Εργατικός Αγώνας

Στεγαστική κρίση: Όταν το δικαίωμα στη στέγη γίνεται πεδίο κερδοφορίας

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποκτά πλέον δομικά χαρακτηριστικά, αποτυπώνοντας με τον πιο καθαρό τρόπο τη μετατροπή της κατοικίας από κοινωνικό αγαθό σε επενδυτικό προϊόν. Όπως αναδεικνύεται και σε πρόσφατη αρθρογραφία, η αγορά ακινήτων δεν λειτουργεί με βάση τις στεγαστικές ανάγκες της κοινωνίας, αλλά με γνώμονα την απόδοση κεφαλαίων και την κερδοφορία.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση διαδραματίζει η αυξημένη εισροή ξένων επενδύσεων στην ελληνική αγορά ακινήτων. Μέσω εργαλείων όπως η «golden visa», αλλά και μέσω της δραστηριοποίησης επενδυτικών funds, μεγάλος όγκος κατοικιών αποκτάται με καθαρά επενδυτικά κριτήρια. Οι κατοικίες δεν αντιμετωπίζονται ως χώροι διαβίωσης, αλλά ως περιουσιακά στοιχεία που αποφέρουν εισόδημα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση τιμών που ανταποκρίνονται στις δυνατότητες διεθνών επενδυτών και όχι των εγχώριων μισθωτών.

Παράλληλα, η ραγδαία εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων επιτείνει το πρόβλημα. Χιλιάδες ακίνητα αποσύρονται από τη μακροχρόνια ενοικίαση και διοχετεύονται σε τουριστική εκμετάλλευση, περιορίζοντας την προσφορά κατοικιών για μόνιμους κατοίκους. Η μείωση της διαθεσιμότητας, σε συνδυασμό με την αυξημένη ζήτηση, οδηγεί σε συνεχή άνοδο των ενοικίων, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα και σε τουριστικές περιοχές.

Την ίδια στιγμή, καταγράφεται μια έντονη αναντιστοιχία μεταξύ εισοδημάτων και κόστους στέγασης. Οι μισθοί παραμένουν στάσιμοι ή αυξάνονται με πολύ βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τις τιμές των ακινήτων και των ενοικίων. Ως αποτέλεσμα, τα ελληνικά νοικοκυριά επιβαρύνονται με ένα από τα υψηλότερα ποσοστά δαπανών για στέγαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που συμπιέζει συνολικά το βιοτικό τους επίπεδο.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διαδικασία «χρηματιστικοποίησης» της κατοικίας. Τα ακίνητα εντάσσονται ολοένα και περισσότερο σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια, αντιμετωπίζονται ως assets και αξιοποιούνται μέσω χρηματοοικονομικών εργαλείων. Η αξία τους δεν συνδέεται πρωτίστως με τη χρήση τους, αλλά με την προσδοκώμενη απόδοση. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και κατοικίες που παραμένουν κενές μπορούν να θεωρούνται «κερδοφόρες», εφόσον αυξάνεται η αξία τους με την πάροδο του χρόνου.

Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω εξελίξεων είναι η σταδιακή απομάκρυνση της κατοικίας από τη σφαίρα των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγη γίνεται ολοένα και δυσκολότερη για μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Η αδυναμία εξασφάλισης προσιτής κατοικίας οδηγεί σε φαινόμενα όπως η συγκατοίκηση από ανάγκη, η παρατεταμένη παραμονή στο πατρικό σπίτι ή η μετακίνηση σε περιοχές χαμηλότερου κόστους, συχνά με επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής και την πρόσβαση στην εργασία.

Η κρίση αυτή δεν παρουσιάζεται ως συγκυριακή, αλλά ως αποτέλεσμα βαθύτερων μετασχηματισμών της οικονομίας. Η ένταξη της κατοικίας στη λογική της αγοράς και του κέρδους διαμορφώνει ένα περιβάλλον όπου οι κοινωνικές ανάγκες υποχωρούν μπροστά στις απαιτήσεις της κερδοφορίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται σαφές ότι οι περιορισμένες πολιτικές παρεμβάσεις ή τα επιδοματικά μέτρα δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Όσο η κατοικία αντιμετωπίζεται ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, η στεγαστική κρίση θα βαθαίνει, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες και τον αποκλεισμό.

Η πραγματική διέξοδος προϋποθέτει ριζική ανατροπή αυτής της κατεύθυνσης, με επίκεντρο την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και όχι την εξυπηρέτηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Η στέγη δεν μπορεί να αποτελεί προνόμιο για λίγους. Είναι αναγκαία προϋπόθεση για μια αξιοπρεπή ζωή.

 

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας