Εργατικός Αγώνας

Ο ιμπεριαλισμός στη Δυτική Ασία και η ελληνική ναυτιλία

Η κλιμάκωση του πολέμου στη Δυτική Ασία, με την όξυνση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη περιφερειακό επεισόδιο αστάθειας. Πρόκειται για μια σύγκρουση που εντάσσεται στους ευρύτερους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για τον έλεγχο ενεργειακών πόρων, εμπορικών διαδρομών και γεωστρατηγικών κόμβων που καθορίζουν την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Σε αυτή τη συγκυρία καθίσταται αναγκαία μια ανάλυση που να φωτίζει τις υλικές οικονομικές διαστάσεις του πολέμου, πέρα από την επιφανειακή γεωπολιτική ρητορική. Ιδιαίτερα για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η ελληνόκτητη ναυτιλία κατέχει κεντρική θέση στις διεθνείς μεταφορές ενέργειας και εμπορευμάτων, οι εξελίξεις αυτές δεν είναι μακρινές ή ουδέτερες. Αντίθετα, συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία και την κερδοφορία ενός από τους ισχυρότερους κλάδους του ελληνικού καπιταλισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την ελληνική ναυτιλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση των πραγματικών οικονομικών συμφερόντων που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. 

του Νικόλαου Διαμανάκη

Δυτική Ασία: ο ιμπεριαλιστικό πόλεμος (όχι μόνο) στο Ιραν και η ελληνική στρατιωτική εμπλοκή
Η σημερινή κατάσταση στην Δυτική Ασία δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως απλή αλληλουχία στρατιωτικών επεισοδίων ούτε ως αποτέλεσμα συγκυριακών πολιτικών επιλογών ηγετών. Αποτελεί έκφραση βαθύτερων αντιφάσεων της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων όπου οικονομικές, στρατηγικές και ιδεολογικές μορφές ισχύος συγκροτούν ένα ενιαίο σύστημα επιβολής. Η περιοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή αποτελεί έναν από τους κεντρικούς γεωοικονομικούς κόμβους του πλανήτη. Τα μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, τα δίκτυα εξόρυξης και μεταφοράς καθώς και τα στενά του Ορμούζ ως βασική αρτηρία της παγκόσμιας ενεργειακής κυκλοφορίας καθιστούν την περιοχή χώρο όπου η γεωγραφία συναντά την λογική της παγκόσμιας συσσώρευσης. Σε αυτή την γεωγραφία συμπυκνώνεται η ανάγκη των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών να διασφαλίσουν την πρόσβαση σε πόρους και την σταθερότητα των εμπορικών διαδρομών που επιτρέπουν την συνεχή αναπαραγωγή της παγκόσμιας οικονομίας.

Η στρατηγική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στην περιοχή δεν περιορίζεται σε στρατιωτική/πολεμική διάσταση αλλά συγκροτεί ένα σύνθετο σύστημα οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής επιρροής. Στο οικονομικό επίπεδο επιδιώκεται η διατήρηση ελέγχου πάνω στις ενεργειακές ροές και στις βασικές θαλάσσιες διαδρομές που τροφοδοτούν τις βιομηχανικές οικονομίες της Δύσης. Στο γεωπολιτικό επίπεδο η στρατιωτική ισχύς λειτουργεί ως μηχανισμός διαμόρφωσης της περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων, ώστε καμία δύναμη να μην μπορεί να συγκροτήσει αυτόνομο κέντρο ισχύος που θα αμφισβητούσε την δυτική ηγεμονία. Στο ιδεολογικό επίπεδο η κυριαρχία αυτή νομιμοποιείται μέσα από αφηγήσεις περί ασφάλειας, σταθερότητας και προστασίας της διεθνούς τάξης, αφηγήσεις που συχνά συγκαλύπτουν τις πραγματικές σχέσεις ισχύος που διαμορφώνουν την περιοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο το Ιράν, μιας και αποτελεί και ενεργειακό σύμμαχο της Κίνας (οικονομικός αντίπαλος των ΗΠΑ), αντιμετωπίζεται ως κρίσιμος παράγοντας ανατροπής της περιφερειακής ισορροπίας του Άξονα ΗΠΑ/Ισραήλ. Η γεωγραφική του θέση, ο πληθυσμιακός και στρατηγικός του όγκος, οι ενεργειακοί του πόροι και οι πολιτικοστρατιωτικές του διασυνδέσεις με άλλους δρώντες της περιοχής το καθιστούν δύναμη που μπορεί να περιορίσει την πλήρη επιβολή του δυτικού άξονα. Για τον λόγο αυτό η πίεση προς την Τεχεράνη εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα. Περιλαμβάνει στρατιωτικές επιχειρήσεις, οικονομικές κυρώσεις και χρηματοπιστωτικό αποκλεισμό αλλά και προσπάθειες πολιτικής απομόνωσης και ιδεολογικής απονομιμοποίησης. Στόχος αυτών των πρακτικών δεν είναι μόνο η αποτροπή συγκεκριμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων αλλά η συνολική πειθάρχηση ενός κράτους που επιχειρεί να διατηρήσει βαθμό γεωπολιτικής αυτονομίας σε μια περιοχή κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία.

Η επιβολή αυτή συνδέεται επίσης με την ευρύτερη αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος. Η άνοδος νέων οικονομικών κέντρων στην Ευρασία και η προσπάθειά τους να αποκτήσουν σταθερή πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους και μεταφορικές διαδρομές δημιουργεί νέες μορφές ανταγωνισμού. Σε αυτή την συνθήκη ο έλεγχος της Δυτικής Ασίας αποκτά σημασία που υπερβαίνει την ίδια την περιοχή. Αφορά την δυνατότητα διαμόρφωσης των κανόνων της παγκόσμιας οικονομικής κυκλοφορίας και επομένως την διατήρηση ή την αμφισβήτηση της διεθνούς ιεραρχίας ισχύος.

Σε αυτό το περιβάλλον η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός της σύγκρουσης αλλά εντάσσεται οργανικά στο πλέγμα των δυτικών στρατιωτικών και οικονομικών συμμαχιών. Η συμμετοχή της χώρας στο ΝΑΤΟ, η στενή συνεργασία (δηλαδή το δέσιμο της χώρας στο ιμπεριαλιστικό άρμα) με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ καθώς και η ύπαρξη σημαντικών στρατιωτικών υποδομών στην ελληνική επικράτεια συνδέουν άμεσα το ελληνικό κράτος με τις στρατηγικές επιδιώξεις του δυτικού μπλοκ. Παράλληλα η ελληνόκτητη ναυτιλία κατέχει κεντρική θέση στην μεταφορά ενεργειακών φορτίων προς την Ευρώπη και την Ασία, γεγονός που σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία συμμετέχει υλικά στην διατήρηση των θαλάσσιων ενεργειακών ροών ακόμη και σε συνθήκες πολεμικής έντασης.

Η διπλή αυτή διάσταση στρατιωτική και οικονομική αποκαλύπτει την πραγματική θέση της Ελλάδας στο διεθνές σύστημα. Από την μία πλευρά λειτουργεί ως περιφερειακός κόμβος στρατιωτικής υποστήριξης των δυτικών επιχειρήσεων. Από την άλλη πλευρά μέσω της ναυτιλίας της συμμετέχει στην υλική αναπαραγωγή της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς. Με τον τρόπο αυτό η ελληνική κοινωνία εμπλέκεται αντικειμενικά στις αντιφάσεις ενός διεθνούς συστήματος όπου η οικονομική κυριαρχία, η στρατιωτική ισχύς και η ιδεολογική επιβολή συγκροτούν τις βασικές μορφές διατήρησης της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης.

Η ενεργειακή αγορά ως πεδίο αναπαραγωγής του κεφαλαίου και πηγή ακρίβειας
Η πολεμική κλιμάκωση στην Δυτική Ασία αναδεικνύει ότι η ενέργεια στον σύγχρονο καπιταλισμό δεν αποτελεί απλώς φυσικό υπόβαθρο της παραγωγής αλλά κεντρικό στοιχείο της συνολικής διαδικασίας αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου. Η παραγωγή, η κυκλοφορία και η πραγματοποίηση της υπεραξίας συνδέονται άμεσα με την διασφάλιση σταθερών ενεργειακών ροών. Όταν η σύγκρουση αγγίζει στρατηγικούς κόμβους όπως τα στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, η διατάραξη δεν περιορίζεται στην πιθανότητα φυσικής έλλειψης. Αφορά την ίδια την κανονικότητα της κυκλοφορίας του κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο αυτό η τιμή της ενέργειας δεν εκφράζει μόνο το κόστος παραγωγής αλλά ενσωματώνει τον χρόνο μεταφοράς, την πιθανότητα διακοπής των ροών, τον κίνδυνο καταστροφής υποδομών και το κόστος ασφάλισης. Η αγορά προεξοφλεί την πιθανότητα μελλοντικής απώλειας υπεραξίας και την μετατρέπει σε παρούσα τιμή. Έτσι η χρηματιστηριακή τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου λειτουργεί ως συμπύκνωση μιας ευρύτερης κοινωνικής σχέσης όπου η γεωπολιτική σύγκρουση επιταχύνει την ανακατανομή εισοδήματος υπέρ εκείνων των τμημάτων του κεφαλαίου που ελέγχουν κρίσιμους κόμβους της ενεργειακής αλυσίδας.

Η πρόσφατη εξέλιξη των τιμών δείχνει καθαρά αυτή την δυναμική. Στις αρχές Μαρτίου του 2026 το Brent (διεθνές σημείο αναφοράς (benchmark) για την τιμή του πετρελαίου στις παγκόσμιες αγορές). κινήθηκε κοντά στα 83 δολάρια το βαρέλι ενώ το WTI ξεπέρασε τα 76 δολάρια, επίπεδα που αντανακλούν την ανησυχία για την σχεδόν εμπράγματη διατάραξη των ροών μέσω Ορμούζ και την πιθανότητα περαιτέρω πλήγματος σε ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής. Παράλληλα η διακοπή εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου από χώρες του Κόλπου και οι επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια ενίσχυσαν την αστάθεια των αγορών ενέργειας και των μεταφορών.

Η ίδια τάση αποτυπώνεται και στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου. Το σημείο αναφοράς TTF κινήθηκε τους πρώτους μήνες του 2026 γύρω στα 30 έως 35 ευρώ ανά μεγαβατώρα μετά από έντονη άνοδο σε σχέση με τα επίπεδα των προηγούμενων μηνών. Αν και οι τιμές αυτές βρίσκονται πολύ χαμηλότερα από το ιστορικό σοκ του 2022, η μεταβλητότητα τους αποκαλύπτει την δομική εξάρτηση της ευρωπαϊκής οικονομίας από εισαγόμενη ενέργεια σε συνθήκες γεωπολιτικού ανταγωνισμού.

Κομβικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας είναι ο χρόνος κυκλοφορίας. Ο χρόνος που απαιτείται για να μετατραπεί το εμπόρευμα σε χρήμα αποτελεί φραγή στην αξιοποίηση του κεφαλαίου. Όταν οι θαλάσσιες μεταφορές καθυστερούν λόγω στρατιωτικών κινδύνων, όταν τα πλοία αναγκάζονται να παρακάμπτουν περιοχές ή να περιμένουν για ασφάλιση και συνοδεία, τότε αυξάνεται ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος κυκλοφορίας της ενέργειας. Το αποτέλεσμα είναι αύξηση του συνολικού κόστους για την βιομηχανία και τα νοικοκυριά.

Η ναυτιλιακή αγορά μετατρέπει αυτή την κατάσταση σε κερδοφορία για ορισμένα τμήματα του κεφαλαίου. Οι δείκτες μεταφοράς δεξαμενόπλοιων δείχνουν ότι οι ναύλοι των VLCC ξεπέρασαν τα 100000 δολάρια ημερησίως σε πολλές διαδρομές, επίπεδα πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας. Ταυτόχρονα ο δείκτης Baltic Dirty Tanker κινείται σε επίπεδα σχεδόν διπλάσια από εκείνα της προηγούμενης χρονιάς, αντανακλώντας την έλλειψη διαθέσιμης χωρητικότητας και την αύξηση του κινδύνου.

Η ενέργεια επομένως δεν φτάνει απευθείας στην κατανάλωση αλλά διασχίζει μια αλυσίδα μορφών όπου κάθε κρίκος μπορεί να μετατραπεί σε αυτόνομο φορέα προσόδου. Η μεταφορά, η ασφάλιση και η χρηματοπιστωτική διαχείριση των κινδύνων αποκτούν αυξημένη σημασία σε συνθήκες πολέμου. Έτσι η γεωπολιτική ένταση μεταφράζεται σε μηχανισμό παραγωγής κέρδους για συγκεκριμένα τμήματα του κεφαλαίου ενώ ταυτόχρονα μεταφέρεται ως ακρίβεια στην καθημερινή αναπαραγωγή της κοινωνίας.

Η ιστορική λειτουργία της ελληνικής ναυτιλίας και η μετατροπή του πολεμικού κινδύνου σε υπερκέρδος του εφοπλιστικού κεφαλαίου
Η ελληνική ναυτιλία δεν είναι ένας απλός «εθνικός κλάδος». Είναι ιστορικά συγκροτημένο τμήμα του διεθνοποιημένου κεφαλαίου της κυκλοφορίας. Ζει από την μεταφορά, από την επιτάχυνση ή επιβράδυνση των ροών, από την δυνατότητα να διαχειρίζεται το κόστος κυκλοφορίας ως πεδίο κερδοφορίας. Από μαρξιστική σκοπιά, δεν παράγει άμεσα υπεραξία όπως η βιομηχανική εργασία, αλλά αποσπά μερίδιο από την παραγόμενη υπεραξία μέσω του κόστους κυκλοφορίας, της διαπραγματευτικής ισχύος σε κρίσιμες διαδρομές και της σχετικής μονοπωλιακής θέσης σε συγκεκριμένα τμήματα στόλου.

Η ελληνόκτητη ναυτιλία επεκτάθηκε μέσω θεσμικών προνομίων, φορολογικής θωράκισης, σημαιών ευκαιρίας, διεθνών δικτύων χρηματοδότησης και κυρίως μέσω ενός μηχανισμού συμπίεσης της εργασίας, με ευέλικτα συμβόλαια, πολυεθνικά πληρώματα και συστηματική μετακύλιση κόστους κινδύνου στον εργαζόμενο. Σε περιόδους «ομαλότητας» αυτό εμφανίζεται ως επιχειρηματική επιτυχία. Σε περίοδο πολέμου, όμως, το σχήμα αποκαλύπτεται: η ναυτιλία μετατρέπει τον κίνδυνο σε τιμή, και την τιμή σε υπερκέρδος.

Η χρηματοοικονομική διάσταση εντείνει την διαδικασία. Η εκτίναξη των εσόδων αυξάνει τις αξίες των πλοίων ως assets (περιουσιακά στοιχεία) και παράγει κεφαλαιακά κέρδη. Η κρίση δεν γεννά μόνο ταμειακή ροή, γεννά ανατίμηση αποθέματος κεφαλαίου. Το κεφάλαιο που κατέχει μέσα κυκλοφορίας μπορεί να αποσπά υπερκέρδη όχι επειδή αυξάνει παραγωγικότητα, αλλά επειδή κατέχει ένα στενό πέρασμα της παγκόσμιας κυκλοφορίας και μπορεί να το τιμολογεί ακριβότερα όταν η κυκλοφορία απειλείται.

Η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται επίσης σε ιδιαίτερη θέση λόγω πολιτικής διαμεσολάβησης. Η Ελλάδα ως κράτος εντάσσεται στο δυτικό μπλοκ και παρέχει στρατηγικές διευκολύνσεις. Η ναυτιλία, ως κεφάλαιο, λειτουργεί μέσα σε πλαίσιο όπου η πιθανότητα στρατιωτικής προστασίας ή συνοδειών ενισχύει την δυνατότητα ανάληψης ρίσκου. Η σύμπτωση ιδιωτικού κέρδους και κρατικής στρατηγικής δεν απαιτεί επίσημη δήλωση. Προκύπτει αντικειμενικά. Το κεφάλαιο αξιοποιεί την πολιτικοστρατιωτική δομή που το προστατεύει, και αυτή η προστασία υπηρετεί την συνέχιση των ροών που το μπλοκ θέλει να διασφαλίσει.

Η κερδοφορία δεν μοιράζεται ισότιμα στον κλάδο. Οι ισχυρότεροι, με νεότερο στόλο, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και ασφαλιστικά δίκτυα, αντέχουν τα premiums και εισπράττουν τα υπερκέρδη. Οι μικρότεροι πιέζονται ή αποκλείονται. Έτσι ο πόλεμος επιταχύνει συγκέντρωση και συγκεντροποίηση: η αγορά «επιλέγει» βίαια, αλλά η επιλογή παρουσιάζεται ως ουδέτερη λειτουργία τιμών, ενώ είναι κοινωνική αναδιάρθρωση ισχύος.

Το κρίσιμο είναι το κοινωνικό κόστος. Τα υπερκέρδη της ναυτιλίας δεν μένουν στον κλάδο. Μετακυλίονται στις τιμές της ενέργειας, στο κόστος παραγωγής, στο κόστος ζωής.

Η κοινωνία πληρώνει την πολεμική αβεβαιότητα ως ακρίβεια, ενώ το ναυτιλιακό και ασφαλιστικό κεφάλαιο εισπράττουν τον κίνδυνο ως εισόδημα. Η αλληλουχία είναι συγκεκριμένη και σκληρή: ο κίνδυνος γίνεται κόστος, το κόστος γίνεται τιμή, η τιμή γίνεται εισόδημα, το εισόδημα γίνεται ανατίμηση κεφαλαίου.

Η ναυτιλιακή στρατηγική του εφοπλιστικού κεφαλαίου και η μετάφραση της γεωπολιτικής αστάθειας μέσω ναυλαγορών και εφοδιαστικών αλυσίδων
Η επίδραση της ναυτιλιακής στρατηγικής στο διεθνές εμπόριο δεν είναι απλώς «καθυστέρηση φορτίων». Η ναυτιλία είναι η υλική μορφή της παγκόσμιας κατανομής εργασίας. Όταν διαταράσσεται ένας κόμβος, ολόκληρο το σύστημα δέχεται σοκ. Μείωση διέλευσης, ακινητοποίηση πλοίων, παρακάμψεις, αυξάνουν τα τονομίλια και συμπιέζουν διαθέσιμη χωρητικότητα. Για να φτάσει η ίδια ποσότητα ενέργειας στους ίδιους προορισμούς απαιτούνται περισσότερες ημέρες, περισσότερα καύσιμα, περισσότερα ασφάλιστρα. Η «πραγματική» προσφορά μεταφορικής υπηρεσίας μειώνεται ακόμη κι αν ο αριθμός πλοίων δεν αλλάζει. Η αγορά το τιμολογεί, άρα το κόστος περνά στην ενέργεια και από εκεί στα πάντα.

Το εμπόριο δέχεται διπλό χτύπημα. Πρώτον, ακριβότερη ενέργεια ως εισροή. Δεύτερον, ακριβότερη μεταφορά και αυξημένο κόστος κεφαλαίου κίνησης. Στην εποχή του just in time, η αύξηση του χρόνου κυκλοφορίας αναγκάζει τις επιχειρήσεις να κρατούν αποθέματα, να δεσμεύουν κεφάλαιο σε εμπορευματική μορφή, να μειώνουν την ταχύτητα ανακύκλωσης. Η κερδοφορία πιέζεται και η πίεση μετακυλίεται στις τιμές, επιταχύνοντας πληθωριστικές τάσεις. Έτσι η γεωπολιτική αστάθεια μετατρέπεται σε πληθωρισμό όχι επειδή «ανέβηκε το πετρέλαιο» ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά επειδή διαταράσσεται το σύστημα κυκλοφορίας πάνω στο οποίο στηρίζεται η παγκόσμια παραγωγή.

Σε αυτές τις συνθήκες η συμπεριφορά των μεγάλων ναυτιλιακών ομίλων είναι καθοριστική. Οι πλοιοκτήτες μπορούν να αποσυρθούν προσωρινά, να απαιτήσουν premium, να μεταφέρουν τον κίνδυνο στον ναυλωτή με ρήτρες, να επιλέξουν ποια φορτία θα κινηθούν. Αυτό εντείνει την έλλειψη διαθέσιμου τονάζ και αυξάνει ακόμη περισσότερο τους ναύλους.

Ακόμη και όταν υπάρχει τεχνικά διαθέσιμος στόλος, οικονομικά μπορεί να είναι «ανύπαρκτος» αν δεν υπάρχει ασφαλιστική κάλυψη ή αν τα premiums κάνουν την μεταφορά ασύμφορη για ορισμένους. Η ασφάλιση λειτουργεί σαν οικονομικό μπλοκάρισμα της κυκλοφορίας.Οι δευτερογενείς επιδράσεις ακολουθούν. Οι αερομεταφορές αποφεύγουν περιοχές, αυξάνουν τον χρόνο πτήσεων και καύσιμο που χρησιμοποιούν, οι βιομηχανίες αναπροσαρμόζουν παραγωγή, κράτη αυξάνουν στρατηγικά αποθέματα. Το αποτέλεσμα είναι ένα σοκ όπου το εμπόριο γίνεται ακριβότερο και πιο αργό.

Η παγκοσμιοποίηση ως καπιταλιστική μορφή δείχνει την αντίφαση της: μέγιστη εξάρτηση από αλυσίδες, μέγιστη ευθραυστότητα σε κόμβους. Και μέσα σε αυτή την αντίφαση, το ναυτιλιακό και ασφαλιστικό κεφάλαιο μπορούν να αποσπούν μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού προϊόντος, ενώ η εργασία και η κοινωνική κατανάλωση πληρώνουν.

Ο ρόλος του (ελληνικού) ναυτιλιακού κεφαλαίου ως εργαλείο γεωοικονομικής πίεσης στον πόλεμο κατά του Ιράν
Ο πόλεμος στην Δυτική Ασία είναι αναμέτρηση για τον έλεγχο των όρων κυκλοφορίας της ενέργειας. Εδώ το ναυτιλιακό κεφάλαιο λειτουργεί διπλά. Φανερά, ως τεχνικός φορέας: χωρίς δεξαμενόπλοια και LNG carriers οι δυτικές οικονομίες δεν αναπαράγονται. Άρα η συνέχιση της ναυσιπλοΐας, έστω με κόστος, είναι μορφή «ενεργειακής άμυνας». Η συνοδεία πλοίων, η στρατιωτική παρουσία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών, είναι υλικές μορφές της ίδιας επιδίωξης: να μην σπάσει η τροφοδοσία.

Αφανώς, η ναυτιλία λειτουργεί ως εργαλείο γεωοικονομικής πίεσης, επειδή επιλέγει ποια φορτία θα κινηθούν, πότε, με ποιους όρους, υπό ποια κάλυψη. Η αποχώρηση μέρους του στόλου από μια περιοχή αυξάνει το κόστος, δυσκολεύει ροές, εντείνει την κρίση. Η ανάληψη ρίσκου με premium μπορεί να λειτουργήσει ως παράκαμψη πιέσεων, κρατώντας ανοικτή την ροή προς συγκεκριμένους προορισμούς.

Σε επίπεδο ασφάλισης, η ακύρωση ή η ακραία ανατιμολόγηση war risk cover συμβολαίων επιβάλλει οικονομικό αποκλεισμό χωρίς φυσικό ναυτικό μπλόκο. Έτσι η αγορά ασφάλισης αποκτά πολιτική λειτουργία: το «ρίσκο» γίνεται εργαλείο που συμπίπτει με την στρατηγική πίεσης απέναντι σε κράτη που ελέγχουν κόμβους.

Η ελληνόκτητη ναυτιλία έχει ειδικό βάρος, επειδή διαθέτει μεγάλο στόλο δεξαμενόπλοιων. Όταν εκατοντάδες πλοία συνδέονται με ελληνικά συμφέροντα σε μια ζώνη κρίσης, η ναυτιλία αυτή γίνεται κρίσιμος φορέας του παγκόσμιου στόλου. Η επιλογή διέλευσης έχει διπλή όψη. Οικονομικά ανταμείβεται με υψηλούς ναύλους, πολιτικά γίνεται ευκολότερη όταν υπάρχει προσδοκία στρατιωτικής κάλυψης από δυνάμεις που θέλουν ανοικτές τις ροές. Έτσι παράγεται αντικειμενική συνάρθρωση ιδιωτικού κέρδους και κρατικής στρατηγικής: το κεφάλαιο δεν χρειάζεται να δηλώσει πολιτική θέση, αρκεί να λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο που το καθιστά χρήσιμο για το ένα μπλοκ και πιεστικό για το άλλο.

Η γεωοικονομική σημασία των σχέσεων Ιράν και Κίνας στην σύγχρονη παγκόσμια πολεμική αντιπαράθεση
Η σχέση Ιράν και Κίνας αποκτά βαρύτητα επειδή συμπυκνώνει την μετατόπιση της παγκόσμιας συσσώρευσης προς την Ευρασία και την αναζήτηση σταθερών όρων αναπαραγωγής για μια οικονομία που απαιτεί αδιάλειπτη τροφοδότηση σε ενέργεια και πρώτες ύλες. Η ζήτηση από την πλευρά της Κίνας δεν είναι απλώς ποσοτική, είναι οργανική ανάγκη ενός συστήματος παραγωγής που εξαρτά την κερδοφορία του από την συνέχεια των ροών, από την μείωση του χρόνου κυκλοφορίας και από την ασφαλή πρόσβαση σε διαδρομές που δεν μπορούν να κλείσουν πολιτικά ή στρατιωτικά από ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο το Ιράν λειτουργεί ως κόμβος διπλής φύσης, ως προμηθευτής και ως πέρασμα, ως χώρος αποθεμάτων και ως γεωγραφία δικτύων που συνδέουν θαλάσσιους διαύλους με χερσαίες αρτηρίες μεταφοράς. Η εμβάθυνση των δεσμών τους δεν στηρίζεται μόνο σε εμπορικές πράξεις αλλά σε επενδυτικές δομές σε λιμάνια, σε υποδομές, σε αποθηκευτικές δυνατότητες και σε διαδρομές που μειώνουν την εξάρτηση από στενά σημεία ελέγχου και από ρυθμιστικούς μηχανισμούς που λειτουργούν ως φίλτρα πρόσβασης.

Αυτό ακριβώς παράγει τριβή με τις δυτικές δυνάμεις, όχι ως θέμα αξιών αλλά ως θέμα δυνατότητας επιβολής κόστους, επειδή όταν ένα τμήμα των ροών και των πληρωμών μπορεί να στηριχθεί σε εναλλακτικά δίκτυα τότε μειώνεται η αποτελεσματικότητα της πίεσης μέσω κυρώσεων, χρηματοπιστωτικών αποκλεισμών και ελέγχου θαλάσσιων περασμάτων. Έτσι η σύγκρουση γύρω από το Ιράν μετατρέπεται σε πεδίο όπου δοκιμάζεται η ισορροπία ανάμεσα σε παλιές μορφές ηγεμονίας και σε νέες μορφές διασύνδεσης, με κεντρικό διακύβευμα ποιος θα καθορίζει τους όρους της κυκλοφορίας της ενέργειας και άρα τους όρους της παγκόσμιας συσσώρευσης.

Όταν ο κίνδυνος εξαγοράζεται με μισθό/bonus και ο ναυτικός γίνεται αναλώσιμος
Η ναυτική εργασία είναι εκ των πραγμάτων μορφή έντονης αλλοτρίωσης. Ο εργαζόμενος ζει σε κλειστό χώρο όπου ο χρόνος, η κίνηση, η επικοινωνία, ακόμη και ο ύπνος, οργανώνονται ως λειτουργίες της εμπορικής αποστολής. Σε συνθήκες πολέμου αυτή η αλλοτρίωση γίνεται γυμνή. Η εμπόλεμη ζώνη δεν είναι «επικίνδυνη δουλειά» με αυξημένο ρίσκο. Είναι κατάσταση όπου η εμπορική διαδρομή μπορεί να μετατραπεί σε γεγονός θανάτου. Ο ναυτικός βιώνει υπερεπαγρύπνηση, φόβο, αίσθηση παγίδευσης, αβεβαιότητα για το αν υπάρχει δυνατότητα απομάκρυνσης. Η ψυχολογική πίεση δεν είναι μόνο ο φόβος επίθεσης. Είναι η σωρευτική κόπωση μιας ζωής σε διαρκή ένταση, με περιορισμούς, σενάρια έκτακτης ανάγκης, μεταβαλλόμενη πληροφόρηση, άγχος των οικογενειών, και κυρίως η αίσθηση ότι ο εργαζόμενος βρίσκεται μέσα σε γεωπολιτική σύγκρουση στην οποία δεν έχει λόγο.

Υπό μαρξιστική έννοια, ο εργαζόμενος δεν χάνει μόνο το προϊόν της εργασίας του. Χάνει την δυνατότητα να ορίζει τον ίδιο τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Ο κίνδυνος δεν εμφανίζεται ως συλλογική κοινωνική επιλογή που μπορεί να απορριφθεί, αλλά ως ατομικό συμβόλαιο που πρέπει να τηρηθεί.

Ακόμη και όταν υπάρχουν θεσμικά δικαιώματα άρνησης, απαιτείται πραγματική δύναμη εφαρμογής, γιατί στην πράξη ο ναυτικός πιέζεται από τον φόβο απώλειας εργασίας, από στιγματισμό, από καθυστερήσεις επαναπατρισμού, από την εξάρτηση εισοδήματος. Εδώ εισέρχεται ο μηχανισμός «εξαγοράς»: μπόνους πολέμου, επιδόματα κινδύνου, αυξήσεις, υποσχέσεις κάλυψης. Παρουσιάζονται ως ανταμοιβή γενναιότητας, αλλά είναι τιμολόγηση της πιθανότητας απώλειας ζωής, προσπάθεια να αγοραστεί συναίνεση για την συνέχιση της κυκλοφορίας. Η ζωή μπαίνει σε ζυγαριά με ποσοστό επί του μισθού. Και αυτό εμφανίζεται ως «δίκαιη ανταλλαγή». Στην ουσία είναι άνιση: ο εφοπλιστής ρισκάρει κεφάλαιο που ασφαλίζεται, ο ναυτικός ρισκάρει το σώμα του.

Οι λύσεις χρειάζονται δύο επίπεδα. Πρώτον, επιχειρησιακό: υποχρεωτική ενημέρωση και πραγματική συναίνεση πριν από διέλευση σε ζώνη υψηλού κινδύνου, δυνατότητα άρνησης χωρίς κυρώσεις, άμεσος επαναπατρισμός όσων το ζητούν, σχεδιασμός διαδρομών που ελαχιστοποιεί έκθεση. Δεύτερον, θεσμικό/εργασιακό: αυστηρή εφαρμογή διεθνών δικαιωμάτων, καταγραφή της εισόδου σε ζώνη κινδύνου και ενεργοποίηση δικαιωμάτων, ανεξάρτητη πρόσβαση σε συνδικάτα, κυρώσεις για παραβιάσεις, έλεγχος ωρών εργασίας και ανάπαυσης που συχνά αλλοιώνονται. Όμως ο πυρήνας είναι βαθιά πολιτικός. Δηλαδή, το μπόνους κινδύνου δεν είναι λύση, είναι μέσο πειθάρχηση. Η πραγματική λύση είναι η συλλογική δύναμη που μετατρέπει το «δικαίωμα» σε πράξη, ώστε ο ναυτικός να μην είναι μόνος απέναντι στον φόβο και στον καταναγκασμό.

Τα καθήκοντα της αριστεράς απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και στο εφοπλιστικό κεφάλαιο.
Η μεταφορά των συνεπειών του πολέμου στην ελληνική κοινωνία μέσω της ναυτιλίας, της ακρίβειας και των συμμαχιών θέτει καθήκον διπλό. Τακτικά, άμεση άμυνα της ζωής και των δικαιωμάτων. Στρατηγικά, αντεπίθεση απέναντι στην καπιταλιστική βάση των πολέμων, την εξουσία του κεφαλαίου και την κρατική μορφή της ιμπεριαλιστικής εμπλοκής.

Σε τακτικό επίπεδο, πρώτη προτεραιότητα είναι η προστασία των ναυτεργατών που βρίσκονται επάνω στην γραμμή κινδύνου. Η ύπαρξη ελληνικών πληρωμάτων σε εμπόλεμες ζώνες δεν είναι επικοινωνιακό ζήτημα. Είναι ταξικό ζήτημα ζωής. Απαιτούνται άμεσα, ο επαναπατρισμός όταν υπάρχει τεκμηριωμένος κίνδυνος, κατοχύρωση πραγματικού δικαιώματος άρνησης εργασίας σε εμπόλεμη ζώνη χωρίς οικονομικές και πειθαρχικές κυρώσεις, πλήρης κάλυψη μισθού και εισφορών, υποχρέωση ασφαλούς αντικατάστασης, διαφάνεια στο δρομολόγιο και στις ρήτρες κινδύνου. Η συλλογική δράση, η απεργία, η πίεση σε εταιρείες και κράτος είναι αναγκαίες, γιατί η ατομική διαπραγμάτευση μέσα στο πλοίο είναι άνιση εκ των προτέρων.

Παράλληλα, η τακτική δεν μπορεί να περιοριστεί στους ναυτικούς. Ο πόλεμος περνά ως ακρίβεια, ως αύξηση κόστους μεταφοράς, ως επιβάρυνση μισθού μέσω τιμών, ως πολιτική πειθάρχηση. Η πάλη για μισθούς, Συλλογικές Συμβάσεις και ρήτρες προστασίας χρειάζεται να συνδεθεί με την αντιπολεμική πάλη, γιατί η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο. Είναι μετακύλιση κόστους και αναδιανομή υπέρ κεφαλαίου μεταφοράς και ασφάλισης. Τα άμεσα καθήκοντα περιλαμβάνουν φορολόγηση υπερκερδών, μέτρα ανακούφισης με ταξικό πρόσημο, αποκάλυψη των μηχανισμών μετακύλισης.

Η τακτική χρειάζεται πολιτικό προσανατολισμό. Πρέπει να συγκρουστεί με την ιδεολογία που ζητά «εθνική ενότητα» και ταύτιση με το κράτος και τις συμμαχίες του. Η «ασφάλεια» που προστατεύεται είναι η ασφάλεια των ροών και των κερδών, όχι της εργασίας.

Η αντιπολεμική πάλη στην Ελλάδα οφείλει να στοχεύει τις μορφές εμπλοκής: στρατιωτικές διευκολύνσεις, πολιτική στήριξη επιθετικών ενεργειών, χρήση της επικράτειας ως κόμβου, μετατροπή της ναυτιλίας σε προέκταση πολεμικών σχεδιασμών. Αυτό δεν είναι αφηρημένη «ειρηνολογία». Είναι συγκεκριμένος αγώνας μέσα σε σωματεία, χώρους δουλειάς, γειτονιές, με ενημέρωση, κινητοποιήσεις και απεργίες όταν επιχειρείται να φορτωθεί το κόστος και ο κίνδυνος στην εργασία.

Σε στρατηγικό επίπεδο, ο στόχος είναι η σύνδεση της αντιπολεμικής στάσης με την πάλη για ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων που γεννούν τον πόλεμο. Ο πόλεμος είναι συμφέρον για ισχυρά τμήματα του κεφαλαίου όταν μπορεί να λειτουργεί ως μέσο ελέγχου ροών, αναδιάρθρωσης αγορών, απόσπασης προσόδων και επιβολής πειθαρχίας.

Άρα η στρατηγική δεν είναι «λιγότερος πόλεμος» με το ίδιο σύστημα, αλλά αλλαγή της βάσης: κοινωνικός έλεγχος στρατηγικών τομέων, κατάργηση προνομίων που θωρακίζουν το εφοπλιστικό κεφάλαιο, δέσμευση της υπεραξίας υπέρ κοινωνικών αναγκών, προοπτική κοινωνικοποίησης και σχεδιασμού με κριτήριο την εργατική ανάγκη και όχι την μεγιστοποίηση του ναύλου.

Τα καθήκοντα της Αριστεράς απέναντι στον πόλεμο, στην ακρίβεια και στους εφοπλιστές οφείλουν να συγκροτηθούν ως ενιαία πολιτική γραμμή που ενώνει την άμεση υλική άμυνα των εργαζομένων με την αποκάλυψη των δομικών αιτίων της κρίσης και με την διαμόρφωση ενός ρεαλιστικού δρόμου ρήξης με τους μηχανισμούς που γεννούν πόλεμο και φτώχεια, επειδή ο πόλεμος δεν είναι εξωτερικό ατύχημα αλλά μορφή αναδιάταξης του διεθνοποιημένου κεφαλαίου και η ακρίβεια δεν είναι φυσικό φαινόμενο αλλά μετακύλιση κόστους και αναδιανομή υπέρ του ενεργειακού, ασφαλιστικού και ναυτιλιακού κεφαλαίου.

Σε τακτικό επίπεδο η Αριστερά οφείλει να οργανώσει καθολική αντιπολεμική παρέμβαση με συγκεκριμένους στόχους, αποδέσμευση της χώρας από διευκολύνσεις και εμπλοκές, άμεση προστασία και επαναπατρισμό πληρωμάτων, κατοχύρωση δικαιώματος άρνησης σε εμπόλεμες ζώνες, καθώς και μέτρα ανακούφισης από την ακρίβεια με ταξικό πρόσημο, ρήτρες τιμαριθμικής προστασίας, ενίσχυση συλλογικών συμβάσεων, φορολόγηση των υπερκερδών και έλεγχο των μηχανισμών τιμολόγησης και μετακύλισης ώστε να γίνει ορατό ότι η αύξηση τιμών συμπυκνώνει κερδοφορία για λίγους και φτώχεια για πολλούς.

Ο πόλεμος αποτελεί μορφή οξυμένης αντιπαράθεσης στο πλαίσιο του παγκόσμιου συστήματος συσσώρευσης όπου ο έλεγχος των πόρων των ενεργειακών ροών και των δικτύων κυκλοφορίας οδηγεί σε σύγκρουση μεταξύ ανταγωνιστικών κέντρων ισχύος. Από αυτή την σκοπιά η εργατική τάξη δεν μπορεί να ταυτιστεί με τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς που επιδιώκουν την διατήρηση της κυριαρχίας τους αλλά οφείλει να στηρίζεται στην διεθνιστική αλληλεγγύη προς τους λαούς που αντιστέκονται.

Σε τακτικό επίπεδο το καθήκον των κομμουνιστών είναι η αποκάλυψη του χαρακτήρα της σύγκρουσης η οργάνωση του εργατικού κινήματος ενάντια στην πολεμική προπαγάνδα ΗΠΑ, Ισραήλ και ΣΙΑ, και η αντίσταση στην στρατιωτική εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Σε στρατηγικό επίπεδο η αντιπολεμική πάλη συνδέεται με την ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων που καθιστούν τον πόλεμο αναγκαίο εργαλείο της διεθνούς πολιτικής του κεφαλαίου και με την προοπτική κοινωνικού ελέγχου των στρατηγικών τομέων της οικονομίας.

Η υπέρβαση των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών η αποδέσμευση από στρατιωτικούς μηχανισμούς όπως το ΝΑΤΟ και από υπερεθνικά κέντρα οικονομικής επιβολής όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτούν έτσι περιεχόμενο όχι μόνο όταν συνδέονται με την προοπτική κοινωνικού μετασχηματισμού όπου οι στρατηγικοί τομείς της οικονομίας οι ενεργειακοί πόροι και τα δίκτυα μεταφοράς τίθενται υπό κοινωνικό έλεγχο και σχεδιασμό με κριτήριο τις ανάγκες της κοινωνίας και όχι την κερδοφορία του κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα, απέναντι στους εφοπλιστές, η Αριστερά δεν μπορεί να περιοριστεί σε ηθική καταγγελία ή σε επιμέρους ρυθμίσεις, αλλά οφείλει να συγκρουστεί με το καθεστώς προνομίων που τους θωρακίζει, να απαιτήσει διαφάνεια στις συμβάσεις μεταφοράς, φορολόγηση και δέσμευση μέρους της ναυτιλιακής υπεραξίας υπέρ κοινωνικών αναγκών και θεσμική κατοχύρωση κανόνων ασφάλειας και εργασίας που δεν θα είναι διαπραγματεύσιμοι υπό το πρόσχημα της ανταγωνιστικότητας.

Τέλος, το καθήκον των κομμουνιστών είναι η ενότητα τακτικής και στρατηγικής. Κάθε μάχη για ασφάλεια, μισθό, σύμβαση, δικαίωμα άρνησης, πρέπει να φωτίζει την σχέση κέρδους και πολέμου, κρατικής συμμαχίας και ιδιωτικής κερδοφορίας, ακρίβειας και αναδιανομής υπέρ ναυτιλιακού και στρατιωτικοβιομηχανικού κεφαλαίου.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email
Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη
Εργατικός Αγώνας