Εργατικός Αγώνας

Η υποχώρηση του εργατικού κινήματος και οι αιτίες της

Η ακροδεξιά κερδίζει έδαφος και επιρροή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κερδίζει τις ψήφους και τη στήριξη μεγάλου τμήματος των εργατών και των φτωχότερων τμημάτων της κοινωνίας παρότι ο σταθερός προσανατολισμός της είναι η προώθηση των συμφερόντων του μεγάλου κεφαλαίου και η σταθεροποίηση του καπιταλισμού. Ο Τραμπ παραπλάνησε και κέρδισε  τις εργατικές ψήφους των λευκών κολάρων των μεσοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ που  συντρίβονται από τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Που και που μικροαστικά αριστερόστροφα σχήματα πετυχαίνουν  νίκες όπως ο Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη, το κόμμα Die Linke με επικεφαλής γυναίκα στο κρατίδιο του Βερολίνου, με  εξαγγελίες ανακούφισης εργατικών και λαϊκών τμημάτων, αποκατάστασης δικαιωμάτων, παύσης της αφαίρεσης κατακτήσεων κ.α. Την ίδια στιγμή τα κομμουνιστικά κόμματα σβήνουν από τον πολιτικό χάρτη αρκετών χωρών ή έχουν αναιμική παρουσία και αρκετά εξ αυτών έχουν μεταλλαχθεί. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε μία περίοδο που η κρίση στις κεφαλαιοκρατικές χώρες οξύνεται, τα εργατικά και λαϊκά στρώματα πλήττονται ανηλεώς από το κεφάλαιο και το αστικό κράτος με την υπέρογκη φορολογία, την αιματηρή λιτότητα, την καθήλωση ουσιαστικά των αποδοχών, τη μεγάλη υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας -οι τεράστιες κινητοποίηση των Γάλλων μαθητών και φοιτητών είναι ενδεικτικές- , τη συρρίκνωση των δημόσιων υγειονομικών συστημάτων, την ανέχεια των απόμαχων της δουλειάς. Οι τεράστιες πολεμικές δαπάνες,  η μετατροπή  των οικονομιών σε πολεμικές και η στροφή στον πόλεμο βυθίζει ακόμα περισσότερο την εργατική τάξη στην ανέχεια και την ανασφάλεια.

Ποιες είναι όμως οι αιτίες που η εργατική τάξη μένει απαθής σε μεγάλο βαθμό ή στηρίζει έμμεσα (ή και άμεσα ενεργητικά κάποια τμήματά της) το κεφάλαιο και σε, πολλές περιπτώσεις, ακραία δεξιά σχήματα που προωθούν ακραίες εκδοχές διαχείρισης του καπιταλιστικού κράτους; 

Μέρος πρώτο

Ο ορισμός των τάξεων και η αστική αμφισβήτησή του

Σχετικά με το ερώτημα αυτό, τη μεγάλη ουσιαστικά στροφή της συμπεριφοράς της εργατικής τάξης, έχουν γραφεί πολλά και δόθηκαν πολλές εξηγήσεις‧ εξάλλου είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο. Από τις πιο ακραίες θεωρίες όπως αυτή περί του τέλους της ιστορίας και της αιωνιότητας, ουσιαστικά, του καπιταλισμού, του τέλους της ταξικής πάλης, της αστικοποίησης της εργατικής τάξης, στο  ότι η στράτευση της εργατικής τάξης στην υπόθεση του σοσιαλισμού και τα μεγάλα εργατικά και επαναστατικά κινήματα και οι εργατικές επαναστάσεις ανήκουν σε μία προηγούμενη εποχή που τα προβλήματα των εργατών και των λαϊκών στρωμάτων ήταν τεράστια και οι εργάτες έβρισκαν διέξοδο στους αγώνες και στην αντικαπιταλιστική πάλη‧ αλλά και στο ότι σήμερα η εργάτες εξασφάλισαν καλή διαβίωση, σπουδές και συνθήκες ζωής, με λίγα λόγια διεκδικούν το «παντεσπάνι» τους και όχι το ψωμί τους.

