Εργατικός Αγώνας

Ο Καποδίστριας, ο «Καποδίστριας», η ιστορική και πολιτική μας συνείδηση – Β’ μέρος

συνέχεια από Α’ μέρος

Ο μπάρμπα – Γιάννης

Στις 2 (14) Ιανουαρίου του 1827, η Γ` Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, η ίδια που ψήφισε το δημοκρατικότερο ίσως Σύνταγμα από όσα είχαν συγκροτηθεί μέχρι τότε σε ολόκληρο τον κόσμο, εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια. Την επιλογή αυτή στήριξαν με πάθος τα πιο λαϊκά στοιχεία της επανάστασης, κυρίως οι λαοφιλείς στρατιωτικοί ηγέτες Θ. Κολοκοτρώνης και Γ. Καραϊσκάκης, εκφραστές διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων του αγροτικού κόσμου. Η γενική στάση της Ρωσίας, της οποίας ο Καποδίστριας παρέμενε διπλωματικός υπάλληλος,  στάση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως στάση «ευμενούς ουδετερότητας», η διπλωματική διελκυστίνδα που είχε ξεκινήσει μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας με επίδικο την ανεξαρτησία της Ελλάδας, αλλά και οι εγνωσμένες ικανότητες του επιφανούς διπλωμάτη, ήταν τα κριτήρια γι` αυτή την επιλογή. Ο Καποδίστριας παραιτείται οριστικά από τη ρωσική διπλωματική υπηρεσία – το υπόμνημά του στον Τσάρο Νικόλαο αποτελεί σημαντική πηγή για τη δράση και τις ιδεολογικές του αρχές – και φτάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828.

Η Ελλάδα, κατά τη στιγμή της άφιξής του, δεν υπάρχει ακόμα ως κρατική οντότητα. Στρατεύματα του Ιμπραήμ, παρά την ήττα του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου στη ναυμαχία του Ναυαρίνου τον Οκτώβρη του 1827, βρίσκονται ακόμα στη χώρα. Ελληνικό κράτος δεν αναγνωρίζεται από πουθενά. Οι υποδομές είναι κατεστραμμένες. Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές εγκαταλειμμένες και εξαντλημένες. Η ναυτιλία – πηγή πλούτου στην προεπαναστατική Ελλάδα – διαλυμένη. Φτώχεια, πείνα, δυστυχία, ασθένειες, προσφυγιά, κυριαρχούν. Ομάδες πολεμάρχων πολεμούν μεταξύ τους. Εξάλλου, στη διάρκεια της Επανάστασης, 3 εμφύλιοι πόλεμοι έχουν καταδείξει όχι βέβαια την «κατάρα της φυλής, τη διχόνοια», όπως ισχυρίζεται η αστική ιστοριογραφία, αλλά τις βαθιές ταξικές, ευρύτερα κοινωνικές, ακόμα και τοπικές διαιρέσεις που διασχίζουν το σώμα του ευρύτεροι ελληνισμού.

Σε αυτό λοιπόν το πεδίο, το πεδίο της συγκρότησης ενός κράτους που καλά – καλά δεν υπήρχε ακόμα, η ιστοριογραφία οφείλει να αναγνωρίσει ότι ο Καποδίστριας έκανε εξαιρετική δουλειά:

Α) στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής: πέτυχε την εκκένωση του ελλαδικού χώρου από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Κινήθηκε με ευφυιϊα, αξιοποιώντας τις αντιθέσεις ανάμεσα στις δυο κυρίαρχες μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία – Ρωσία), ώστε να αναγνωριστεί η Ελλάδα ως ανεξάρτητο και όχι αυτόνομο κράτος, φόρου υποτελές στο Σουλτάνο και να διευρυνθούν τα σύνορα φτάνοντας μέχρι τη γραμμή Αμβρακικού – Παγασητικού[v]. Επίσης, προσπάθησε μέσω δανείων από τη Ρωσία και τη Γαλλία, να εξισορροπήσει την επιρροή των μεγάλων δυνάμεων στην Ελλάδα, διατηρώντας κατά το δυνατό την πραγματική της ανεξαρτησία, κάτι που τον κατοχύρωσε ως «ρωσόφιλο» στα μάτια της αγγλικής εξωτερικής πολιτικής.

Β) στην εσωτερική πολιτική: προσπάθησε να πατάξει την πειρατεία και τη ληστεία. Αναδιοργάνωσε τη διοίκηση, χωρίζοντας τη χώρα σε επαρχίες, πλήττοντας έτσι τους παλαιούς φορείς τοπικών εξουσιών. Κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση των προσφύγων και των ορφανών του πολέμου. Μερίμνησε για την παιδεία, ιδρύοντας σύστημα αλληλοδιδακτικών σχολείων, με τεχνικό κυρίως προσανατολισμό. Ίδρυσε νοσοκομεία. Περιόρισε την εξάπλωση της πανούκλας στην Πελοπόννησο το 1828, επιβάλλοντας καραντίνα και, αν και βαθιά θρησκευόμενος ο ίδιος, κλείνοντας, για το σκοπό αυτό, και τις εκκλησίες. Έκοψε εθνικό νόμισμα , το Φοίνικα. Έβαλε τις βάσεις για την οργάνωση του εθνικού τακτικού στρατού.

Η πλειοψηφία των θερμών υποστηρικτών του Κυβερνήτη, του «μπάρμπα – Γιάννη», όπως τον αποκαλούσαν, προερχόταν από τα πιο ταπεινά λαϊκά στρώματα, από την αγροτιά. Το αίτημα του αγροτικού κόσμου ήταν η διανομή των εθνικών γαιών[vi]. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ο Καποδίστριας είχε αποφασίσει να προχωρήσει σε αυτή τη διανομή, ώστε να δημιουργήσει ένα ευρύ στρώμα μικρών ελεύθερων αγροτών, που θα αποτελούσαν τη βάση της κρατικής εξουσίας (κρατήστε αυτή τη φράση, θα μας χρειαστεί παρακάτω). Είχε προχωρήσει στην καταγραφή και στην εκτίμηση της αξίας των κτημάτων. Αυτή όμως η αναδιανομή της γης δεν προχώρησε[vii]. Και αυτή ήταν η πρώτη ρωγμή στη σχέση του «μπάρμπα – Γιάννη», με έναν κόσμο που τον αγάπησε και τον αγκάλιασε με στοργή από την  πρώτη στιγμή που έφτασε στην Ελλάδα.

Στα θετικά της διακυβέρνησής του, δεν μπορούμε να μην εντάξουμε την εντιμότητα και την ανιδιοτέλειά του, αφού χρησιμοποιούσε και δικά του εισοδήματα για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών.

Μολαταύτα, υπάρχουν αρκετές και μάλιστα έντονες σκιές στον τρόπο με τον οποίο κυβέρνησε τη χώρα. Και αυτές έχουν  να κάνουν κυρίως με το πεδίο των θεσμών. Το έχουμε ήδη επισημάνει πολλές φορές: ο Καποδίστριας δεν ήταν δημοκράτης, δεν προερχόταν ούτε κοινωνικοταξικά ούτε ιδεολογικά από τη μεγάλη δεξαμενή των αστών (ή και πληβειακής καταγωγής) λογίων που εμπνεύστηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση. Παιδί της γαιοκτημονικής – διοικητικής αριστοκρατίας των Ιονίων Νήσων, πολιτικά μεγαλωμένος στην τσαρική Ρωσία, δεν ήταν – όπως τουλάχιστον μας διαβεβαιώνει ο Αρς – οπαδός του κνούτου και της απολυταρχίας. Το αναφέραμε και παραπάνω: ήταν οπαδός της συνταγματικής μοναρχίας. Όμως, θεωρώντας τον ελληνικό λαό ανώριμο, αρνήθηκε, πεισματικά σχεδόν, να δώσει σύνταγμα. Και όμως, ο «ανώριμος» ελληνικός λαός είχε μόλις βγει από μια μεγάλη επανάσταση, στη διάρκεια της οποίας είχε εκπονήσει, διά των εκπροσώπων του, όχι ένα αλλά τρία συντάγματα, το ένα πιο προοδευτικό από το άλλο.

Οι απολογητές της συγκεκριμένης στάσης του Καποδίστρια επισημαίνουν – και όχι εντελώς άδικα – ότι το Σύνταγμα θα μπορούσε να γίνει όπλο στα χέρια των φορέων τοπικών μικροεξουσιών οθωμανικού τύπου, ή πολιτικών ή οποίοι είχαν δράσει διασπαστικά στα χρόνια της επανάστασης ή/και ήταν φορείς ξέων συμφερόντων. Αλήθεια επίσης είναι

ότι, ήδη από τον πρώτο χρόνο της επανάστασης, τα πιο ριζοσπαστικά, φιλολαϊκά στοιχεία παραμερίζονται. Η Φιλική Εταιρεία παύει να υπάρχει από πολύ νωρίς, ο δε Κολοκοτρώνης αναφέρει, μιλώντας για το σκεπτικό με το οποίο γράφτηκε η διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στην Επίδαυρο το 1822, ότι οι επαναστατημένοι Έλληνες επεδίωκαν να μην τους πει η Ευρώπη «κακούς ανθρώπους και καρβονάρους». Αυτές οι ενστάσεις όμως – εξαιρετικά βάσιμες – δεν αναιρούν το γεγονός ότι η μη απόδοση συντάγματος σε ένα λαό που έχει ήδη γνωρίσει 3 και μάλιστα εν μέσω πολέμου, συνιστά πολιτικό πισωγύρισμα.

Άλλο ένα σοβαρό ζήτημα, είναι ο αυταρχισμός που επέδειξε σε πολλές περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του. «Είν` ελεύθερος ο τύπος – φτάνει μόνο να μη γράφει», έγραφε, σε ένα σατιρικό του στιχούργημα, ο Φαναριώτης ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος, φανατικός αντικαποδιστριακός. Ο αυταρχισμός και η καταστολή εντάθηκαν όταν ο Καποδίστριας κάλεσε να τον βοηθήσουν στη διακυβέρνηση της χώρας τα δυο αδέρφια του, Βιάρος και Αυγουστίνος. Άνθρωποι αδαείς περί την πολιτική, γνήσια παιδιά της τάξης τους, πολιτεύτηκαν αυταρχικά και με βαθιά περιφρόνηση για τον ελληνικό λαό, συσπειρώνοντας ακόμα περισσότερο την αντικαποδιστριακή αντιπολίτευση.

Ποια ήταν όμως αυτή η αντιπολίτευση; Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ένας ενιαίος χώρος, ούτε κοινωνικοταξικά ούτε ιδεολογικοπολιτικά. Σε αυτήν, συμμετείχαν αγωνιστές του `21 που θεωρούσαν ότι ο ρόλος τους στην επανάσταση δεν τους απέδωσε αυτά που προσδοκούσαν (χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του στρατηγού Μακρυγιάννη‧ συμμετείχαν προοδευτικοί λόγιοι, επηρεασμένοι από το Γαλλικό διαφωτισμό‧ συμμετείχαν άνθρωποι με μεγάλη συνεισφορά στην εκπόνηση των συνταγμάτων, αλλά με δόλια συμπεριφορά απέναντι στους αγωνιστές και στενούς δεσμούς με την Αγγλία (Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος). Ο καθοδηγητικός ρόλος όμως ανήκε στους φορείς των παλιών μικροεξουσιών, στους τοπάρχες, αλλά και στους καραβοκύρηδες των νησιών. Ανάμεσα στους πρώτους, ξεχωριστή θέση κατέχει η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων από τη Μάνη, που είχε προσφέρει πολλά στον αγώνα της ανεξαρτησίας, αλλά που ήθελε επίσης, στο νεοσύστατο κράτος, να διατηρήσει τα προνόμια και την τοπική εξουσία που είχε διασφαλίσει από τους Οθωμανούς. Στο ίδιο μήκος κύματος, και οι καραβοκύρηδες των νησιών: αν και βασικοί εκπρόσωποι των αστικών στρωμάτων, προτίμησαν τα ατομικά τους συμφέροντα από το να στηρίξουν ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο του Καποδίστρια που επεδίωκε τη συγκρότηση ακριβώς ενός αστικού κράτους νέου – για τα δεδομένα των αρχών του 19ου αιώνα – τύπου.

Αυτοί οι δεύτεροι, σε μια έκρηξη αντικαποδιστριακής οργής πυρπόλησαν το ναύσταθμο του Πόρου. Οι πρώτοι, διά χειρός του αδελφού και του γιού του φυλακισμένου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνου και Γεώργιου, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, δολοφόνησαν τον Κυβερνήτη έξω από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, όπου, με τη συνοδεία του μονόχειρα κρητικού σωματοφύλακά του, πήγαινε για να παρακολουθήσει την κυριακάτικη λειτουργία…

Μια εκτίμηση

Αναμφίβολα, ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε μια σημαίνουσα προσωπικότητα. «Το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον αγώνα του ελληνικού λαού για την εθνική απελευθέρωση και τη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους», γράφει ο Γκρ. Λ. Αρς.[viii] Η κομμουνιστική διανόηση, ιστορικά, δεν του έχει επιφυλάξει ιδιαίτερα θετική προσέγγιση. Ωστόσο, η δουλειά των σοβιετικών ιστορικών που, πέρα από την ισχυρή μαρξιστική σκευή, είχαν και άμεσα στη διάθεσή τους τα ρωσικά αρχεία – ιδιαίτερα του Αρς, ο οποίος στάθηκε και η βασική πηγή αυτού του πονήματος – εμπλούτισε την προβληματική και εξισορρόπησε, από πλευράς μαρξιστικής και διαλεκτικής, την προσέγγιση της συγκεκριμένης προσωπικότητας.

Ας μας επιτρέψουν λοιπόν οι αναγνώστες μια προσέγγιση στο πρόσωπο Καποδίστριας, στην εποχή του και στις προοπτικές που θα είχε η διακυβέρνησή του, αν δεν είχε δολοφονηθεί. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν ένας έντιμος, ευφυής και ανιδιοτελής άνθρωπος, αυτό είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Επίσης, ήταν ένας άνθρωπος στοχοπροσηλωμένος, σε βαθμό που να μην έχει καν προσωπική ζωή. Ήταν συντηρητικός και βαθιά θρησκευόμενος, αλλά επίσης και ορθολογιστής, κάτι που αποδεικνύεται και από το κλείσιμο των εκκλησιών στη διάρκεια της πανούκλας. Δεν υπήρξε επαναστάτης, δεν έμεινε όμως αδιάφορος, κάθε άλλο, για τις τύχες της ιδιαίτερης πατρίδας του και του ελληνισμού γενικότερα. Προσπάθησε να κυβερνήσει παίρνοντας φιλολαϊκά μέτρα, μπολιασμένα με μια πατερναλιστική αντίληψη συμβατή με την τάξη από την οποία προερχόταν και με την πολιτική του παιδεία. Προσπάθησε επίσης να οργανώσει ένα χάος και να το κάνει κράτος. Από την άλλη μεριά, καταστρατήγησε πολιτικές ελευθερίες και κατακτήσεις που είχαν επιτευχθεί κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας.

