Εργατικός Αγώνας

Ο Καποδίστριας, ο «Καποδίστριας», η ιστορική και πολιτική μας συνείδηση – Η ταινία

συνέχεια από Β’ μέρος

Τούτων δοθέντων, σε σχέση με το ιστορικό πρόσωπο Καποδίστριας, περνάμε στο επίμαχο ζήτημα των ημερών, την ομώνυμη ταινία. Στοιχειώδεις κινηματογραφικές γνώσεις να έχει κάποιος, αντιλαμβάνεται ότι η ταινία είναι άθλια: ανύπαρκτο σενάριο, καμία πλοκή, κανένα δραματουργικό κέντρο, ανόητοι στομφώδεις διάλογοι, χαρακτήρες με βάθος τραπουλόχαρτου, επίπεδη φωτογραφία, κακό μοντάζ, ηθοποιία επιπέδου σχολικής παράστασης. Και εδώ ερχόμαστε να επισημάνουμε ότι, στο έργο τέχνης υπάρχει διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη μορφή και στο περιεχόμενο, αλλά το κύριο στοιχείο είναι το περιεχόμενο που, εν πολλοίς, καθορίζει και τη μορφή. Και το περιεχόμενο ποιο είναι; Η ζωή του Καποδίστρια θα πει κάποιος. Όχι όμως, αυτό είναι το θέμα. Το περιεχόμενο είναι ο μεσσιανισμός στην πολιτική, ο ισχυρός αλλά αγαθός άνδρας που έρχεται στη γη σταλμένος από τη θεία πρόνοια και θυσιάζεται ως άλλος αμνός του θεού. Έτσι προσλαμβάνει και έτσι αποτυπώνει τον Καποδίστρια ο … εθνικός μας βιογράφος Γιάννης Σμαραγδής. Ο ήρωας προστατεύεται από την … Παναγία (παρούσα σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ως υπερκόσμια παρουσία, με μια αισθητική προσβλητική για άθεους και θρησκευόμενους).

Επίσης, η ιστορική αλήθεια έχει πάει περίπατο. Το πιο έκτυπο στοιχείο είναι ότι ο Καποδίστριας εμφανίζεται ως υποστηρικτής της Φιλικής Εταιρείας και μάλιστα … συναντιέται με τον Υψηλάντη πριν από το κίνημα της Μολδοβλαχίας και του δίνει την ευχή του! Καλοπροαίρετα θαρρώ, πολλοί θεατές θεώρησαν ότι εξαίρεται ο ρόλος της Ρωσίας στην ελληνική επανάσταση. Δε νομίζω ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δήλωσε στη διαβόητη συνέντευξή του στο Δημήτρη Δανίκα (αχ, πού `σαι νιότη πού ` δειχνες πως θα γινόμουν άλλος…) διατείνεται ότι η Ρωσία δεν προσέφερε το παραμικρό στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Και, εξάλλου, αρνήθηκε τη γενναία χρηματοδότηση που – σύμφωνα τουλάχιστον με τους ισχυρισμούς του – του πρόσφεραν οι Ρώσοι για να γυρίσει την ταινία σε φυσικούς χώρους.

Μέσα σε όλα αυτά, ελάσσονα είναι τα ζητήματα των χώρων και των τοποθεσιών: κανένας επιλεγμένος χώρος δεν παραπέμπει σε αυτό που υποτίθεται ότι υποδύεται. Η Ιόνιος Βουλή στην Κέρκυρα γίνεται … Ελβετία, ενώ η Γέφυρα Κάϊζερ, τοπόσημο του παραλιακού δρόμου προς τη νότια Κέρκυρα, υποδύεται με εξαιρετική επιτυχία την προκυμαία της … λίμνης της Λωζάννης!

Να μη σχολιάσουμε και τους αγγλικούς διαλόγους στο α` μέρος της ταινίας, ακόμα και μέσα στο Χειμερινά (λέμε τώρα) Ανάκτορα, όταν το 19ο αιώνα όλη η διπλωματία μιλούσε γαλλικά…

Ο ίδιος ο κεντρικός χαρακτήρας, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ηθοποιού, είναι εντελώς μονοδιάστατος. Στα 14 χρόνια που καλύπτει η αφήγηση, είναι ίδιος και απαράλλακτος, με την ίδια υπομειδιώσα έκφραση, χωρίς καμία ρωγμή, χωρίς κανένα πάθος. Μόνο ελαφρά ειρωνεία χαρακτηρίζει τη φωνή του, όταν με μια φράση ή με ένα νεύμα βάζει στη θέση του το Μέττερνιχ και τακτοποιεί σε χρόνο ρεκόρ όλα τα ανοιχτά ζητήματα της Ευρώπης.

Ο οποίος Μέττερνιχ είναι πάρα πολύ κακός. Καρτουνίστικά κακός, διότι η ταινία δεν εμβαθύνει στην κοσμοθεωρία και στα ταξικά συμφέροντα που εξυπηρετεί. Έχει και αυτός μονίμως ένα λοξό χαμόγελο και μια μόνιμη περιφρονητική κλίση της κεφαλής. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ το πώς ο Παντελής Βούλγαρης, στο αριστουργηματικό «Τελευταίο Σημείωμα» κινηματογραφεί τη σύγκρουση ανάμεσα στο Καλό και στο Κακό, ανάμεσα στο Ναπολέοντα Σουκατζίδη και στο στρατοπεδάρχη Φίσερ. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο πώς ο σκηνοθέτης καθοδήγησε το – σπουδαίο – Γερμανό ηθοποιό του ώστε να αποδώσει όχι ένα καρτούν αλλά ένα ανθρώπινο ον, που η ναζιστική κοσμοθεωρία έχει στρεβλώσει τις αξίες του, την ίδια την ύπαρξή του…

Και αν ο Μέττερνιχ είναι ένας κακός βγαλμένος από κινούμενα σχέδια, οι ήρωες της επανάστασης και όσοι γενικά εμπλέκονταν σε αυτήν είναι γελοίες καρικατούρες. Ειδικά για τον Κολοκοτρώνη, αν υπάρχουν απόγονοί του, θα πρέπει να κάνουν μήνυση στο σκηνοθέτη. Ο Πετρόμπεης είναι υστερικός, ο Κουντουριώτης βαρύμαγκας. Οι σκηνές οι οποίες  υπαινίσσονται την επανάσταση ή τις διαμάχες των οπλαρχηγών είναι επιεικώς γελοίες. Ο λαϊκός παράγοντας είναι εντελώς απών από την ταινία.

Και ίσως σε αυτό το σημείο αποτυπώνεται πληρέστατα η θεώρηση του σκηνοθέτη για την ιστορία: από τη μια είναι ο άγιος, ο αναμάρτητος, που οδεύει άσπιλος και αμόλυντος προς το θάνατο και από την άλλη άτακτα μπουλούκια με ηγέτες φαιδρές καρικατούρες που περιμένουν να αποζημιωθούν  για τις θυσίες τους, στη χειρότερη περίπτωση. Ή, στην «καλύτερη» (Κολοκοτρώνης) ακολουθούν σαν κολαούζοι τον Ηγέτη, ή τον πηγαίνουν σε … μάντη, για να μάθει αν θα ξαναδεί την αγαπημένη του… Και ο Ηγέτης αποκαλεί τον πολέμαρχο «Θοδωράκη». Θυμήθηκα εκείνο το αλήστου μνήμης «πες κι εσύ, Σωτήρη»… (Καμία σχέση, εννοείται, τα μεγέθη). Σε τέτοια ανυποληψία έχει το λαϊκό παράγοντα, τους ανθρώπους που μάτωσαν για την ανεξαρτησία, ο ρέκτης σκηνοθέτης.

Το μάρκετινγκ

Το κινηματογραφικό αυτό πόνημα διαφημίστηκε πριν ακόμα γυριστεί, κυρίως από το δημιουργό του, ο οποίος προσπάθησε να δείξει προς τα έξω ένα αντισυστημικό προφίλ. Διατράνωνε επί μακρόν και σε όλους τους τόνους ότι «συνάντησε πολλά εμπόδια», ότι «του έκοψαν τη χρηματοδότηση», ακόμα και ότι «δέχτηκε απειλές για τη ζωή του». Και γιατί παρακαλώ δεν έκανε επίσημη καταγγελία; Και γιατί στην πρεμιέρα της ταινίας φωτογραφήθηκε με πλατύ χαμόγελο με την Υπουργό Πολιτισμού; Εξάλλου, στους τίτλους της ταινίας φαίνονται και οι χρηματοδότες της, πολλοί εκ των οποίων είναι και κρατικοί φορείς. Δηλαδή, τί θα έπρεπε να πει ο μέγας Θόδωρος Αγγελόπουλος που γύρισε το μισό «Θίασο», τη σπουδαιότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών, εντός χούντας, με τους ηθοποιούς να παίρνουν στα χέρια τους σπαράγματα του σεναρίου για να μη διαρρεύσει και κλείσουν τους πάντες στη φυλακή;

Με το πανέξυπνο κόλπο του αντισυστημισμού, ο σκηνοθέτης πέτυχε να απευθυνθεί και να πείσει ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, απογοητευμένο από τη δυστοπία που όντως ζούμε, αλλά και με πολύ χαμηλή ιστορική γνώση, κοινωνική και πολιτική συνείδηση. Και εδώ ακριβώς μπαίνει και το πολιτικό πρόβλημα.

Τα συμπεράσματα και το καμπανάκι κινδύνου

Σε δημόσια συζήτηση στην τηλεόραση, αλλά και στο προφίλ του στα μέσα μαζικής δικτύωσης, ο καθηγητής Δημόσιας Ιστορίας Χάρης Αθανασιάδης εκθέτει τον παρακάτω προβληματισμό (τον παραθέτω από στήθους και, αν κάπου σφάλλω και μας διαβάζει, ας με συμπαθήσει): στη δεκαετία του `80, η ταινία του Νίκου Τζήμα «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», σηματοδοτούσε εν πολλοίς τη στροφή του κόσμου σε μαζικές κινηματικές διαδικασίες. Αντίθετα, η επιτυχία του «Καποδίστρια» σήμερα υποδηλώνει μια μαζική στροφή προς την αναζήτηση του Ηγέτη, του Μεσσία, που θα συντρίψει το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και θα κυβερνήσει σκληρά άλλα δίκαια.

Θα συμφωνήσουμε με αυτό τον προβληματισμό. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το κομβικό σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε και να προβληματιστούμε, ιδιαίτερα οι κομμουνιστές: Πού βρίσκεται σήμερα το επίπεδο πολιτικής συνείδησης των υπάλληλων κοινωνικών στρωμάτων;  Τα συλλογικά κοινωνικά υποκείμενα σαφώς και υπάρχουν, υπάρχει πρώτα και κύρια η εργατική τάξη. Υπάρχει, από την άλλη, και μια ραγδαία επιδείνωση των όρων ζωής όλων των καταπιεζόμενων στρωμάτων. Όλος αυτός ο κόσμος άλλο δε γυρεύει παρά «κάποιον διά να ακουμβήσει τες πλάτες του»[ix]. Και αν το συνειδητό ΠΟΛΙΤΙΚΟ υποκείμενο δυσκολεύεται να παίξει αυτό το ρόλο, τότε, δεδομένης και της γενικευμένης κυριαρχίας της άρχουσας τάξης και στο ιδεολογικό πεδίο, τα κοινωνικά υποκείμενα διολισθαίνουν στη λατρεία και στην αναμονή του Μεσσία.

Ο Μεσσίας αυτός μπορεί να έχει διάφορα χαρακτηριστικά: να είναι σοσιαλδημοκράτης πολιτικός που τάζει λαγούς με πετραχήλια, «φέρνει το νέο» στην πολιτική ζωή» για να καταλήξει στην αγκαλιά της άρχουσας τάξης‧ ένα πρόσωπο που ξεχώρισε μέσα από ένα πλατύ κίνημα που, όμως, παρά την εντελώς πολιτική βάση των αιτημάτων του, απευθύνεται κατευθείαν στο θυμικό‧ ο/η πολιτικός που οι φωνές της «αγανάκτησής» του κάνουν τον κόσμο να θαυμάζει («τί καλά που τους τα λέει»), αλλά στην πραγματικότητα συσκοτίζουν θέσεις βαθιά αντιδραστικές ή, έστω, διόλου ενοχλητικές για τον πυρήνα του συστήματος‧ μπορεί βέβαια να είναι και ο θιασώτης μιας ωμής και στυγνής δικτατορίας που θα καταλύσει και το ίδιο το αστικό κοινοβουλευτικό πολίτευμα…

Σε κάθε περίπτωση, ο λαός και το λαϊκό κίνημα απουσιάζουν από την πολιτική πάλη και αναθέτουν τη σωτηρία τους στον ηγέτη. Από μια άλλη πλευρά, ούτε συνθήματα όπως το περίφημο «ο λαός σώζει το λαό» είναι, κατά τη γνώμη μας, ορθό, ακριβώς διότι ακυρώνει το ρόλο της πρωτοπορίας. Το ζήτημα λοιπόν που πρέπει να απασχολήσει τους κομμουνιστές είναι, κατά το γνώμη μας, το εξής: πώς το καθοδηγητικό πολιτικό υποκείμενο που εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης θα αφουγκραστεί τα λαϊκά αιτήματα, θα τα επεξεργαστεί, θα τους δώσει προοπτική  και θα κινητοποιήσει το λαό ώστε να παλέψει όχι μόνο για την άμεση βελτίωση των όρων ζωής του, αλλά και για την ανατροπή του υπάρχοντος κοινωνικού και οικονομικού συστήματος και την οικοδόμηση μιας άλλης, σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Μέχρι τότε, μαθαίνουμε την ιστορία μας με τρόπο επιστημονικό, διδασκόμαστε από αυτήν, καλλιεργούμε το αισθητικό και πολιτικό μας κριτήριο και συνεχίζουμε να τη γράφουμε, χωρίς Μεσσίες, στο δρόμο του αγώνα.-

Δώρα Μόσχου

[i] Η διατύπωση υπάρχει στην αρχειακή σειρά Inquisitori di Stato, στα αρχεία του κράτους της Βενετίας (Archivio di Stato di Venezia). Δυστυχώς, δεν έχω αυτή τη στιγμή στη διάθεσή μου την ακριβή αρχειονο0μική ένδειξη.
[ii] Η ύπαρξη ελληνικής συνείδησης δεν είναι καθόλου αυτονόητη για την άρχουσα τάξη των Ιόνιων Νήσων. Ο Σολωμός και ο Καποδίστριας αισθάνονται Έλληνες, ο κόσμος τους όμως δεν συμμερίζεται πάντα αυτό το αίσθημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συμπεριφοράς ευγενούς των Ιονίων Νήσων απέναντι στην ελληνική επανάσταση, είναι η εφιαλλτική περσόνα της «Γυναίκας της Ζάκυθος», όπως μας την έχει ιστορήσει ο Σολωμός.
[iii] Βιβλιοθήκη Κέντρου Ελληνορωσικών  Ερευνών, Γριγκόρι Λβόβιτς Αρς, Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία, μτφρ. Αναστασία Μπελοζέροβα, εκδ. Ασίνη, Αθήνα, 2015.
[iv] Πρακτικά συνεδρίου του Κέντρου μαρξιστικών Ερευνών για τα 160 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, ανακοίνωση του Γκρ. Λ. Αρς, με τίτλο «Ο ρόλος του Καποδίστρια στην Ελλάδα»,, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».
[v] Σε αυτό συντέλεσε και η νίκη της Ρωσίας στο ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828 – 1829.
[vi] Έγγειες περιουσίες των Οθωμανών που, με την Επανάσταση, πέρασαν στο ελληνικό κράτος.
[vii] Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες που εμπόδισαν τη διανομή των εθνικών κτημάτων ήταν το γεγονός ότι ήταν υποθηκευμένα στην Αγγλία για τη σύναψη των δανείων.
[viii] Βιβλιοθήκη Κέντρου Ελληνορωσικών  Ερευνών, Γριγκόρι Λβόβιτς Αρς, Ο Ιωάννης Καποδίστριας στη Ρωσία, μτφρ. Αναστασία Μπελοζέροβα, εκδ. Ασίνη, Αθήνα, 2015.
[ix] Φράση από τα «Απομνημονεύματα» του Θ. Κολοκοτρώνη για το Δημ. Υψηλάντη.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας