Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Τα όσα συμβαίνουν σήμερα στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο γεμίζουν θλίψη τους υγιώς σκεπτόμενους φιλάθλους βάζοντας τους σε πειρασμό να συγκρίνουν τις σημερινές οπαδικές αλητείες με τα ήθη μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής όπου μπορεί η πολιτική να επενέβαινε ωμά στο ποδόσφαιρό αλλά οι οπαδοί των ομάδων σεβόταν και υποληπτόταν τους αντιπάλους. Μια τέτοια ιστορία (ανα)δημοσιεύουμε σήμερα για να θυμούνται οι παλιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.

Θεωρείται μέχρι σήμερα ο κορυφαίος προπονητής στην ιστορία του Ολυμπιακού και όχι άδικα! Ο Μάρτον Μπούκοβι δημιούργησε μια ομάδα-θρύλο, που ήταν η αποθέωση του θεαματικού και επιθετικού ποδοσφαίρου, πέτυχε νίκες αξέχαστες, κατέκτησε τίτλους, έγινε τραγούδι και υμνήθηκε, αλλά το κυριότερο λατρεύθηκε από τον κόσμο σαν θεός! Τόσο πολύ, που στο άκουσμα ότι αποχωρεί από τον σύλλογο, έτρεχαν κατά χιλιάδες στο ξενοδοχείο για να τον παρακαλέσουν να μείνει, έκλαιγαν και εκλιπαρούσαν! 
Ήταν στις 13/12/1967, όταν ο «πατερούλης», ο «σοφός», ο «δάσκαλος», ο «μαέστρος», ο «γέρος» και όλα αυτά τα παρατσούκλια που του είχαν δώσει, αναγκαζόταν να μαζέψει τα πράγματά του για να επιστρέψει στην πατρίδα του, επειδή η Χούντα δεν ήθελε να εργάζονται στην Ελλάδα όσοι προέρχονταν από κομμουνιστικά κράτη! 

Το μυαλό της «Αράντσιπατ»

Ο «Μάρτσι-Μπάτσι» γεννήθηκε το 1903 στη Βουδαπέστη και υπήρξε αμυντικός της Φερεντσβάρος, αλλά και της Εθνικής Ουγγαρίας. Όταν αποχώρησε από την ενεργό δράση έγινε αμέσως προπονητής και ξεδίπλωσε όλα τα χαρίσματα που διέθετε κυρίως στην Γκραντάνσκι του Ζάγκρεμπ (σημερινή Ντιναμό) και στην ΜΤΚ, εκεί όπου θα κατευθύνει «πρώτα βιολιά» του μαγυάρικου ποδοσφαίρου, όπως ο Ναντόρ Χιντεγκούτι. 
Μαζί με τον Γκουστάβο Σέμπες και τον Μπέλα Γκούντμαν αποτέλεσαν την «αγία τριάδα» του ουγγρικού ποδοσφαίρου, καθώς ήταν οι προπονητές που άλλαξαν το τότε ποδόσφαιρο με την επανάσταση που έφεραν στα συστήματα και στον τρόπο που κινούνταν οι παίκτες μέσα στον χώρο. 

Όλη αυτή η «επανάσταση» βρήκε τη μεγαλύτερη έκφρασή της τη δεκαετία του '50 στην Εθνική Ουγγαρίας. Εκεί όπου ο Σέμπες ήταν ο εκλέκτορας προπονητής και ο Μπούκοβι το... μυαλό, αφού αυτός κατέστρωνε την τακτική. Η μεγάλη «Αράντσιπατ» με τον Πούσκας, τον Χιντεγκούτι, τον Κόκσιτς, τον Μπόζικ, τον Τσίμπορ, τον Μπούνταϊ, τον Λόραντ, τον Λάντος, τον Μπουζάνσκι, τον Γκρόσιτς θα κατακτήσει το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, θα συντρίψει την Αγγλία μέσα στο Γουέμπλεϊ και θα φτάσει ως τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Όμως το πιο σημαντικό επίτευγμά της ήταν ότι μάγεψε τα πλήθη με την μπάλα που είδαν!
Όταν ξέσπασαν τα μεγάλα πολιτικά γεγονότα στην Ουγγαρία και πολλοί ποδοσφαιράνθρωποι κατέφυγαν στη Δύση, ο Μπούκοβι παρέμεινε πιστός και ανέλαβε ο ίδιος πλέον την Εθνική ομάδα. 