Στην Ελλάδα γνωρίσαμε την απόρριψη του ρόλου της εργατικής τάξης ως θεωρία των μη προνομιούχων που ανέπτυξε το ΠΑΣΟΚ κατά τη δεκαετία του 1980 που θα οδηγούσαν μάλιστα σε κάποιο είδος σοσιαλισμού. Πρόσφατα, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ΕΛΑΣ, στους μη προνομιούχους περιλαμβάνεται ακόμη και το παραγωγικό τμήμα της αστικής τάξης. Τα τελευταία χρόνια εξ άλλου,  η αντίληψη περί  μεσαίας τάξης, που περιλαμβάνει μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης, τα μικροαστικά και μεγάλο τμήμα των μεσοαστικών στρωμάτων, τη μεγάλη πλειοψηφία των συνταξιούχων ως και τμήματα της αστικής τάξης γνωρίζει μεγάλη διάδοση. Είναι όμως απόλυτα αποπροσανατολιστική και, κατά συνέπεια,  έχει επιβλαβή επίδραση στους εργαζόμενους και σε μεγάλο τμήμα δυνάμεων της αριστεράς.

Κριτήριο για τον προσδιορισμό των τάξεων δεν μπορεί να είναι το ύψος του εισοδήματος, , το είδος της εργασίας που απασχολούνται οι εργαζόμενοι,  η μόρφωση που διαθέτει καθένας, η παραγωγική ή η μη παραγωγική εργασία στην οποία απασχολούνται, αλλά η ίδια η θέση τους στην παραγωγική διαδικασία και με μία έννοια στην κοινωνία η κατοχή  μέσων παραγωγής, αν πουλά την εργατική του δύναμη σε μεγαλύτερο η μικρότερο εργοδότη  και σε αντάλλαγμα λαμβάνει χρηματικό αντίτιμο με το οποίο προσπαθεί να επιβιώσει και  το οποίο αντιστοιχεί σε ένα μόνο τμήμα της εργατικής δύναμης που καταναλώνει ο εργάτης και το υπόλοιπο το καρπούται ο εργοδότης υπό μορφή υπεραξίας, το οποίο συνήθως είναι μεγαλύτερο από το μισθό.

Η εργατική δύναμη που καταναλώνει ο εργάτης και η εργασία που προσφέρει γίνονται εμπόρευμα‧ εμπόρευμα γίνεται και ο ίδιος ο εργάτης,, παρότι τυπικά είναι ελεύθερος και η ελευθερία του αποτυπώνεται σε διακηρύξεις και συντάγματα. Ουσιαστικά όμως είναι προσδεμένος με κάποιο εργοδότη και στο μισθό που λαμβάνει αν θέλει να επιβιώσει. Είναι ελεύθερος να δουλέψει ή να μη δουλέψει, αλλά τότε δεν θα μπορεί να ζήσει. Η αστική τάξη μετέτρεψε την προσωπική αξιοπρέπεια σε ανταλλακτική αξία και στη θέση των απειράριθμων γραφτών και των έντιμα κατακτημένων ελευθεριών έβαλε τη μοναδική ασυνείδητη ελευθερία του εμπορίου. Με μια λέξη στη θέση της καλυμμένης  με θρησκευτικές και πολιτικές αυταπάτες εκμετάλλευσης έβαλε την ανοιχτή ξεδιάντροπη άμεση σκληρή εκμετάλλευση. Κομμουνιστικό Μανιφέστο σ 28

Ο Λένιν  στο έργο του Η Μεγάλη Πρωτοβουλία έδωσε ένα συνεκτικό σαφή και πλήρη ορισμό τον τάξεων. Έγραφε: Τάξεις ονομάζονται μεγάλες ομάδες ανθρώπων που ξεχωρίζουν μεταξύ τους από τη θέση που κατέχουν σε ένα ιστορικά καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής, από τη σχέση, στο μεγαλύτερο μέρος κατοχυρωμένη και διατυπωμένη σε νόμους, προς τα μέσα παραγωγής, από το ρόλο τους στην κοινωνική οργάνωση της εργασίας και συνεπώς από τους τρόπους που ιδιοποιούνται τη μερίδα του κοινωνικού πλούτου που διαθέτουν και από το μέγεθος αυτής της μερίδας. Τάξεις  είναι οι ομάδες  εκείνες ανθρώπων που η μία μπορεί να ιδιοποιείται τη δουλειά της άλλης χάρη στη διαφορά της θέσης που κατέχει μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα της κοινωνικής οικονομίας.  Άπαντα τόμος 39 σελίδα 15.

Στις κεφαλαιοκρατικές κοινωνίες έχουμε την ύπαρξη δύο κύριων τάξεων, της αστικής τάξης που είναι η κυρίαρχη τάξη και της εργατικής τάξης.  Ανάμεσά τους, από ταξική άποψη, βρίσκονται ενδιάμεσα στρώματα που ταξικά προσεγγίζουν είτε την αστική τάξη είτε την εργατική τάξη.  Ολόκληρη η κοινωνία σήμερα, αναφέρεται στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, όλο και περισσότερο χωρίζεται σε δύο μεγάλα αντίπαλα στρατόπεδα σε δύο μεγάλες τάξεις που βρίσκονται άμεσα αντιμέτωπες η μια με την άλλη: στην αστική τάξη και το προλεταριάτο.

Τις τελευταίες δεκαετίες στη χώρα μας η εργατική τάξη αυξήθηκε αριθμητικά πολύ. Έφτασε το 65% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Αυτό γίνεται κυρίως σε βάρος των μικροαστικών στρωμάτων που συρρικνώνονται αλλά παραμένουν υπολογίσιμη δύναμη στην ελληνική κοινωνία για το λόγο ότι η συγκέντρωση του κεφαλαίου και της παραγωγής, παρά τη σημαντική πρόοδό της, παραμένει χαμηλή σε σχέση με τον αναπτυγμένο καπιταλισμό.

Η υποβάθμιση του ρόλου της εργατικής τάξης και η αποσιώπησή της, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, έχει τεράστια σημασία. Είναι εύκολα κατανοητή για τον αστικό πολιτικό κόσμο, τους συγγραφείς και το δημόσιο λόγο τους, δυσκολότερα όμως κατανοείται για τμήματα της αριστεράς, ιδιαίτερα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Ο ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης

Η σιωπηρή ή ρητή απόρριψη του ρόλου της εργατικής τάξης στην εξέλιξη των κεφαλαιοκρατικών κοινωνιών και ακόμη περισσότερο του ιστορικού ρόλου της στην κοινωνική εξέλιξη υποδηλώνουν την αμφισβήτηση και  απόρριψη της μαρξιστικής αντίληψης για τις τάξεις, την εξέλιξη των ίδιων των κοινωνιών,  τη διάδοχή των κοινωνικοπολιτικών σχηματισμών και της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού. Δεν έχουμε τη, γνωστή από πολλές δεκαετίες, αμφισβήτηση του Λένιν αλλά αμφισβήτηση και απόρριψη σημαντικών πλευρών του μαρξισμού‧ ο μαρξισμός δεν είναι η ανάλυση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής μόνο, αλλά η θεωρία της κοινωνικής εξέλιξης προς την αταξική κοινωνία προς τον κομμουνισμό κα,ι σε αυτή την ιστορική εξέλιξη, το ιστορικό υποκείμενο που προωθεί αυτές τις επαναστατικές αλλαγές δεν είναι άλλο από την εργατική τάξη.

Στην κριτική του προγράμματος της Γκότα και στο ερώτημα ποιες μεταβολές θα υποστεί το κράτος στην κομμουνιστική κοινωνία ο Μαρξ απαντούσε: Ανάμεσα στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στην άλλη. Και σε αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου. Ο Μαρξισμός είναι ολοκληρωμένη επιστημονική θεωρία της κοινωνικής εξέλιξης και η επιλεκτική αποδοχή ορισμένων στοιχείων του, κυρίως η ανάλυση των κεφαλαιοκρατικών οικονομιών με αποσιώπηση και απόρριψη άλλων, κυρίως τον ακρωτηριασμό του ιστορικού υλισμού και η ανάμειξή τους με άλλες αστικές και μικροαστικές θεωρίες συνιστά απόρριψη  του μαρξισμού.

Από την εποχή που ο Μαρξ έγραψε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι  η αστική τάξη δεν σφυρηλάτησε μονάχα τα όπλα που της φέρνουν το θάνατο δημιούργησε και τους ανθρώπους που θα χειριστούν αυτά τα όπλα, τους σύγχρονους εργάτες, τους προλετάριους, πέρασαν σχεδόν 180 χρόνια‧ ξέσπασαν πολλές εργατικές σοσιαλιστικές επαναστάσεις‧ κάποιες νίκησαν και δημιούργησαν πρόσκαιρη εξουσία, επιχείρησαν να δημιουργήσουν εργατικό κράτος, όμως τις συνέτριψε ο καπιταλισμός‧ άλλες, με κορυφαία περίπτωση την Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία, νίκησαν, δημιούργησαν εργατική εξουσία και εργατικό κράτος, προχώρησαν αρκετά την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, δεν έφτασαν όμως μέχρι τέλους γιατί εκφυλίστηκαν και ανατράπηκαν οι κατακτήσεις τους. Ορισμένες, όπως η σοσιαλιστική Κούβα, συνεχίζουν να αντιστέκονται μέσα σε ένα εξαιρετικά δύσκολο περιβάλλον που δημιουργεί πρωτίστως ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, γι` αυτό και αξίζουν την αμέριστη αλληλεγγύη των εργατών, των εργαζομένων και των προοδευτικών ανθρώπων όλου του πλανήτη.

Ολόκληρος αυτός ο αγώνας των εργατών αλλά και των εργαζομένων  παγκόσμια και όχι μόνο οι επαναστάσεις και οι επιτυχίες και αποτυχίες τους  αφήνει μεγάλες παρακαταθήκες, παραδείγματα και αποδείξεις ότι η εργατική τάξη μπορεί να ενωθεί, να αποκτήσει ταξική επαναστατική συνείδηση, να δημιουργήσει κοινωνικές συμμαχίες με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο πρωτοπόρος ιστορικός ρόλος της εργατικής τάξης επιβεβαιώθηκε. Οι εξελίξεις αυτές όμως αφήνουν και μία πικρή γεύση αποτυχίας και σε κάποιους, σε πολλούς είναι αλήθεια, αμφιβολίες ακόμη και ως προς την ορθότητα της μαρξιστικής θεωρίας, ακόμη περισσότερο σχετικά με την τακτική και τη στρατηγική, ώστε να προσεγγιστεί αυτός ο ιστορικός στόχος.

Το ερώτημα αν η εργατική τάξη, παρότι εξαιρετικά πολυάριθμη, έχει ενσωματωθεί στο  καπιταλιστικό σύστημα τίθεται και επηρεάζει ευρύτερα τη σκέψη και τη συμπεριφορά των εργαζομένων και των αγωνιστών.  Τις απαντήσεις στο ερώτημα αυτό έχουν δώσει οι κλασικοί του μαρξισμού και ο Λένιν και βρίσκονται διάσπαρτες σε ολόκληρο το έργο τους. Εδώ θα παραθέσουμε τη θέση ενός σημαντικού μαρξιστή  του  Ίστβαν Μέζαρος. Έγγραφε: Είναι αναμφισβήτητα πραγματοποιήσιμη η ενσωμάτωση ορισμένων εργατών στην κεφαλαιοκρατική τάξη. Αλλά ο δομικός ανταγωνιστής του κεφαλαίου, η εργατική τάξη, η οποία αντιπροσωπεύει την ιστορικά βιώσιμη, ηγεμονική εναλλακτική διάδοχο του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, δεν είναι δυνατόν να ενσωματωθεί στο αλλοτριωτικό και εκμεταλλευτικό πλαίσιο της κεφαλαιοκρατικής κοινωνικής παραγωγής. Αυτό που καθιστά αδύνατη την ενσωμάτωση, είναι ο υποκείμενος δομικός ανταγωνισμός κεφαλαίου- εργασίας, ο οποίος προκύπτει με αναπόφευκτη αναγκαιότητα από την ταξική πραγματικότητα της ανταγωνιστικής κυριαρχίας και υποτέλειας.

Η θέση αυτή αναμφισβήτητα είναι ορθή. Επιβεβαίωση της συναντούμε καθημερινά στο ξέσπασμα μεγάλων αγώνων ορισμένων εργατικών κλάδων, επιχειρήσεων,  κοινωνικών κινημάτων,  τελευταία νεολαίων σε ορισμένες χώρες Όμως  αυτοί οι αγώνες μάλλον εξαίρεση φαίνονται, σαν κάποια ξεσπάσματα μέσα σε μία γενικευμένη υποχώρηση, απόσυρση και ιδιώτευση της εργατικής τάξης, παρότι τα προβλήματα της διογκώνονται σε πρωτοφανή βαθμό. Δεν βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο ανόδου του μεταπολεμικού καπιταλισμού, που η εργατική τάξη είχε περισσότερες δουλειές, κάποιες κατακτήσεις και μία βελτίωση της ζωής της παρότι και τότε η εκμετάλλευση ήταν τεράστια. Σήμερα η επίθεση στα δικαιώματα και τις κατακτήσεις των εργατών και των λαϊκών στρωμάτων είναι πρωτοφανής. Φαίνεται να λιγοστεύουν οι επιλογές του κεφαλαίου κι έμεινε, σχεδόν μοναδική, η λεηλασία των εργατών, η συμπίεση των αποδοχών τους, η αιματηρή φορολογία, η ισοπέδωση των κατακτήσεων τους, η πολεμική προετοιμασία.

Τα προβλήματα δεν πλήττουν μόνο τους εργαζόμενους του ευρωπαϊκού νότου και πρωτίστως τους Έλληνες που λεηλατήθηκαν από την κρίση και τα μνημόνια, στο όνομα της σωτηρίας της  πατρίδας από τη χρεοκοπία. Η Γερμανία έχει μηδενική ανάπτυξη, δυσθεώρητο χρέος και οι μισθοί για 30 και πλέον χρόνια  συμπιέζονται. Παρόμοια είναι η κατάσταση και στη Γαλλία που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια μεγάλες αυθόρμητες κινητοποιήσεις, όπως και ολόκληρη η Ευρώπη και  οι ΗΠΑ. Στις συνθήκες αυτές, από τις οποίες δεν διαφαίνεται διέξοδος, ο εργάτης δεν έχει άλλο δρόμο από τη διεκδίκηση της  επιβίωσης και του μέλλοντος του. Πρέπει να αγωνιστεί αν δεν θέλει  να εξωθηθεί στο περιθώριο και να “πεθάνει”.

Το ζητούμενο είναι να αναζητηθούν οι πραγματικές αιτίες που η εργατική τάξη μένει παθητική,  το εργατικό κίνημα φθίνει και τα κομμουνιστικά κόμματα, τα περισσότερα, είτε διαλύονται, είτε μεταλλάσσονται σε σοσιαλδημοκρατικού χαρακτήρα κόμματα ή ακόμη και κόμματα εθνικιστικά και “πατριωτικά”.

Η αμφισβήτηση του μαρξισμού

Με βάση τη μαρξιστική θεωρία, τον καπιταλισμό θα διαδεχτεί μια κοινωνία χωρίς τάξεις στην ολοκλήρωση της διαμόρφωσης της, η κομμουνιστική κοινωνία. Μετά τη νίκη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της σε βάρος της αστικής τάξης θα επακολουθήσει η καταστροφή  του αστικού κρατικού μηχανισμού και η δημιουργία του εργατικού κράτους που, μετά την στερέωσή του, σταδιακά θα φθίνει, θα γίνει μισοκράτος που θα σβήσει. Η θέση αυτή αμφισβητείται σήμερα ή και απορρίπτεται από μεγάλο τμήμα δυνάμεων της αριστεράς. Στην καλύτερη περίπτωση θεωρούν ότι η εξέλιξη προς το σοσιαλισμό ιστορικά δεν είναι μια αναγκαιότητα αλλά μία από τις εκδοχές της ιστορικής εξέλιξης, ότι οι κοινωνίες μπορούν να εξελιχθούν προς διάφορες εκδοχές, μία από τις οποίες μπορεί να είναι και ο σοσιαλισμός. Οι αντιλήψεις αυτές τροφοδοτούν τον αγνωστικισμό και ουσιαστικά συμβάλλουν στην υπονόμευση κάθε προσπάθειας δημιουργίας επαναστατικού κινήματος που θα  αμφισβητήσει  τον καπιταλισμό.

Η μαρξιστική θεωρία όμως είναι σαφής: δεν αναφέρεται σε ένα σιδερένιο νόμο που θα υλοποιηθεί οπωσδήποτε και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρόνο‧  αναφέρεται σε κοινωνική νομοτέλεια, σε νόμο κοινωνικό και όχι φυσικό, άρα απαιτούνται ορισμένες προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί. “Η δράση των νόμων στην κοινωνική ζωή, αναφέρεται στο Φιλοσοφικό Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ, εκδηλώνεται με τη μορφή τάσεων, δηλαδή οι νόμοι προσδιορίζουν την κύρια κατεύθυνση της ανάπτυξης της κοινωνίας, χωρίς να περικλείνουν και να προκαθορίζουν το πλήθος των τυχαίων γεγονότων και των αποκλίσεων. Ακριβώς μέσω αυτών των τυχαίων γεγονότων και των αποκλίσεων η αναγκαιότητα επιβάλλεται ως νόμος… Οι νόμοι της κοινωνικής ανάπτυξης είναι αποκλειστικά νόμοι της δράσης των ανθρώπων και δεν υπάρχει τίποτα έξω από τη δράση αυτή…Οι άνθρωποι δημιουργούν οι ίδιοι την ιστορία τους μέσα στις υλικές και πνευματικές συνθήκες που κληρονομήθηκαν από τις προγενέστερες γενιές και τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Όμως βασισμένοι στην αντικειμενική υπαρκτή κοινωνική νομοτέλεια βρίσκουν στην ίδια την πραγματικότητα τις πηγές και τις δυνάμεις για το μετασχηματισμό της, δηλαδή ενεργούν δραστήρια… Η παραδοχή της κοινωνικής νομοτέλειες από το μαρξισμό αποτελεί τη θεωρητική βάση της διδασκαλίας για το νομοτελειακό χαρακτήρα της σοσιαλιστικής επανάστασης και για τον αναπόφευκτο θρίαμβο του κομμουνισμού.  ”Ας θυμηθούμε την τοποθέτηση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου  ότι η γραφτή ιστορία όλων των ως τώρα κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων.

Προβάλλεται όμως η αντίρρηση ότι μία σειρά τοποθετήσεις των κλασικών του μαρξισμού  αντιφάσκουν με την αντίληψη της κοινωνικής νομοτέλειας, της σοσιαλιστής επανάστασης και της κομμουνιστικής κοινωνίας.  Ότι στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο αναφέρεται πως ο αδιάκοπος αγώνας μεταξύ καταπιεστών και καταπιεζόμενων πότε καλυμμένος και πότε ανοιχτός τελείωνε κάθε φορά μ ένα επαναστατικό μετασχηματισμό ολόκληρης της κοινωνίας ή την από κοινού καταστροφή των τάξεων που αγωνίζονταν. Σε άλλη περίπτωση ο Μάρξ και ο ΄Ενγκελς έγραφαν ότι οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν αναπτυχθεί πέρα από τον έλεγχό τους και με τη δύναμη φυσικού νόμου οδηγούν το σύνολο καπιταλιστικής κοινωνίας προς την καταστροφή ή προς την επανάσταση‧ η Ρόζα Λούξεμπουργκ μίλησε για σοσιαλισμό η βαρβαρότητα. Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει καμία αντίθεση. Κάθε αγώνας δεν σημαίνει ότι καταλήγει σε νίκη δεν οδηγεί κατευθείαν στο σοσιαλιστικό στόχο, αλλά ανάλογα με τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που υπάρχουν και την ετοιμότητα και επάρκεια του υποκειμενικού παράγοντα μπορεί να υπάρχουν κάθε φορά νίκες ή ήττες‧ όμως, σε τελική ανάλυση, η κοινωνία θα κινηθεί προς τον τελικό στόχο το σοσιαλισμό. Ο ταξικός αγώνας δεν έχει σε κάθε επιμέρους μάχη ευτυχή για την εργατική τάξη κατάληξη, εξαρτάται από τις αντικειμενικές συνθήκες από τη δράση των ανθρώπων, από την ετοιμότητα και το ρόλο συνολικά του υποκειμενικού παράγοντας και του επαναστατικού κινήματος της συγκεκριμένη στιγμή. Οι αντικειμενικές συνθήκες στη Ρωσία του 1917 ήταν ιδιαίτερα θετικές για την επανάσταση, αλλά χωρίς κόμμα οργανωμένο τότε με τη συγκεκριμένη στρατηγική και τακτική που ανέπτυξε, τις ιδιαίτερα πετυχημένες κοινωνικές συμμαχίες της εργατικής τάξης και τη μεγάλη συμβολή της ηγετικής προσωπικότητας του Λένιν, η επανάσταση δεν θα είχε επιτυχία. Το κίνημα του ΕΑΜ στην κατοχή συσπείρωσε την εργατική τάξη, τη φτωχή αγροτιά τους εργαζόμενους της πόλης, δημιούργησε κράτος,  κρατικές δομές στην Ελεύθερη Ελλάδα, λαϊκά δικαστήρια, λαϊκή παιδεία, όμως η επαναστατική ανατροπή δεν ολοκληρώθηκε λόγω της θεωρητικής, στρατηγικής και πολιτικής ανεπάρκειας της ηγεσίας του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Τα παραδείγματα αυτά επιβεβαιώνουν την αντίληψη δράσης κοινωνικής νομοτέλειας, την ιστορική τάση προς την επανάσταση και το σοσιαλισμό μέσω της δράσης της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων και του κινήματος τους σε επαναστατική κατεύθυνση και με την κατάλληλη ηγεσία.

Οι εξελίξεις και κυρίως τα συγκλονιστικά γεγονότα στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα διαμόρφωσαν το έδαφος για τη μεγάλη αμφισβήτηση του μαρξισμού, συμπεριλαμβανομένου φυσικά του Λένιν, με την ευγενική προσπάθεια και τη χορηγία της αστικής τάξης και όλων των μηχανισμών της. Όμως η θεωρία των Μαρξ  Ένγκελς και Λένιν δεν διαψεύστηκε και με αυτή τη βεβαιότητα πρέπει να δράσει η εργατική τάξη και η πρωτοπορία της, αφού όμως φροντίσει να δώσει σαφείς επιστημονικές απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα και στις πολλαπλές αντιρρήσεις που έχουν προκύψει.

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας