Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια συμπιέζει το εισόδημα των εργαζομένων και η στέγη εξελίσσεται σε ένα από τα πιο πιεστικά προβλήματα της καθημερινότητας, τα στοιχεία από την αγορά κατοικίας φωτίζουν την πραγματική διάσταση του ζητήματος. Δεν πρόκειται για μια συγκυριακή δυσκολία ούτε για αποτέλεσμα «ανισορροπιών». Αναδεικνύεται μια βαθύτερη τάση, όπου η κάλυψη βασικών αναγκών υποχωρεί μπροστά στην επιδίωξη του κέρδους.
Η εικόνα που διαμορφώνεται στη στέγη είναι αποκαλυπτική. Στον Βύρωνα, το 17,1% των κατοικιών παραμένει κενό, δηλαδή περίπου 5.590 σπίτια εκτός χρήσης. Την ίδια στιγμή, τα ενοίκια κινούνται σε επίπεδα που φτάνουν να απορροφούν έως και το 60% του εισοδήματος για μεγάλα τμήματα των εργαζομένων.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και σε άλλες περιοχές. Στο κέντρο της Αθήνας τα κενά σπίτια φτάνουν το 26,8%, στον Ζωγράφου το 21,6%, ενώ στα βόρεια προάστια περιορίζονται κάτω από το 13%. Η συγκέντρωση υψηλότερων ποσοστών κενών κατοικιών σε λαϊκές και πυκνοκατοικημένες περιοχές δεν είναι τυχαία. Εκεί εκδηλώνεται πιο έντονα η πίεση της αγοράς και η αναδιάρθρωση της χρήσης της κατοικίας.
Οι τιμές επιβεβαιώνουν την κατάσταση. Ενοίκιο για διαμέρισμα 77 τετραγωνικών μπορεί να φτάνει τα 800 ευρώ, ενώ οι τιμές αγοράς κινούνται από 2.000 έως 3.150 ευρώ το τετραγωνικό για παλαιότερα ακίνητα και από 4.500 έως 5.000 ευρώ για νεόδμητα. Η στέγη μετατρέπεται σε ολοένα πιο ακριβό εμπόρευμα, απρόσιτο για τα λαϊκά στρώματα.
Οι αιτίες αυτής της εικόνας είναι συγκεκριμένες. Η εξάπλωση της βραχυχρόνιας μίσθωσης αφαιρεί σημαντικό αριθμό κατοικιών από τη μακροχρόνια ενοικίαση. Μεγάλο τμήμα ακινήτων βρίσκεται στα χέρια τραπεζών ή του δημοσίου και παραμένει αναξιοποίητο. Παράλληλα, το υψηλό κόστος ανακαίνισης λειτουργεί αποτρεπτικά για μικρούς ιδιοκτήτες, κρατώντας κατοικίες εκτός αγοράς.
Όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν μια κατάσταση όπου η ύπαρξη διαθέσιμων κατοικιών δεν οδηγεί σε κάλυψη των στεγαστικών αναγκών. Η χρήση τους καθορίζεται από την προσδοκία απόδοσης. Η κατοικία αντιμετωπίζεται ως περιουσιακό στοιχείο, ως επενδυτικό εργαλείο, ως μέσο διατήρησης και αύξησης αξίας.
Η κατεύθυνση των παρεμβάσεων που προτείνονται διεθνώς κινείται στο ίδιο πλαίσιο. Μέτρα όπως η φορολόγηση των κενών κατοικιών, η επιδότηση ανακαινίσεων ή ο περιορισμός της βραχυχρόνιας μίσθωσης επιχειρούν να ρυθμίσουν πλευρές της αγοράς, χωρίς να αλλάζουν τη βασική της λειτουργία.
Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση. Όλο και περισσότερες κοινωνικές ανάγκες εντάσσονται άμεσα στη σφαίρα της αγοράς. Η κατοικία δεν αποτελεί εξαίρεση. Υπάγεται στον ίδιο κανόνα που διέπει κάθε εμπόρευμα: αξιοποιείται με βάση το κέρδος που μπορεί να αποδώσει.
Σε αυτές τις συνθήκες, η πρόσβαση στη στέγη εξαρτάται όλο και περισσότερο από την οικονομική δυνατότητα. Οι εργαζόμενοι καλούνται να διαθέτουν αυξανόμενο μέρος του εισοδήματός τους για να εξασφαλίσουν κάτι που υπάρχει σε αφθονία, αλλά δεν διατίθεται με βάση την ανάγκη.
Η στέγη μετατρέπεται σε πεδίο κερδοφορίας και ταυτόχρονα σε παράγοντα όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Όσο η κατοικία παραμένει εμπόρευμα, η αντίθεση ανάμεσα σε άδεια σπίτια και ανθρώπους χωρίς πρόσβαση σε αυτά θα βαθαίνει