Τη νύχτα που... ήρθε ο Μπούκοβι

Στα μέσα της δεκαετίας του '60 ο Ολυμπιακός παραπαίει και η γκρίνια έχει «φωλιάσει». Η ομάδα που σάρωσε τους τίτλους έως το τέλος της δεκαετίας του '50 αποτελεί ανάμνηση, ο Παναθηναϊκός του Στέφαν Μπόμπεκ κυριαρχεί και οι Πειραιώτες έχουν ήδη έξι χρόνια χωρίς πρωτάθλημα. Ξένοι προπονητές έρχονται και φεύγουν και ανάμεσά τους ο Άντρας Ντόλγκος και ο Ναντόρ Τσιέρνα, Ούγγροι και οι δύο. 
Ο Ολυμπιακός, με τον Γιώργο Ανδριανόπουλο στην προεδρία του, θα αποφασίσει το καλοκαίρι του 1965 να επιμείνει στη μαγυάρικη Σχολή. Ουσιαστικά οι «ερυθρόλευκοι» ψάχνονται για τον Χιντεγκούτι, που έχει γίνει προπονητής, αλλά το πράγμα δεν προχωράει. Η Ουγγρική Ομοσπονδία με τη σειρά της προτείνει τον Γκιούλα Γκρόσιτς, αλλά ο Ολυμπιακός «τσινάει». Και κάπου εκεί, ο προπολεμικός διεθνής άσος της ομάδας Άρης Χρυσαφόπουλος, ο οποίος πλέον βρισκόταν στη διοίκηση, εκμεταλλεύεται μια γνωριμία που είχε με υψηλόβαθμο στέλεχος στην ιεραρχία του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ουγγαρίας, από την εποχή που και οι δύο ήταν κρατούμενοι σε στρατόπεδο του Νταχάου. 

Αρχικά και μέσω ενός στελέχους της ΕΔΑ, βοήθησε το 1964 να έρθει στον Ολυμπιακό ένα ελληνόπουλο, γεννημένο στην Καστοριά αλλά μεγαλωμένο με τους εξόριστους γονείς του στην Ουγγαρία, που ήδη είχε προκαλέσει θόρυβο με τις εκρηκτικές εμφανίσεις του στην Τσάπελ. Ήταν ο Νίκος Γιούτσος, ο οποίος εξελίχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές αυτού του τόπου και της Εθνικής ομάδας, για μια δεκαετία πρόσφερε μαγικές στιγμές και γκολ, κατέκτησε τίτλους και δοξάστηκε όσο λίγοι από τον κόσμο του Ολυμπιακού, ενώ λόγω των επελάσεών του προς την αντίπαλη εστία, το όνομά του έγινε και καθημερινή φράση (Έμπαινε Γιούτσο!), που κρατάει μέχρι τις μέρες μας!
Και λίγους μήνες μετά ο Χρυσαφόπουλος, πάντα μέσω της γνωριμίας του, καταφέρνει να φέρει και τον Μπούκοβι. Η βραδινή άφιξή του στο αεροδρόμιο του Ελληνικού προκάλεσε πάταγο. «5.000 φίλαθλοι υποδέχθηκαν τον δάσκαλο», έγραφε την άλλη μέρα η «Αθλητική Ηχώ».

Του Μπούκοβι την ομαδάρα

Άλλοι τόσοι και περισσότεροι έτρεξαν να παρακολουθήσουν την πρώτη προπόνηση. Και έμειναν άφωνοι όταν είδαν τον Μαγυάρο να δένει τα μάτια των παικτών με μαντήλια και να τους βάζει να κινούνται χωρίς να βλέπουν μέσα στον χώρο! Ο Μπούκοβι ήταν αυτός που δίδαξε στην Ελλάδα την κίνηση χωρίς μπάλα στους ελεύθερους χώρους. 
Από την πρώτη στιγμή δίνει το στίγμα του και θέτει τους αυστηρούς κανόνες, δημιουργώντας ένα επαγγελματικό πλαίσιο. Πειθαρχία και καθιέρωση εσωτερικού κανονισμού, σκληρή δουλειά, «κλείδωμα» των αποδυτηρίων σε τρίτους και όχι ξενύχτια, πολύ σκληρή δουλειά, απαγόρευση οποιασδήποτε παρέμβασης στο έργο του και ξανά πάλι σκληρή δουλειά! 

Τα αποτελέσματα άρχισαν να φαίνονται από τις πρώτες αγωνιστικές. Ο Ολυμπιακός δείχνει ανανεωμένος σε σχέση με τις περασμένες σεζόν, με παίκτες που ξέρουν τι ζητάνε μέσα στο γήπεδο και «βρίσκονται» μεταξύ τους. Διαρκής κίνηση και γρήγορο ποδόσφαιρο, που με το πέρασμα των αγώνων θα γίνει όλο και πιο επιθετικό, όλο και πιο θεαματικό. 
Ουσιαστικά ο Μπούκοβι «έστησε» την ομάδα πάνω στο Νίκο Γιούτσο και γύρω από αυτόν, περίπου όπως είχε κάνει με τον Χιντεγκούτι στην ΜΤΚ και στην Εθνική Ουγγαρίας. Στα δύο χρόνια της παρουσίας του θα διατηρήσει έναν βασικό και ακλόνητο κορμό δώδεκα παικτών. Τερματοφύλακας ο Φρονιμίδης, ακραίοι οι Γκαϊτατζής και Πλέσσας, στο κέντρο της άμυνας οι Ζαντέρογλου και Παυλίδης, σε ρόλο κεντρικού αμυντικού μέσου ο Πολυχρονίου (ο μόνος που είχε απομείνει από τη μεγάλη ομάδα της δεκαετίας του '50) και από εκεί και μπροστά μια πεντάδα που «έβγαζε φωτιές». Ο Κύπριος Βασιλείου, ο Γιούτσος, ο εντυπωσιακός Βασίλης Μποτίνος, ο Αριστείδης Παπάζογλου και «αιχμή του δόρατος» ο αρχηγός Γιώργος Σιδέρης. Δωδέκατος παίκτης το «πολυεργαλείο» Αγανιάν. 
Ο κόσμος ξετρελάθηκε με αυτό που έβλεπε. Ακόμη και φίλαθλοι αντίπαλων ομάδων συνωστίζονταν στις κερκίδες για να δουν με τα μάτια τους αυτό το... κάτι άλλο, που διάβαζαν στις εφημερίδες. Ο μύθος είχε πλέον γεννηθεί. Απέμενε να έρθει και ο τίτλος...

Το καθοριστικό ματς

Και ήρθε από την πρώτη χρονιά, έστω κι αν ήταν βγαλμένος μέσα από ταινία θρίλερ. Τρεις αγωνιστικές πριν το τέλος και οι «αιώνιοι» αντίπαλοι κονταροχτυπιούνται στην κορυφή της βαθμολογίας, με τον Ολυμπιακό να πρέπει να κάνει οπωσδήποτε το «3 στα 3», αν θέλει να στεφθεί πρωταθλητής. Πρώτο εμπόδιο ο Πανσερραϊκός και όπως αποδείχθηκε ήταν και το πιο δύσκολο, έστω κι αν το ματς έγινε στο στάδιο Καραϊσκάκη. 

Ο Σιδέρης βάζει γρήγορα το πρώτο γκολ, όμως οι Σερραίοι ισοφαρίζουν κι από εκεί και πέρα αρχίζει το... δράμα. Ο Ολυμπιακός κλείνει τον Πανσερραϊκό μέσα στην περιοχή του και τον «βομβαρδίζει» από παντού, αλλά γκολ δεν μπαίνει. Οι ευκαιρίες χάνονται, ο τερματοφύλακας πιάνει τα άπιαστα και έχει «σύμμαχο» και τα δοκάρια (δύο φορές τράνταξαν). Και όσο πλησιάζει το τέλος, το άγχος έχει σκεπάσει το φαληρικό γήπεδο. Από τη μια μεριά η αγωνία και από την άλλη η απογοήτευση, δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. 
Πρώτο λεπτό καθυστερήσεων και άλλη μία φάση διαρκείας μέσα στη μικρή περιοχή. Και ξαφνικά ο Γιούτσος κάνει μια απίθανη ενέργεια, αποφεύγει τον τερματοφύλακα και μπαίνει με την μπάλα στα δίχτυα. Αν ρωτήσεις σήμερα όσους ήταν στο γήπεδο εκείνο το απόγευμα, δεν μπορούν να σου περιγράψουν ακριβώς την ενέργεια του Γιούτσου. Σχεδόν δεν κατάλαβαν πώς έγινε... Όλοι όμως θυμούνται αυτή την έκρηξη συναισθημάτων που έζησαν εκείνη τη στιγμή. Λένε πως άλλο γκολ στο Καραϊσκάκη δεν έχει πανηγυριστεί περισσότερο και με μεγαλύτερη ένταση, από εκείνο το ιστορικό γκολ της ομάδας του Μπούκοβι. 
Οι παίκτες του Πανσερραϊκού πεσμένοι στο γήπεδο και διαλυμένοι από την υπερπροσπάθεια, να μην πιστεύουν ότι έχασαν στο τελευταίο λεπτό και οι παίκτες του Ολυμπιακού να έχουν γίνει ένα παρανοϊκό κουβάρι με τον κόσμο, να ουρλιάζουν και να προσπαθούν να συνειδητοποιήσουν ότι νίκησαν 2-1. 

Στα τελευταία δύο παιχνίδια οι «ερυθρόλευκοι» ήταν καταιγιστικοί. Πέρασαν με 5-0 από τα Τρίκαλα, σε ένα ματς όπου χιλιάδες κόσμου κατέφτασαν στη θεσσαλική πόλη από την προηγούμενη μέρα και κοιμήθηκαν στην ύπαιθρο, και στο τέλος νίκησαν 3-0 τον Απόλλωνα και κατέκτησαν το πρωτάθλημα, το πρώτο από συστάσεως Α? Εθνικής κατηγορίας. 
Την επόμενη χρονιά ο Ολυμπιακός ήταν ακόμη πιο θεαματικός, ακόμη πιο σαρωτικός. Έκανε το ρεκόρ με τις 11 συνεχόμενες νίκες στο ξεκίνημα, οπότε ξέφυγε από νωρίς και το δεύτερο πρωτάθλημα κατακτήθηκε πολύ πιο εύκολα. Μάλιστα με γκολ του Γιούτσου νίκησε 1-0 μέσα στη Λ. Αλεξάνδρας τον Παναθηναϊκό και μετά τον διέλυσε 4-0 στο Καραϊσκάκη. Αυτό ήταν! Ο κόσμος παραληρούσε και ο Μάρτον Μπούκοβι είχε ριζώσει για πάντα μέσα στην καρδιά του! Σε τέτοιο βαθμό, που ο Βαγγέλης Περπινιάδης το έκανε και τραγούδι... Του Μπούκοβι την ομαδάρα!

Στο στόχαστρο της Χούντας

Όμως στη χώρα έχει ήδη μεσολαβήσει ένα καθοριστικό γεγονός. Την 21η Απριλίου οι συνταγματάρχες κάνουν πραξικόπημα και η Ελλάδα μπαίνει στο γύψο. Κάθε τι κομμουνιστικό στοχοποιείται και διώκεται ανηλεώς. Από τον κανόνα δεν ξέφυγε και ο «Μάρτσι-Μπάτσι»...
Τα προβλήματα εμφανίστηκαν το ίδιο καλοκαίρι. Ο Ολυμπιακός έχει προγραμματίσει περιοδεία προετοιμασίας σε Καναδά και ΗΠΑ, όμως οι εδώ Αρχές αρνούνται να εγκρίνουν τη βίζα στον κομμουνιστή Μπούκοβι και τον βοηθό του Μίχαϊ Λάντος. Οι παίκτες αναχωρούν μόνοι τους για το υπερατλαντικό ταξίδι, με υπηρεσιακό προπονητή και με γενικό αρχηγό τους δύο παλαίμαχους άσους της ομάδας, Σούλη Κίνλεϊ και Μπάμπη Δρόσο. 
Οι προθέσεις του συνταγματάρχη Κώστα Ασλανίδη, πανίσχυρου τότε γενικού γραμματέα Αθλητισμού, έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται και κορυφώθηκαν όταν επέβαλε στρατιωτικούς μέσα στα συμβούλια των ομάδων. Είναι τότε που ένας ταγματάρχης άρχισε να εμφανίζεται καθημερινά ως επίτροπος και να παρακολουθεί τις προπονήσεις του Μπούκοβι.

Η αντίστροφη μέτρηση

Ουσιαστικά ο Ολυμπιακός μπήκε στη σεζόν χωρίς προετοιμασία από τον προπονητή του. Έκανε πέντε νίκες και ανάμεσά τους αυτή με 4-3 επί του σπουδαίου Πανιώνιου, όμως στη συνέχεια ήρθαν τέσσερις ήττες στη σειρά και ανάμεσά τους αυτές με 3-1 από τον Βύζαντα και με 4-1 από την ΑΕΚ! Ήρθε και ο αποκλεισμός από τη Γιουβέντους με 0-0 εντός και 0-2 εκτός, ήρθαν και οι ήττες με 1-0 από τον Παναθηναϊκό και από τον ΠΑΟΚ. Το «καζάνι» πλέον βράζει! Στο Καραϊσκάκη εμφανίζονται και κάποιοι περίεργοι καλοθελητές «φίλαθλοι», που αρχίζουν να τα «χώνουν» στον Ούγγρο! Πού να τολμήσει κάποιος από τους υπόλοιπους να τους διώξει;... Δεν ήταν εποχές για τέτοια!
Ο Ανδριανόπουλος, ο μακροβιότερος πρόεδρος στην ιστορία του συλλόγου, κάνει μια απεγνωσμένη προσπάθεια να περισώσει την κατάσταση, όμως, αν και υπήρξε βουλευτής της ΕΡΕ και δήμαρχος Πειραιά, αδυνατεί να πείσει το καθεστώς να αλλάξει τη στάση του απέναντι στον Μπούκοβι. Αντιδράει και για τους ανθρώπους που έχει τοποθετήσει ο Ασλανίδης στην ομάδα και παραιτείται. 
Ο Σιδέρης από τη μεριά του, ζητάει μια οικονομική διευκόλυνση από τον σύλλογο και η διοίκηση την αρνείται. Στη διαμάχη που ξεσπάει ο Μπούκοβι γίνεται «ασπίδα» για τον παίκτη του και τον στηρίζει ανοιχτά. Η αντίστροφη μέτρηση μόλις έχει αρχίσει...

Και στις 13 Δεκεμβρίου 1967, ο «σοφός γέρος» και ο βοηθός του Λάντος ωθούνται σε παραίτηση! Πηγαίνει στην προπόνηση, το λέει στους παίκτες και τους αποχαιρετάει. «Θα τον ενθυμούμεθα πάντα με αγάπη και ευγνωμοσύνην, δι' όσα πρόσφερε εις τον Ολυμπιακό», θα δηλώσει υποκριτικά στον Τύπο ο περίφημος ταγματάρχης. 
Όμως τότε ξεκινάει το απροσδόκητο. Ένα ποτάμι χιλιάδων ανθρώπων, διαδήλωση κανονική, αρχίζει να καταφuάνει στο ξενοδοχείο της Καστέλλας, όπου μένει ο «πατερούλης». Όλη τη νύχτα προσπαθούν να τον πείσουν να ανακαλέσει την παραίτησή του. Άλλοι κλαίνε, άλλοι φωνάζουν και άλλοι απειλούν θεούς και δαίμονες. Αυτός μάταια προσπαθεί να τους εξηγήσει πως δεν εξαρτάται από τον ίδιο. 
Εκείνη η νύχτα θα μείνει για πάντα χαραγμένη στην ιστορία του Ολυμπιακού και θα γίνει ακόμη και διήγημα από τον Διονύση Χαριτόπουλο, με τίτλο «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι». Γράφει σε ένα σημείο:

«Ήταν όλοι εκεί. Οι αγαπημένοι από τα παλιά (...) Την άλλη μέρα έγραψε και το ΦΩΣ τι έγινε εκεί: Πως είχε σταματήσει η συγκοινωνία κάτω απ? το ξενοδοχείο της Καστέλλας, πως ανεμίζανε ασπροκόκκινες σημαίες και κασκόλ, ανάβανε στριμμένες εφημερίδες και κεριά, κι οι πιο μικροί με δάκρυα στα μάτια φωνάζανε:
-Πατέρα! Μη-φεύγεις!
Πως, όταν βγήκε ο Μπούκοβι στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, να τους ησυχάσει, με τον Λάντος δίπλα του, δάκρυσε κι αυτός κι έκανε και τους μεγάλους να χτυπιούνται:
-Πατέρα! Μη φεύγεις!... Πατέρα-μη!... Μη φεύ-γεις!...
Έγραψε για τις φωτιές που ανάψανε μετά. Τους τσαμπουκάδες που γίνανε, το ξύλο που έπεσε στους γύρω δρόμους. Τις σπασμένες τζαμαρίες, το διαλυμένο καφενείο...
Έγραφε μερικά το ΦΩΣ.
Αλλά τι να καταλάβουνε αυτοί που γράφουνε!». 

Λίγες ήμερες αργότερα, στις 23 Δεκεμβρίου, ο Μπούκοβι και ο Λάντος έφυγαν με τρένο οριστικά από την Ελλάδα. Ήταν μέρα, όχι νύχτα! Λίγο πριν αναχωρήσει κάνει μια καθοριστική δήλωση: «Στη χώρα σας γνώρισα τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου. Στο μέλλον δεν πρόκειται να προπονήσω ποτέ άλλη ομάδα»! Την κράτησε την υπόσχεσή του ο «γέρος». Μέχρι την ημέρα που πέθανε, στις 2 Φεβρουαρίου 1985, δεν ξανασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο. Δεν ξανακάθισε ποτέ στον πάγκο άλλης ομάδας!

Όσο για τον Ολυμπιακό;... Μπήκε σε μια νέα περιπέτεια, σε μια νέα εποχή «πέτρινων χρόνων» κι έμεινε μακριά από το πρωτάθλημα μέχρι το 1972, που ανέλαβε την προεδρία ο Νίκος Γουλανδρής και δημιούργησε τη δική του υπερομάδα. «Συνδετικός κρίκος» την ομάδας του Μπούκοβι με την ομάδα του Γουλανδρή, μόνο δύο ποδοσφαιριστές. Ο Νίκος Γιούτσος και ο Γιάννης Γκαϊτατζής. Οι μοναδικοί που είχαν απομείνει και ευτύχησαν να ζήσουν και τις δύο «χρυσές εποχές» του Ολυμπιακού.

 

 

Πηγή: economy365.gr

IMAGE Ο Ρουπακιάς δε σκότωσε για το ποδόσφαιρο
Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2018
Γράφει ο Κώστας Γρηγοριάδης. Αυτή η φωτογραφία, είναι από εκείνες τις πρώτες ώρες της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα και άφησε μια τεράστια παρακαταθήκη... "Τον σκότωσε για το ποδόσφαιρο" μας έλεγε το σουπεράκι στην οθόνη. Δεν είναι ένα "λάθος" πάνω... >>>>>>

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη

Διαβάστε το on line πατώντας την εικόνα

Αποθηκεύστε το pdf πατώντας ΕΔΩ