Οι πολλαπλές ταυτότητες λοιπόν του προσώπου αυτού, στις οποίες αναφερθήκαμε και παραπάνω, δεν έδεσαν οργανικά μεταξύ τους και του στέρησαν το βασικότερο εφόδιο που πρέπει να έχει ένας ηγέτης και που δεν αφορά τις ατομικές του ικανότητες ή την ηθική του: το κοινωνικό συλλογικό υποκείμενο το οποίο εκφράζεται μέσα από τις πράξεις του, μέσα από την πολιτική δράση και κατεύθυνσή του. Ο Καποδίστριας προερχόταν από το αρχοντολόϊ, από τη φεουδαρχική τάξη των Ιόνιων νησιών. Στη νεοσύστατη Ελλάδα που καλείται να κυβερνήσει δεν υπάρχει αντίστοιχη κοινωνική τάξη. Το πιο κοντινό – κι αυτό με μεγάλη αφαίρεση – σχήμα είναι οι παλιοί τοπάρχες. Αυτοί όμως δεν είναι αριστοκράτες, κατά τα δυτικά πρότυπα, δεν έχουν τίτλους τιμής. Πολλοί εξ αυτών – με πρώτους του Μαυρομιχαλαίους – ξεκίνησαν ως ληστοπειρατές. Η Οθωμανική αυτοκρατορία τους είχε δώσει διοικητικά προνόμια που κινδύνευαν να χάσουν με τη συγκρότηση ισχυρού κράτους με κεντρική διοίκηση.

Από την άλλη πλευρά, ο Καποδίστριας θέλησε να δημιουργήσει ένα αστικό κράτος, αλλά χωρίς … αστούς. Αυτούς τους έχασε, είτε  περιφρονώντας τα πολιτικά διακυβεύματά τους (Σύνταγμα), είτε ακόμα και θεωρούμενος φίλα προσκείμενος σε μια πολιτική δύναμη που δεν ήταν η πρώτη τους επιλογή, καθώς πολλοί από αυτούς είχαν στενή σχέση με το αγγλικό κεφάλαιο.

Ποιοι μένουν επομένως; Τα πλατιά λαϊκά στρώματα, η αγροτιά. Ανέφερα παραπάνω ότι, ως κυβερνήτης είχε στόχο να δημιουργήσει ένα πλατύ στρώμα ελεύθερων μικροϊδιοκτητών γης, που θα αποτελούσαν το θεμέλιο της εξουσίας του. Εδώ όμως, πρέπει να αναφέρουμε μια μεγάλη ιστορική αλήθεια: η αγροτιά δεν μπορεί ποτέ να συγκροτήσει δικό της κράτος και πάντα λειτουργεί συμπληρωματικά σε σχέση με μια άλλη τάξη: με τους αστούς, κατά το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, με την εργατική τάξη κατά το πέρασμα στο σοσιαλισμό. Στη δε συγκεκριμένη περίπτωση που εδώ εξετάζουμε, η καθυστέρηση στη διανομή των εθνικών κτημάτων διέρρηξε τη σχέση ανάμεσα στον κυβερνήτη και στη μεγάλη πλειοψηφία των λαϊκών μαζών που με ενθουσιασμό τον είχε στηρίξει.

Δεν είναι λοιπόν η δολοφονία του Καποδίστρια που εμπόδισε το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να αναπτυχθεί στη μία ή στην άλλη κατεύθυνση. Είναι η συγκεκριμένη κοινωνική δομή, οι κοινωνικές τάξεις και τα στρώματα που πήραν μέρος στην επανάσταση, τα αιτήματα, οι στοχεύσεις τους και η ιστορική δυναμική τους.  Σε αυτό όμως το ζήτημα, ιδωμένο από τη σκοπιά του σήμερα, θα επανέλθουμε.

Δώρα Μόσχου

συνέχεια στο Γ’ μέρος

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας