το λαό μας, για όλους τους αγωνιζόμενους λαούς. Και να θυμόμαστε πάντα ότι τη μεγάλη μάχη της Ιστορίας, δεν την κερδίζει το «μέγα πέλαγος», αλλά τα «αλωνάκια» και τα «καλυβάκια».

 

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας