Εργατικός Αγώνας

Ο Καποδίστριας, ο «Καποδίστριας», η ιστορική και πολιτική μας συνείδηση – Α’ μέρος

«Το Έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές». Τάδε έφη Διονύσιος (κόμης) Σολωμός, ο άνθρωπος που διάλεξε πατρίδα γλώσσα και τάξη και στάθηκε σε όλη του τη ζωή στο πλευρό του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού. Με τις αντιφάσεις, ωστόσο, που χαρακτηρίζουν τον καλλιτέχνη, επέμενε στην προσθήκη του τίτλου που κληρονόμησε από τον αριστοκράτη πατέρα του ανάμεσα στο μικρό όνομα και το επώνυμό του σε όλη τη διάρκεια της ζωής του…

Ο άνθρωπος, η συνείδησή του, διαμορφώνεται κατά μεγάλο μέρος από την υλική του ύπαρξη, από την τάξη του. Μπορεί ενίοτε να γίνει αποστάτης της τάξης του στην πορεία της ζωής του. Από μια άλλη πλευρά, τα έθνη οφείλουν να αντιμετωπίζουν τις ιστορικές τους περιπέτειες, τους ήρωες και τους Εφιάλτες τους, κοιτώντας τον εαυτό τους σε καθρέφτη που δεν θα μοιάζει με εκείνον της … μητριάς της Χιονάτης, δεν θα τους λέει ότι είναι οι ομορφότεροι, οι αξιότεροι (βάλτε όσους συγκριτικούς και υπερθετικούς βαθμούς θέλετε) σε σχέση με όλους τους άλλους.

Ο μακρύς αυτός πρόλογος γίνεται ως εισαγωγή σε ένα – επίσης αρκετά μακρό – κείμενο, στο οποίο θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το φαινόμενο «Καποδίστριας». Θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε πώς μια εξαιρετικά κακότεχνη, στα όρια της παρωδίας, ταινία, κατόρθωσε από τις πρώτες ήδη μέρες της προβολής της, να σημειώσει ρεκόρ εισιτηρίων, αλλά και να φανατίσει ένα πολυπληθές κοινό, το οποίο σε κάθε τεκμηριωμένη αμφισβήτηση, αισθητικού ή και ιστορικο – πολιτικού χαρακτήρα του σμαράγδειου πονήματος, απαντά με φανατικές κραυγές και αδιανόητες ειρωνείες και ύβρεις, ενίοτε και αντιφατικές μεταξύ τους. Σταχυολογώ ορισμένες από τις αντιδράσεις αυτές: όσοι δεν αναγνωρίζουν το μεγαλείο της ταινίας είναι κατά σειράν: «ανθέλληνες», «ισλαμολάγνοι», «αναρχοάπλυτοι», «κουμμούνια», «προδότες», «απόγονοι των Μαυρομιχαλαίων και των κοτζαμπάσηδων», «άθεοι και αντίχριστοι». Επίσης, «τρεις μεγάλοι άνδρες κυβέρνησαν την Ελλάδα, ο Καποδίστριας, ο Μεταξάς και ο Παπαδόπουλος». Αλλά και «δε μας ενδιαφέρει η ταινία, δεν την κρίνουμε σαν ταινία», «εσείς κοιτάτε τα κοστούμια, τη φωτογραφία και τα σκηνικά, εμείς κοιτάμε την ουσία». Ακόμα: «τρία χρόνια ακόμα να ζούσε ο Καποδίστριας θα είχαμε γίνει Ελβετία» και «ένας Καποδίστριας χρειάζεται» και «να δουν υποχρεωτικά την ταινία και οι 300 της Βουλής». Φυσικά, δε λείπει και η … συμπονετική απεύθυνση: «Πονάτε, ανθέλληνες, κομμούνια» κλπ. κλπ.

Έχουμε και άλλη πλευρά: αυτούς που ισχυρίζονται (μιλώ εντελώς σοβαρά) ότι ο Καποδίστριας ήταν πράκτορας των Ρώσων, άρα, αν είχε επιζήσει θα είχαμε γίνει όλοι … κομμουνιστές (!!!), άρα καλά έκαναν και τον σκότωσαν. Επίσης, σήμερα, θα είμαστε … πουτινάκια  και δε θα βρισκόμαστε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας…

Με τέτοιους όρους διεξάγεται αυτή τη στιγμή ο δημόσιος διάλογος, κυρίως μέσα στο τοξικό περιβάλλον των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης. Η συζήτηση έχει προ πολλού ξεφύγει – αναμενόμενο ήταν εξάλλου – από τα πλαίσια της προσωπικής αισθητικής και έχει περάσει στη σφαίρα της ιστορικής γνώσης, του αισθητικού κριτηρίου, αλλά και – το σημαντικότερο – της πολιτικής συνείδησης σε σχέση με το σήμερα. Θα προσπαθήσουμε λοιπόν, στο παρόν άρθρο, να αναδείξουμε όσο το δυνατό περισσότερες πλευρές, όσο το δυνατό περισσότερα ζητήματα από αυτά που άνοιξε η προβολή και η μεγάλη αποδοχή της ταινίας.

         Η ιστορία

Το πρώτο πεδίο με το οποίο θα ασχοληθούμε είναι η Ιστορία αυτή καθεαυτή, τα γεγονότα αλλά και μια προσπάθεια μαρξιστικής – διαλεκτικής αποτίμησής τους μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Ποιος ήταν λοιπόν ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο κυβερνήτης του υπό σύσταση ακόμα – ούτε καν νεοσύστατου – ελληνικού κράτους; Ποια ήταν η ταξική του προέλευση, οι βάσεις πάνω στις οποίες διαμόρφωσε την ιδεολογία και την προσωπικότητά του; Η κοσμοθεωρία του; Η διπλωματική του καριέρα και η πολιτική του δραστηριότητα εντός και εκτός ελλαδικού χώρου; Θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε αυτές τις πλευρές, σε συνδυασμό με το τοπικό αλλά και ευρύτερα διεθνές κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο της εποχής του, γιατί ο Καποδίστριας, όπως και οποιαδήποτε άλλη προσωπικότητα, δεν είναι παρά παιδί του καιρού και του τόπου του.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε το 1776 στη Βενετοκρατούμενη Κέρκυρα και ήταν γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας με καταγωγή – όπως άλλωστε δηλώνει και το οικογενειακό επώνυμο – από το ακρωτήριο Ίστρια της Δαλματίας (Capo d’ Istria). Στην Κέρκυρα έφτασαν το 14ο αιώνα και, από το 15ο, το όνομά τους αναφέρεται στη Χρυσή Βίβλο. Η οικογένεια είχε εκτεταμένες γαιοκτησίες, στη νότια, κυρίως, Κέρκυρα και ήταν μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου. Να σημειώσουμε εδώ ότι η κερκυραϊκή αριστοκρατία ήταν γαιοκτητική αλλά και διοικητική. Η οικογένεια Καποδίστρια πληρούσε και τα 2 αυτά κριτήρια, δηλαδή είχε και μεγάλη έγγεια περιουσία που την εκμεταλλευόταν με φεουδαρχικούς όρους, αλλά συμμετείχε και στη διοίκηση.

Ο πατέρας του Ιωάννη, Αντώνιος – Μαρία Καποδίστριας (ο Αντωνομαρίας των κερκυραίων) ήταν ένας άνθρωπος πολυπράγμων, βαθιά θρησκευόμενος, βαθιά συντηρητικός και με μεγάλη παρουσία στα δημόσια πράγματα του νησιού. Η βαθιά του θρησκευτικότητα δεν τον εμπόδισε να είναι τριπλός πράκτορας: οι Inquisitori di Stato, η «βενετσιάνικη ΚΥΠ», όπως τους χαρακτήριζε ο πρύτανης των βενετολογικών σπουδών στην Ελλάδα, αείμνηστος καθηγητής Κων/νος Ντόκος, εφιστούν την προσοχή των βενετικών αρχών στην Κέρκυρα «να προσέχουν τον κόμητα Αντώνιο – Μαρία Καποδίστρια, ο οποίος βρίσκεται σε διαρκείς συνεννοήσεις τόσο με τις οθωμανικές όσο και με τις ρωσικές αρχές»,[i] ενώ ταυτόχρονα δείχνει να παραμένει πιστός υπηρέτης της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.

Ο κόντε Νάννες

Ο Ιωάννης λοιπόν μεγάλωσε σε μια οικογένεια που απολάμβανε όλα τα φεουδαρχικά προνόμια της τάξης στην οποίαν ανήκε. Όπως πολλοί γόνοι της επτανησιακής αριστοκρατίας, πήγε στην Ιταλία για σπουδές και σπούδασε φιλοσοφία και ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Ήταν δύσκολο, σε αυτό το περιβάλλον, να μην επηρεαστεί έστω και στο ελάχιστο από το πνεύμα του Διαφωτισμού, κατά τη διάρκεια των σπουδών του. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν ενστερνίστηκε το ριζσσπαστικό πνεύμα του, όπως τουλάχιστον εκφράστηκε με τη Γαλλική Επανάσταση. Η συνήθης διατύπωση για την ιδεολογία του Καποδίστρια είναι ότι ήταν οπαδός της «Φωτισμένης Δεσποτείας». Ωστόσο, ο μεγάλος σοβιετικός ιστορικός Γριγκόρι Λβόβιτς Αρς ισχυρίζεται, με ισχυρά επιχειρήματα, ότι ο Καποδίστριας ήταν οπαδός της συνταγματικής μοναρχίας. Ο νεαρός ευγενής επέστρεψε στην Κέρκυρα το 1797, για να ασκήσει, με φιλάνθρωπη, κατά τα θρυλούμενα, διάθεση το επάγγελμα του χειρουργού γιατρού (το μόνο χειρωνακτικό επάγγελμα που μπορούσε να ασκήσει ένας ευγενής). Τότε όμως ήδη «άλλος ήλιος είχε βγει, σ` άλλη θάλασσα άλλη γη». Τα στρατεύματα του Ναπολέοντα καταλύουν τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας και, με τη συνθήκη του Καμποφόρμιο, τα Ιόνια νησιά περνάνε στα χέρια των δημοκρατικών Γάλλων. Τα πληβειακά στρώματα (αστοί και χωρικοί) τους υποδέχονται με ενθουσιασμό. Σε μια προσπάθεια σύνδεσης – πολύ συχνή στο υπό συγκρότηση ελληνικό έθνος – του νεότερου ελληνισμού με την αρχαιότητα, κατά την υποδοχή του ναυάρχου Ζεντιλί στην Κέρκυρα, ο πρωτοπαπάς Γεώργιος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος του δώρισε ένα αντίτυπο της «Οδύσσειας», ενώ στο πλάτωμα μπροστά από το Παλαιό Φρούριο που, σε λίγα χρόνια θα γινόταν η περίφημη Σπιανάδα, ο λαός φυτεύει το «δέντρο της Ελευθερίας».

Οι Γάλλοι κατάργησαν τους φεουδαρχικούς θεσμούς που ταλάνιζαν τα νησιά για αιώνες. Όμως, το σύντομο αυτό πείραμα εξαστισμού των Ιόνιων κοινωνιών, έληξε άδοξα όταν το αρχοντολόϊ,, με επικεφαλής τον Αντωνομαρία Καποδίστρια, έπεισε τους χωρικούς να στραφούν ενάντια στους «άθεους Γάλλους», ενώ ο ναύαρχος Ουσακόφ, επικεφαλής του ρωσικού στόλου της Μεσογείου, σε συνεργασία και με τον Καπουδάν Πασά, κατενίκησαν και εκδίωξαν τους Γάλλους από τα νησιά. Στην Ιόνιο Πολιτεία που συγκροτήθηκε υπό την προστασία της Ρωσίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, επανήλθαν οι καταργημένοι φεουδαρχικοί θεσμοί, οι οποίοι εδραιώθηκαν κατά την περίοδο της Αγγλικής Προστασίας (1815 – 1864).

Για να μην προτρέχουμε όμως, ο νεαρός Ιωάννης (ο κόντε Νάννες, κατά το κερκυραϊκό ιδίωμα) με προτροπή του πατέρα του, υπηρέτησε πιστά, σε αυτό το διάστημα, τη ρωσική επικυριαρχία στην Ιόνιο Πολιτεία και βοήθησε ενεργά στη συγκρότηση του Συντάγματός της, το οποίο απηχούσε και τη συντηρητική πλην μετριοπαθή κοσμοθεωρία του. Το Σύνταγμα προέβλεπε ορισμένες παραχωρήσεις στην «Τρίτη τάξη» καθώς και ορισμένα πολιτικά δικαιώματα στην ηγεσία της αστικής.

Το 1807, τα νησιά περνάνε στην κυριαρχία της Ναπολεόντειας – αυτοκρατορικής – Γαλλίας. Το 1809, ο νεαρός Καποδίστριας, ο οποίος είχε προκαλέσει την προσοχή του ναυάρχου Ουσακόφ, μετά από ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι, πηγαίνει στην Αγία Πετρούπολη και εντάσσεται στη διπλωματική υπηρεσία του Τσάρου.

Ο κόμης Ιβάν Αντόνοβιτς

Η ανέλιξη της σταδιοδρομίας του νεαρού κερκυραίου που ταλαιπωρούνταν από τους βαρείς ρωσικούς χειμώνες και που ο μάλλον κλειστός χαρακτήρας του δεν του άνοιγε πολύ εύκολα τις πόρτες των κοσμικών κύκλων της πρωτεύουσας, ήταν ραγδαία. Συνέπεσε δε με κοσμοϊστορικά γεγονότα στην Ευρώπη, αλλά και με το θλιβερό πισωγύρισμα της Παλινόρθωσης. Πιστός στον ιδιόρρυθμο Τσάρο Αλέξανδρο, υπηρέτησε πιστά τη ρωσική εξωτερική πολιτική, κάτι που φάνηκε κυρίως στο Συνέδριο της Βιέννης (1814 – 1815), με το οποίο οι νικήτριες δυνάμεις του Ναπολέοντα διαμόρφωσαν κατά το δοκούν τα πράγματα της ηπείρου και, επίσης, συγκρότησαν την Ιερά Συμμαχία – απηνή διώκτη όλων των κοινωνικών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.

Ένα από τα ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη Ιστοριογραφία είναι το ζήτημα της ταυτότητας ή και των πολλαπλών ταυτοτήτων. Οι πολλαπλές δηλαδή υλικότητες που συγκροτούν τη βάση πάνω στην οποία χτίζεται η προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Πολλές φορές, οι πολλαπλές ταυτότητες μπορεί να είναι συγγενείς μεταξύ τους, άλλοτε να αποκλίνουν. Και εδώ ξαναρχόμαστε στην περίπτωση του νεαρού κερκυραίου ευγενούς, ο οποίος, χωρίς να απεμπολήσει τις αξίες της τάξης του – μιας τάξης που έτσι κι αλλιώς πεθαίνει – έχει και μια ανθρωπιστική αντίληψη για τις υπάλληλες τάξεις, μπολιασμένη με μια πατερναλιστική συμπεριφορά – αποτύπωμα της μακράς θητείας του στη ρωσική πολιτική ζωή. Φανταζόμαστε ένα νεαρό που ο τίτλος του κόμη απονεμήθηκε στην οικογένειά του λίγο πριν το τέλος της Βενετοκρατίας, σε μια επαρχία της Ευρώπης, να μεταφέρεται στην επιβλητική πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας. Τον φανταζόμαστε επίσης να προσπαθεί να μάθει τη γλώσσα της χώρας που τον φιλοξενεί και στην οποία προσφέρει τις υπηρεσίες του: να προσπαθεί να υποτάξει τα σκληρά ρωσικά σύμφωνα και την αργόσυρτη ρωσική προφορά στο τραγουδιστό ιδίωμα της πατρίδας του και στον ακόμα πιο τραγουδιστό ιταλικό επιτονισμό, γλώσσα όχι μόνο των σπουδών του, αλλά και της τάξης του. Εννοείται ότι, όπως όλοι οι διπλωμάτες – και η διπλωματία – της εποχής μιλούσε και άπταιστα γαλλικά…

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει – και λόγω κλειστού χαρακτήρα – στην κοινωνική του ζωή, η πολιτική του σταδιοδρομία εκτοξεύεται και οι διπλωματικές του ικανότητες εκτιμώνται ιδιαίτερα από τον Τσάρο Αλέξανδρο, ο οποίος, το 1813, τον ονομάζει Υπουργό Εξωτερικών, θέση που μοιράζεται με τον κόμητα Νέσσελροντ. Ο Γκρ. Λ. Αρς ισχυρίζεται ότι αυτή την περίοδο, η ιδεολογία του Καποδίστρια μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αριστοκρατικός φιλελευθερισμός», με την έννοια ότι δέχεται την παραχώρηση ορισμένων δικαιωμάτων σε μερίδα, τουλάχιστον, της αστικής τάξης. Αυτή η ιδεολογική του τοποθέτηση συμπίπτει με μια προσπάθεια του τσαρικού καθεστώτος και του Αλέξανδρου προσωπικά να παρουσιάσει ένα πιο «φιλελεύθερο» πρόσωπο στην Ευρώπη. Η Γαλλική Επανάσταση έχει ηττηθεί αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί: ο Καποδίστριας φρονεί ότι η πλήρης περιφρόνηση των αιτημάτων που διατυπώθηκαν το 1789 μπορεί να οδηγήσει σε επαναστατική έξαρση, κάτι που, βέβαια, δε συμφέρει κανένα από τα καθεστώτα και τις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης.

Μαζί με τη συμπάθεια και την εμπιστοσύνη του τσάρου, ο Καποδίστριας «κερδίζει» και κάτι ακόμα: την απέχθεια του αυστριακού καγκελλάριου Κλέμενς φον Μέττερνιχ, ενός δαιμόνιου διπλωμάτη που ήταν όμως ο απόλυτος εκπρόσωπος των παλιών καθεστώτων, της απολυταρχίας, των φεουδαρχικών θεσμών, των πολυεθνικών αυτοκρατοριών που φυλάκιζαν και βασάνιζαν λαούς.

Μέσα στη δίνη των συνταρακτικών γεγονότων της δεκαετίας 1810 – 1820, ο Καποδίστριας δεν περιορίζεται στην παροχή των υπηρεσιών του προς τη Ρωσία. Εκδηλώνει σαφές ενδιαφέρον για τα ελληνικά πράγματα και για την τύχη του ελλαδικού χώρου που μοιράζεται σε ξενικές διοικήσεις και καταβάλλει σοβαρότατες προσπάθειες για να βοηθήσει τον ελληνισμό. Το ενδιαφέρον του ξεκινά από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Είναι πρώτα – πρώτα ένας ιόνιος πατριώτης. Μετά την ήττα του Ναπολέοντα, τα Ιόνια νησιά διαφιλονικούνται από την Αυστρία και την Αγγλία. Η γεωγραφική τους θέση – γέφυρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, ανάμεσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την Ευρώπη – τα καθιστά ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί στα χέρια όσων τα κατέχουν. Ο Καποδίστριας δε συμπαθεί την Αγγλία, θεωρεί όμως ότι το κοινοβουλευτικό της πολίτευμα δίνει περισσότερες εγγυήσεις για την ανασύσταση της Ιονίου Πολιτείας που είχαν καταλύσει οι αυτοκρατορικοί Γάλλοι, καθώς και την επαναφορά του μετριοπαθούς Συντάγματός της, σε σχέση με την αυστριακή απολυταρχία. Πείθει τον τσάρο να συναινέσει σε αυτή τη λύση και, με τη βοήθεια των διπλωματικών ικανοτήτων του, τελικά με το συνθήκη του Τίλσιτ (1814) τα νησιά παραχωρούνται στην Αγγλία, η οποία θα έπρεπε να ενεργεί ως προστάτιδα δύναμη.

Οι ελπίδες του Καποδίστρια διαψεύστηκαν πολύ νωρίς. Οι Άγγλοι αποικιοποίησαν τα νησιά και η διακυβέρνησή τους στάθηκε ιδιαίτερα σκληρή και απάνθρωπη, ειδικά το πρώτο διάστημα, όταν ύπατος αρμοστής ήταν ο διαβόητος Τόμας Μέτλαντ. Ο Καποδίστριας δεν έπαψε, σε όλο αυτό το διάστημα να ενδιαφέρεται και να παρεμβαίνει για τις τύχες της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Με συνειδησιακή γέφυρα το ενδιαφέρον για την τύχη των Ιόνιων νησιών, ο Καποδίστριας περνά στην εκδήλωση του ενδιαφέροντός του για τις τύχες του συνόλου του ελληνικού κόσμου[ii]. Και εδώ πρέπει να κάνουμε μια απαραίτητα παρέκβαση: ο Καποδίστριας είναι υψηλόβαθμος κρατικός υπάλληλος της τσαρικής Ρωσίας. Η πολιτική της χώρας αυτής απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, έχει μια εγγενή αντίφαση σε σχέση με το ίδιο το καθεστώς της. Καθεστώς αυταρχικό, ακραία απολυταρχικό, μια πραγματική «φυλακή των λαών» και, βέβαια, ιδρυτικό μέλος της Ιεράς Συμμαχίας. Ωστόσο, απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, η στάση της Ρωσίας δεν υπαγορεύεται μόνο από την ιδεολογία της, αλλά και από τα στρατηγικά της συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή. Διακαής επιθυμία του ρωσικού κόσμου είναι η απόκτηση πρόσβασης σε θερμή θάλασσα, δηλαδή στη Μεσόγειο. Όμως, τα Στενά των Δαρδανελλίων είναι κλειστά, κατέχονται από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Έτσι λοιπόν είναι η μόνη από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις που έχει συμφέρον από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκμεταλλεύεται δε ως προς αυτό την εθνοφυλετική και γλωσσική συγγένεια με τους περισσότερους λαούς των Βαλκανίων, αλλά και την εγγύτητα με τον ελληνικό κόσμο, καθώς η Ρωσία θεωρεί εαυτήν επίγονο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μεταξύ άλλων και λόγω κοινού δόγματος.

Ήδη από το 18ο αιώνα, οι Ρώσοι τσάροι, με πρώτο το μεγάλο Πέτρο (ο οποίος επαινεί τους Κλέφτες, που ακόμα δεν λειτουργούν ως εκφραστές συγκροτημένης εθνικής συνείδησης) προσπαθούν να προσεγγίσουν τον ελληνισμό που βρίσκεται σε διαδικασία εθνογένεσης. Η Αικατερίνη, η επονομαζόμενη Μεγάλη, προστατεύει το Λάμπρο Κατσώνη, ενώ με τη ρωσοτουρκική Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρττζή (1774) τα ελληνικών συμφερόντων πλοία αποκτούν τη δυνατότητα να πλέουν με ρώσικη σημαία και να μεταφέρουν ρωσικό στάρι. Αλλά και ο λαϊκός ελληνικός κόσμος – όχι οι λόγιοι και οι αστοί, οι οποίοι την εποχή εκείνη, επηρεάζονται από το γαλλικό διαφωτισμό και, αργότερα, προσβλέπουν στην επαναστατημένη Γαλλία – προσβλέπει στη ρωσική βοήθεια και οι προσδοκίες αυτές δε σταματοιύν ούτε μετά τα Ορλωφικά του 1770, όταν οι αδελφοί Ορλώφ εγκαταλείπουν στην τύχη του τον επαναστατημένο Μοριά. Θα πρέπει επίσης εδώ να επισημάνουμε ότι βαθιά φιλικά αισθήματα προς τον ελληνικό κόσμο, έτρεφε και ο ρωσικός λαός αλλά και η ρωσική διανόηση.

Μέσα σε αυτό το κλίμα λοιπόν, ο Καποδίστριας βρήκε, καταρχήν ευήκοα ώτα, σε σχέση με την απελευθέρωση των Ελλήνων από την Οθωμανική κυριαρχία. Όμως, πρέπει εξ αρχής να διασαφηνιστεί το εξής: ο Καποδίστριας ΔΕΝ ήταν επαναστάτης. Δεν πίστευε γενικώς στις ένοπλες εξεγέρσεις των λαών, τις φοβόταν, αλλά δεν πίστευε και στην ένοπλη εξέγερση του ελληνικού λαού. Τόσο γιατί ήταν κάτι αντίθετο με τον κοσμοθεωρία του, όσο και γιατί θεωρούσε ότι δεν ήταν ώριμες οι συνθήκες. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ήταν εχθρικός απέναντι στο αίτημα της απελευθέρωσης. Πίστευε όμως ότι θα γινόταν δυνατή με 2 τρόπους: ο ένας ήταν η γενίκευση της παιδείας, τουλάχιστον στο στρώμα των μορφωμένων Ελλήνων. Από αυτή την άποψη, η θέση του ταιριάζει με τη θέση ενός μετέπειτα ορκισμένου εχθρού του, του Αδαμάντιου Κοραή. Ο δεύτερος τρόπος ήταν η παρέμβαση μιας μεγάλης δύναμης – εντελώς συγκεκριμένα της Ρωσίας.

Γράφει ο Γκριγκόρι Λ. Αρς: «Όσον αφορά τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ο Ι. Καποδίστριας δεν ήταν ούτε επαναστάτης ούτε δημοκράτης. Ωστόσο, όλη η ζωή του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το δίκαιο αγώνα των κατοίκων των Ιονίων Νήσων για τα εθνικά τους δικαιώματα, με τον αγώνα κατά της βρετανικής κυριαρχίας και με ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του πρώτου τρίτου του 19ου αιώνα».[iii]

Και αλλού: «Το πρόγραμμα του Καποδίστρια και άλλων μετριοπαθών Ελλήνων παραγόντων αντανακλούσε την πολιτική σκέψη ενός μέρους των εύπορων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας, που είχαν ταχθεί υπέρ της κατάλυσης της Οθωμανικής κυριαρχίας, όμως φοβούνταν τις επαναστατικές ενέργειες των λαϊκών μαζών».[iv]

Τούτων δοθέντων: ο Καποδίστριας δεν είχε καμία ιδεολογική, πολύ περισσότερο δε οργανωτική σχέση με τη Φιλική Εταιρεία, που ιδρύθηκε στην Οδησσό το 1814 και έδρασε δυναμικά σε μεγάλη έκταση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Όταν μάλιστα τον πλησίασε – μη τηρώντας, είναι η αλήθεια, κανένα συνωμοτικό κανόνα – ο νεαρός Ιθακήσιος Γαλάτης, για να του προτείνει την αρχηγία της οργάνωσης, αυτός αρνήθηκε και τον απέπεμψε με μεγάλη αυστηρότητα.

Ωστόσο, πολύ σημαντικό μέρος της πολιτικής, διπλωματικής, ακόμα και πολιτιστικής δραστηριότητας που ανέπτυξε ως ανώτατος κρατικός υπάλληλος της Ρωσίας, αφιερώθηκε στο ζήτημα της προστασίας των Ελλήνων. Σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται και η ίδρυση – με την έγκριση του Τσάρου –της «Φιλομούσου Εταιρείας», με έδρα τη Βιέννη, η οποία είχε ως σκοπό την παροχή βοήθειας σε νεαρούς Έλληνες που ήθελαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Αλλά επίσης και η βοήθεια για την ίδρυση σχολείων στον οθωμανοκρατούμενο ελληνικό χώρο και για την πολιτιστική ανάπτυξη των ελληνικών παροικιών στη Ρωσία.

Η αποδοχή από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με τον οποίο ο Καποδίστριας γνωριζόταν από καιρό, της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας, δημιούργησε ρήξη μεταξύ τους. Ο Καποδίστριας ήταν αντίθετος και με την εκδήλωση του κινήματος του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, το Φεβρουάριο του 1821. Αυτό το κίνημα συνέπεσε χρονικά με το Συνέδριο της Ιεράς Συμμαχίας στο Λάϊμπαχ (σημερινή Λιουμπλιάνα) όπου συζητούνταν η κατάπνιξη άλλων επαναστατικών κινημάτων, στην Ιταλία και στην Ισπανία. Ο Καποδίστριας συμμετείχε ως Υπουτργός Εξωτερικών της Ρωσίας και ήταν αυτός που συνέταξε το κείμενο με το οποίο η Ρωσία καταδίκαζε το κίνημα και απέτασσε τον παλιό συνταγματάρχη του στρατού της από τις τάξεις του. Εδώ όμως έχουμε και ένα «αλλά»: σύμφωνα με το καταστατικό της Ιεράς Συμμαχίας, η χώρα της οποίας ο στρατός βρισκόταν πιο κοντά σε περιοχή που είχε ξεσπάσει επαναστατικό κίνημα, όφειλε να τον κινητοποιήσει για να το καταπνίξει. Ο πιο κοντινός στο κίνημα στρατός ήταν η ρωσική στρατιά του ποταμού Προύθου. Η εντολή για να περάσει το ποτάμι, δε δόθηκε ποτέ… Το κίνημα στη Μολοδοβλαχία πνίγηκε πολύ γρήγορα στο αίμα, δόθηκε όμως η δυνατότητα να προετοιμαστεί και να ξεσπάσει η Επανάσταση στο Μοριά.

Μπροστά στη ντε φάκτο κατάσταση που δημιούργησε η Επανάσταση, ο Καποδίστριας στάθηκε στο πλευρό της, χρησιμοποιώντας τα μέσα που θεωρούσε πιο τελεσφόρα: την προσπάθεια να σπρώξει τη Ρωσία σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και ενισχύοντας τις διπλωματικές ενέργειες της Ρωσίας απέναντι στην Υψηλή Πύλη, ώστε να προστατευτούν οι ορθόδοξοι πληθυσμοί του μη επαναστατημένου τμήματος της αυτοκρατορίας από πιθανά αντίποινα – κάτι που δεν έγινε πάντως κατορθωτό.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο τσάρος Αλέξανδρος περνά σε πιο συντηρητικές θέσεις ως προς την εξωτερική του πολιτική και ο Καποδίστριας χάνει σιγά – σιγά την εύνοιά του. Ζητά άδεια επ` αόριστον για την αποκατάσταση της υγείας του και εγκαθίσταται στη Γενεύη, απ` όπου καταβάλλει προσπάθειες για την ανάπτυξη του φιλελληνικού κινήματος στην Ευρώπη και για την περίθαλψη των προσφύγων που δημιουργεί η Επανάσταση.

Στο διάστημα όμως αυτό, η Αγγλία, κυρίαρχη ήδη σε τμήμα του ελλαδικού χώρου, μεταβάλλει την πολιτική της απέναντι στο ελληνικό ζήτημα: από απόλυτα εχθρική, μετά την ανάληψη από τον Κάνινγκ του υπουργείου εξωτερικών και, αργότερα, της πρωθυπουργίας, φαίνεται να διάκειται φιλικά απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Στόχος: η ένταξη του κράτους που θα προέκυπτε από την επανάσταση στη σφαίρα επιρροής της, ώστε, μεταξύ άλλων, να αποσοβηθεί και η αύξηση της ρωσικής επιρροής στη Μεσόγειο. Τα δάνεια που συνήψαν οι ελληνικές επαναστατικές κυβερνήσεις από την Αγγλία και η Πράξη της Υποτέλειας συνετέλεσαν ουσιαστικά στην ενίσχυση της αγγλικής επιρροής πάνω στους αγωνιζόμενους Έλληνες που αντιμετώπιζαν, από το 1825 και μετά, τον κίνδυνο κατάρρευσης της Επανάστασης, λόγω της εισβολής του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

 

               Δώρα Μόσχου

συνέχεια στο Β’ μέρος

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας